ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΙΩΒ- ΚΕΦ. 32-37

 

 

 Η ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΕΛΙΟΥΣ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32- Ο ΕΛΙΟΥΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

                                    Ο Ελιούς αιτιολογεί την παρέμβασή του στη συζήτηση

Ιώβ. 32,1           Ἡσύχασαν δὲ καὶ οἱ τρεῖς φίλοι αὐτοῦ ἔτι ἀντειπεῖν Ἰώβ, ἦν γὰρ Ἰὼβ δίκαιος ἐναντίον αὐτῶν.

Ιώβ. 32,1                   Ησύχασαν, εσιώπησαν οι τρεις φίλοι του Ιώβ και δεν αντεπαν εις αυτόν, διότι ο Ιώβ επέμενε να παρουσιάζεται ενώπιον αυτών ότι ήτο δίκαιος.

Ιώβ. 32,2           ὠργίσθη δὲ Ἐλιοὺς ὁ τοῦ Βαραχιὴλ ὁ Βουζίτης ἐκ τῆς συγγενείας Ῥὰμ τῆς Αὐσίτιδος χώρας· ὠργίσθη δὲ τῷ Ἰὼβ σφόδρα, διότι ἀπέφηνεν ἑαυτὸν δίκαιον ἐναντίον Κυρίου.

Ιώβ. 32,2                  Εν τούτοις ο Ελιούς, ο υιός του Βαραχιήλ ο Βουζίτης, από την συγγένειαν του Ραμ της Αυσίτιδος χώρας, ωργίσθη. Ωργίσθη πολύ εναντίον του Ιώβ, διότι παρουσίασεν αυτός τον εαυτόν του δίκαιον ενώπιον του Κυρίου.

Ιώβ. 32,3           καὶ κατὰ τῶν τριῶν δὲ φίλων ὠργίσθη σφόδρα, διότι οὐκ ἠδυνήθησαν ἀποκριθῆναι ἀντίθετα Ἰὼβ καὶ ἔθεντο αὐτὸν εἶναι ἀσεβῆ.

Ιώβ. 32,3                  Ωργίσθη επίσης πολύ και εναντίον των τριών φίλων του Ιώβ, διότι δεν ημπόρεσαν αυτοί να δώσουν καταλλήλους αντιθέτους απαντήσεις στους ισχυρισμούς του Ιώβ και τον εθεώρησαν πάντες ως ασεβή.

Ιώβ. 32,4           Ἐλιοὺς δὲ ὑπέμεινε δοῦναι ἀπόκρισιν Ἰώβ, ὅτι πρεσβύτεροι αὐτοῦ εἰσιν ἡμέραις.

Ιώβ. 32,4                  Ο Ελιούς, προκειμένου να δώση απάντησιν στον Ιώβ, επερίμενε να σιωπήσουν οι άλλοι τρεις, διότι αυτοί ήσαν μεγαλύτεροί του κατά την ηλικίαν.

Ιώβ. 32,5           καὶ εἶδεν ὅτι οὐκ ἔστιν ἀπόκρισις ἐν στόματι τῶν τριῶν ἀνδρῶν, καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ αὐτοῦ.

Ιώβ. 32,5                  Οταν είδεν ότι οι τρεις αυτοί άνδρες δεν είχαν πλέον απάντησιν να δώσουν προς τον Ιώβ, ωργίσθη πολύ εναντίον αυτών.

Ιώβ. 32,6           ὑπολαβὼν δὲ Ἐλιοὺς ὁ τοῦ Βαραχιὴλ ὁ Βουζίτης εἶπε· νεώτερος μέν εἰμι τῷ χρόνῳ, ὑμεῖς δέ ἐστε πρεσβύτεροι· διὸ ἡσύχασα φοβηθεὶς τοῦ ὑμῖν ἀναγγεῖλαι τὴν ἐμαυτοῦ ἐπιστήμην.

Ιώβ. 32,6                  Ελαβε λοιπόν τον λόγον ο Ελιούς, ο υιός του Βαραχιήλ ο Βουζίτης και είπεν· “εγώ είμαι νεώτερος ως προς την ηλικίαν, σεις δε είσθε μεγαλύτεροί μου. Δι αυτό και δια λόγους σεβασμού εσιώπησα και δεν εφανέρωσα εις σας την γνώμην μου επί των ζητημάτων αυτών.

Ιώβ. 32,7           εἶπα δὲ ὅτι οὐχ ὁ χρόνος ἐστὶν ὁ λαλῶν, ἐν πολλοῖς δὲ ἔτεσι οἴδασι σοφίαν,

Ιώβ. 32,7                  Εσκέφθην ότι σεις, σαν μεγαλύτεροί μου, έπρεπε να έχετε τον λόγον. Είπα όμως ότι δεν είναι ο χρόνος ούτε και η μεγάλη ηλικία, που κάνουν τον άνθρωπον να ομιλή ορθώς. Ούτε με τα πολλά χρόνια οι άνθρωποι γνωρίζουν την αληθινήν σοφίαν.

Ιώβ. 32,8           ἀλλὰ πνεῦμά ἐστιν ἐν βροτοῖς, πνοὴ δὲ Παντοκράτορός ἐστιν ἡ διδάσκουσα·

Ιώβ. 32,8                  Αλλά εκείνο, που κάμνει τον άνθρωπον σοφόν, είναι το πνεύμα που υπάρχει στους ανθρώπους, η λογική ικανότης, η έμπνευσις εκ μέρους του Παντοκράτορος. Αυτή είναι, που διδάσκει και φωτίζει τον άνθρωπον.

Ιώβ. 32,9           οὐχ οἱ πολυχρόνιοί εἰσι σοφοί, οὐδ᾿ οἱ γέροντες οἴδασι κρίμα.

Ιώβ. 32,9                  Δεν είναι σοφοί όσοι έχουν ζήσει πολλά χρόνια, ούτε οι γέροντες γνωρίζουν και κρίνουν ορθώς, εάν δεν έχουν την έμπνευσιν του Θεού.

Ιώβ. 32,10         διὸ εἶπα· ἀκούσατέ μου, καὶ ἀναγγελῶ ὑμῖν ἃ οἶδα.

Ιώβ. 32,10                Δι' αυτό και σας λέγω· ακούσατέ με, και θα σας είπω αυτά, τα οποία γνωρίζω.

Ιώβ. 32,11         ἐνωτίζεσθέ μου τὰ ῥήματα· ἐρῶ γὰρ ὑμῶν ἀκουόντων, ἄχρις οὗ ἐτάσητε λόγους,

Ιώβ. 32,11                 Ακούσατε τα λόγια μου, διότι θα ομιλήσω προς σας, εφ' όσον θα έχετε την διάθεσιν να με ακούσετε και μέχρις ότου ερευνήσετε και ελέγξετε τους λόγους μου.

Ιώβ. 32,12         καὶ μέχρι ὑμῶν συνήσω. καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν τῷ Ἰὼβ ἐλέγχων ἀνταποκρινόμενος ῥήματα αὐτοῦ ἐξ ὑμῶν,

Ιώβ. 32,12                Εγώ μέχρι τέλους, οπότε σεις επαύσατε να ομιλήτε, παρηκολούθησα και κατενόησα όσα είπατε. Και φρονώ, ότι κανείς από σας δεν ήλεγξε τον Ιώβ απαντών ορθώς και αληθινά εις τα λόγια του.

Ιώβ. 32,13         ἵνα μὴ εἴπητε· εὕρομεν σοφίαν Κυρίῳ προσθέμενοι·

Ιώβ. 32,13                Τούτο δε κατά παραχώρησιν Θεού, δια να μη είπετε ότι ημείς ευρήκαμεν σοφίαν και με πολλήν σοφίαν απηντήσαμεν στον Ιώβ τεθέντες με το μέρος του Κυρίου.

Ιώβ. 32,14         ἀνθρώπῳ δὲ ἐπετρέψατε λαλῆσαι τοιαῦτα ῥήματα.

Ιώβ. 32,14                Ετσι όμως εδώσατε ευκαιρίαν και αφορμήν εις άνθρωπον, στον Ιώβ, να είπη τέτοια λόγια, τα οποία εξεστόμισεν”.

Ιώβ. 32,15         ἐπτοήθησαν, οὐκ ἀπεκρίθησαν ἔτι, ἐπαλαίωσαν ἐξ αὐτῶν λόγους.

Ιώβ. 32,15                Οι τρεις φίλοι κατεπλάγησαν, απεγοητεύθησαν και δεν απήντησαν πλέον. Ελειψαν οι λόγοι από το στόμα των.

Ιώβ. 32,16         ὑπέμεινα, οὐ γὰρ ἐλάλησαν· ὅτι ἔστησαν, οὐκ ἀπεκρίθησαν.

Ιώβ. 32,16                “Επερίμενα σιωπών να ομιλήσουν και πάλιν. Δεν έβγαλα από το στόμα μου κανένα λόγον. Τωρα όμως θα ομιλήσω, διότι αυτοί έπαυσαν πλέον να απαντούν στον Ιώβ”.

Ιώβ. 32,17         ὑπολαβὼν δὲ Ἐλιοὺς λέγει· πάλιν λαλήσω·

Ιώβ. 32,17                Επειτα από μικράν διακοπήν, ωμίλησε και πάλιν ο Ελιούς ειπών· “πάλιν θα ομιλήσω,

Ιώβ. 32,18         πλήρης γάρ εἰμι ῥημάτων, ὀλέκει γάρ με τὸ πνεῦμα τῆς γαστρός·

Ιώβ. 32,18                διότι είμαι γεμάτος από σκέψεις και απόψεις. Με πιέζει μέσα μου το πνεύμα, δια να ομιλήσω.

Ιώβ. 32,19         ἡ δὲ γαστήρ μου ὥσπερ ἀσκὸς γλεύκους ζέων δεδεμένος ἢ ὥσπερ φυσητὴρ χαλκέως ἐῤῥηγώς.

Ιώβ. 32,19                Το εσωτερικόν μου, ο νους και η καρδία μου, από το πλήθος αυτό των σκέψεων, ομοιάζει με δεμένον ασκόν, μέσα στον οποίον βράζει ο μούστος, ώστε κινδυνεύει να διαρραγή. Η ομοιάζει προς φυσερό χαλκωματά, που από την πίεσιν του πολλού αέρος έχει διαρραγή.

Ιώβ. 32,20         λαλήσω, ἵνα ἀναπαύσωμαι ἀνοίξας τὰ χείλη·

Ιώβ. 32,20               Θα ομιλήσω, δια να δώσω επιτέλους και κάποιαν ανάπαυσιν στον εαυτόν μου. Θα ανοίξω το στόμα μου.

Ιώβ. 32,21         ἄνθρωπον γὰρ οὐ μὴ αἰσχυνθῶ, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ βροτὸν οὐ μὴ ἐντραπῶ·

Ιώβ. 32,21                Θα ομιλήσω ελεύθερα χωρίς να εντραπώ άνθρωπον, ούτε δε και απέναντι οποιουδήποτε θνητού θα υποσταλώ από του να είπω την αλήθειαν.

Ιώβ. 32,22         οὐ γὰρ ἐπίσταμαι θαυμάσαι πρόσωπα· εἰ δὲ μή, καὶ ἐμὲ σῆτες ἔδονται.

Ιώβ. 32,22               Διότι δεν ηξεύρω και δεν εσυνήθισα να καταπλήσσωμαι ενώπιον προσώπων και να κολακεύω ανθρώπους. Εάν δε τυχόν και δείξω τέτοιαν προσωποληψίαν, είθε να με καταφάγουν τα σκουλήκια.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33- Ο ΕΛΙΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ ΤΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΙΩΒ

                                     Ο Ελιούς αναιρεί τα επιχειρήματα του Ιώβ

Ιώβ. 33,1           Οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ ἄκουσον, Ἰώβ, τὰ ῥήματά μου καὶ λαλιὰν ἐνωτίζου μου·

Ιώβ. 33,1                   Ακουσε, λοιπόν, και συ Ιώβ τα λόγια μου. Δώσε προσοχήν εις αυτά, τα οποία θα είπω.

Ιώβ. 33,2           ἰδοὺ γὰρ ἤνοιξα τὸ στόμα μου, καὶ ἐλάλησεν ἡ γλῶσσά μου.

Ιώβ. 33,2                  Ιδού, ήνοιξα το στόμα μου και η γλώσσα πλέον θα αρχίση να ομιλή.

Ιώβ. 33,3           καθαρά μου ἡ καρδία ῥήμασι, σύνεσις δὲ χειλέων μου καθαρὰ νοήσει.

Ιώβ. 33,3                  Από καθαράν και απροκατάληπτον καρδίαν θα εξέλθουν τα λόγια μου. Τα δε συνετά λόγια, που θα βγουν από τα χείλη μου, θα είναι καθαρά και ξάστερα, ώστε εύκολα να τα κατανόηση κανείς.

Ιώβ. 33,4           πνεῦμα θεῖον τὸ ποιῆσάν με, πνοὴ δὲ Παντοκράτορος ἡ διδάσκουσά με.

Ιώβ. 33,4                  Το Πνεύμα του Θεού με εδημιούργησε, η πνοή δε και η έμπνευσις Κυρίου του Παντοκράτορας είναι αυτή, που που με διδάσκει.

Ιώβ. 33,5           ἐὰν δύνῃ, δός μοι ἀπόκρισιν πρὸς ταῦτα· ὑπόμεινον, στῆθι κατ᾿ ἐμὲ καὶ ἐγὼ κατὰ σέ.

Ιώβ. 33,5                  Εάν βέβαια ημπορρής, δος μου ελεύθερα απάντησιν εις αυτά. Μονον δείξε υπομονήν καθ' ον χρόνον θα ομιλώ. Στάσου σταθερά απέναντί μου, όπως και εγώ θα σταθώ απέναντί σου.

Ιώβ. 33,6           ἐκ πηλοῦ διήρτισαι σὺ ὡς καὶ ἐγώ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ διηρτίσμεθα.

Ιώβ. 33,6                  Είμεθα και οι δυο ίσοι. Από πηλόν έχεις πλασθή συ, όπως και εγώ. Από την ίδια λάσπη έχομεν πλασθή και απαρτισθή και οι δυο μας.

Ιώβ. 33,7           οὐχ ὁ φόβος μού σε στροβήσει, οὐδὲ ἡ χείρ μου βαρεῖα ἔσται ἐπὶ σοί.

Ιώβ. 33,7                  Δεν θέλω να σε ταράξη ο φόβος μου, ούτε και το χέρι μου να πέση βαρύ επάνω σου.

Ιώβ. 33,8           πλὴν εἶπας ἐν ὠσί μου, φωνὴν ῥημάτων σου ἀκήκοα,

Ιώβ. 33,8                  Πρέπει όμως να ομιλήσω, διότι με τα ίδια μου τα αυτιά άκουσα όσα είπες. Τους λόγους της ιδικής σου φωνής ήκουσα,

Ιώβ. 33,9           διότι λέγεις· καθαρός εἰμι οὐχ ἁμαρτών, ἄμεμπτός εἰμι, οὐ γὰρ ἠνόμησα.

Ιώβ. 33,9                  διότι διεκήρυξες· Εγώ είμαι καθαρός, δεν έχω αμαρτήσει, είμαι άμεμπτος, δεν παρέβην τον νόμον του Κυρίου.

Ιώβ. 33,10         μέμψιν δὲ κατ᾿ ἐμοῦ εὗρεν, ἥγηται δέ με ὥσπερ ὑπεναντίον·

Ιώβ. 33,10                Ο Κυριος όμως εύρεν εναντίον μου μομφήν και κατηγορίαν. Με εθεώρησεν ως εχθρόν του.

Ιώβ. 33,11         ἔθετο δὲ ἐν ξύλῳ τὸν πόδα μου, ἐφύλαξε δέ μου πάσας τὰς ὁδούς·

Ιώβ. 33,11                 Εκλεισεν στο βασανιστικόν ξύλον τα πόδια μου, ώστε να μη μπορώ να κινηθώ. Εφρούρησε όλους τους δρόμους, από τους οποίους, τυχόν, θα διηρχόμην.

Ιώβ. 33,12         πῶς γὰρ λέγεις· δίκαιός εἰμι, καὶ οὐκ ἐπακήκοέ μου; αἰώνιος γάρ ἐστιν ὁ ἐπάνω βροτῶν.

Ιώβ. 33,12                Πως λέγεις· είμαι δίκαιος και όμως ο Κυριος δεν με έχει εισακούσει; Αιώνιος είναι ο Κυριος, ανώτερος από όλους τους θνητούς της γης. Με απεριόριστα δικαιώματα επάνω όλων.

Ιώβ. 33,13         λέγεις δέ· διατί τῆς δίκης μου οὐκ ἐπακήκοέ μου πᾶν ῥῆμα;

Ιώβ. 33,13                 Συ λέγεις· Διατί, όταν ο Κυριος με εδίκαζε, δεν είχεν ακούσει κανένα από τους λόγους υπερασπίσεώς μου, που είπα;

Ιώβ. 33,14         ἐν γὰρ τῷ ἅπαξ λαλῆσαι ὁ Κύριος, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ

Ιώβ. 33,14                Αβάσιμον το παράπονόν σου, διότι ο Κυριος απαντά και πρώτην και δεύτερον φοράν, κατά τον ένα η τον άλλον τρόπον.

Ιώβ. 33,15         ἐνύπνιον, ἢ ἐν μελέτῃ νυκτερινῇ, ὡς ὅταν ἐπιπίπτῃ δεινὸς φόβος ἐπ᾿ ἀνθρώπους ἐπὶ νυσταγμάτων ἐπὶ κοίτης.

Ιώβ. 33,15                 Παραδείγματος χάριν με ενύπνιον η με σκέψεις και μελέτας, που προκαλούν στους ανθρώπους νυκτεριναί οπτασίαι, όταν κατά τον ύπνον των επιπίπτη μεγάλος φόβος στους ανθρώπους· κατά τας ώρας, που νυσταγμένοι απλώνονται εις την κλίνην των.

Ιώβ. 33,16         τότε ἀνακαλύπτει νοῦν ἀνθρώπων, ἐν εἴδεσι φόβου τοιούτοις αὐτοὺς ἐξεφόβησεν

Ιώβ. 33,16                Τοτε αποκαλύπτει και φωτίζει τον νουν των ανθρώπων και αφού τους καταπλήξη και τους εκφοβίση με τέτοια είδη φόβων, αποκαλύπτει και εντυπώνει εις αυτούς την αλήθειαν·

Ιώβ. 33,17         ἀποστρέψαι ἄνθρωπον ἀπὸ ἀδικίας, τὸ δὲ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ πτώματος ἐῤῥύσατο.

Ιώβ. 33,17                 με κύριον σκοπόν να απομακρύνη τον άνθρωπον από την αμαρτίαν, το δε σώμα του και τον όλον εαυτόν του να τον γλυτώση από σοβαράς και θανασίμους πτώσεις.

Ιώβ. 33,18         ἐφείσατο δὲ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἀπὸ θανάτου καὶ μὴ πεσεῖν αὐτὸν ἐν πολέμῳ.

Ιώβ. 33,18                Να λυπηθή και προφυλάξη την ζωήν του από τον θάνατον και να τον περιφρουρήση, ώστε να μη πέση νεκρός κατά τον πόλεμον.

Ιώβ. 33,19         πάλιν δὲ ἤλεγξεν αὐτὸν ἐπὶ μαλακίᾳ ἐπὶ κοίτης καὶ πλῆθος ὀστῶν αὐτοῦ ἐνάρκησε·

Ιώβ. 33,19                Ο Κυριος, οχι μόνον με όνειρα και οπτασίες καθοδηγεί τον άνθρωπον, αλλά και τον θλίβει και τον παιδαγωγεί δια μέσου των θλίψεων, εξαπλώνων αυτόν ασθενή επάνω εις την κλίνην του, ώστε να αδρανούν όλα τα κόκκαλά του.

Ιώβ. 33,20         πᾶν δὲ βρωτὸν σίτου οὐ μὴ δύνηται προσδέξασθαι καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ βρῶσιν ἐπιθυμήσει,

Ιώβ. 33,20                Κατά το διάστημα της ασθενείας του και εξ αιτίας της ασθενείας του, κάθε φαγώσιμον δεν ημπορεί να το δεχθή και να το φάγη. Η ψυχή του θα επιθυμή τροφήν, αλλά δεν θα έχη όρεξιν να την φάγη,

Ιώβ. 33,21         ἕως ἂν σαπῶσιν αὐτοῦ αἱ σάρκες καὶ ἀποδείξῃ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ κενά·

Ιώβ. 33,21                μέχρις ότου από την ασθένειαν και την ασιτίαν εξαντληθή ο άνθρωπος, πέσουν τα πάχη και αι πολλαί σάρκες και φανέρωση η ασθένεια του τα κόκκαλά του ολοφάνερα κάτω από το δέρμα.

Ιώβ. 33,22         ἤγγισε δὲ εἰς θάνατον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἡ δὲ ζωὴ αὐτοῦ ἐν ᾅδη.

Ιώβ. 33,22                Ετσι δε η ψυχή του πλησιάζει προς τον θάνατον και η ζωή του εγγίζει στον άδην.

Ιώβ. 33,23         ἐὰν ὦσι χίλιοι ἄγγελοι θανατηφόροι, εἷς αὐτῶν οὐ μὴ τρώσῃ αὐτόν· ἐὰν νοήσῃ τῇ καρδίᾳ ἐπιστραφῆναι πρὸς Κύριον, ἀναγγείλῃ δὲ ἀνθρώπῳ τὴν ἑαυτοῦ μέμψιν, τὴν δὲ ἄνοιαν αὐτοῦ δείξῃ,

Ιώβ. 33,23                Εάν υπάρχουν πάρα την κλίνην του χίλιοι άγγελοι από εκείνους, που έχουν ως έργον και αποστολήν να φέρουν τον θάνατον, κανείς από αυτούς δεν θα τον πληγώση και δεν θα τον θανατώση, αρκεί μόνον αυτός να συναισθανθή με την καρδία του και επιστρέψη δια της μετανοίας προς τον Κυριον, ομολογηση δε εις κάθε άνθρωπον την αξίαν μομφής και καταδίκης συμπεριφοράν του, δείξη δε φανερά την ασύνετον διαγωγήν του απέναντι του Θεού.

Ιώβ. 33,24         ἀνθέξεται τοῦ μὴ πεσεῖν εἰς θάνατον, ἀνανεώσει δὲ αὐτοῦ τὸ σῶμα ὥσπερ ἀλοιφὴν ἐπὶ τοίχου, τὰ δὲ ὀστᾶ αὐτοῦ ἐμπλήσει μυελοῦ·

Ιώβ. 33,24                Τοτε ο Θεός θα τον βαστάση και θα τον στήριξη, ώστε να μη πέση νεκρός. Θα ανανεώση δε αυτού το σώμα, όπως ανανεώνεται ο ασπριζόμενος τοίχος. Τα δε οστά του θα γεμίσουν από μυελόν.

Ιώβ. 33,25         ἁπαλυνεῖ δὲ αὐτοῦ τὰς σάρκας ὥσπερ νηπίου, ἀποκαταστήσει δὲ αὐτὸν ἀνδρωθέντα ἐν ἀνθρώποις.

Ιώβ. 33,25                Τας εξηντλημένας και απεξηραμμένας σάρκας του θα τας θεραπεύση και θα τας καταστήση απαλας ο Κυριος, όπως του μικρού παιδιού. Θα αποκαταστήση δε αυτόν νέον άνδρα μεταξύ των άλλων ανθρώπων.

Ιώβ. 33,26         εὐξάμενος δὲ πρὸς Κύριον, καὶ δεκτὰ αὐτῷ ἔσται, εἰσελεύσεται προσώπῳ ἱλαρῷ σὺν ἐξηγορίᾳ· ἀποδώσει δὲ ἀνθρώποις δικαιοσύνην.

Ιώβ. 33,26                Οταν δε ευχηθή και απευθύνη δεήσεις προς τον Κυριον, θα γίνουν δεκτά τα αιτήματά του. Θα παρουσιασθή ενώπιον του Κυρίου με πρόσωπον ιλαρόν και χαρωπόν εκφράζων δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Θεόν. Εις τους αποδεχομένους κατ' αυτόν τον τρόπον την συνετήν παιδαγωγίαν, θα αποδώση ο Κυριος την δικαίωσιν και την αμοιβήν των δικαίων.

Ιώβ. 33,27         εἶτα τότε ἀπομέμψεται ἄνθρωπος αὐτὸς ἑαυτῷ λέγον· οἷα συνετέλουν καὶ οὐκ ἄξια ἤτασέ με ὧν ἥμαρτον.

Ιώβ. 33,27                Επειτα, υπό το φως της δικαιώσεως, ο άνθρωπος θα κατηγορήση ο ίδιος τον εαυτόν του λέγων· Ποία και πόσα έργα άξια κατακρίσεως δεν διέπραξα ενώπιον του Κυρίου, και ο Κυριος δεν με ετιμώρησεν ανάλογα με τας αμαρτίας μου!

Ιώβ. 33,28         σῶσον ψυχήν μου τοῦ μὴ ἐλθεῖν εἰς διαφθοράν, καὶ ἡ ζωή μου φῶς ὄψεται.

Ιώβ. 33,28                Σώσε, Κυριε, την ζωήν μου, δια να μη κατέλθω εις την φθοράν του τάφου και του άδου. Διότι με την ιδικήν σου χάριν και δύναμιν η ζωη μου θα ίδη πάλιν το φως της χαράς.

Ιώβ. 33,29         ἰδοὺ ταῦτα πάντα ἐργᾶται ὁ ἰσχυρὸς ὁδοὺς τρεῖς μετὰ ἀνδρός.

Ιώβ. 33,29                Ιδού, όλα αυτά εργάζεται ο παντοδύναμος Κυριος. Πολλάς μεθόδους προς σωτηρίαν χρησιμοποιεί δι' ένα έκαστον άνθρωπον.

Ιώβ. 33,30         καὶ ἐῤῥύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου, ἵνα ἡ ζωή μου ἐν φωτὶ αἰνῇ αὐτόν.

Ιώβ. 33,30                Και έτσι ο δια μέσου των θλίψεων και των άλλων ενεργειών του Θεού παιδαγωγηθείς και σωθείς άνθρωπος, αναφωνεί· εγλύτωσεν ο Θεός την ζωήν μου από τον θάνατον, ώστε η ζωη μου στο φως του παρόντος βίου να είναι γεμάτη από δοξολογίας προς αυτόν.

Ιώβ. 33,31         ἐνωτίζου, Ἰώβ, καὶ ἄκουέ μου· κώφευσον, καὶ ἐγώ εἰμι λαλήσω.

Ιώβ. 33,31                 Ανοιξε τα αυτιά σου, Ιώβ, και άκουσε αυτά, που σου λέγω. Σιώπα ως εάν είσαι κωφός. Εγώ είμαι εκείνος, που θα ομιλήσω.

Ιώβ. 33,32         εἰ εἰσί σοι λόγοι, ἀποκρίθητί μοι· λάλησον, θέλω γὰρ δικαιωθῆναί σε.

Ιώβ. 33,32                Εάν όμως έχης λόγους να αποκριθής, απάντησέ μου. Ομίλησε, διότι θέλω να ακούσω τας δικαιολογίας σου και να σου αποδώσω το δίκαιον.

Ιώβ. 33,33         εἰ μή, σὺ ἄκουσόν μου· κώφευσον καὶ διδάξω σε σοφίαν.

Ιώβ. 33,33                Εάν όμως και δεν έχης τίποτε να είπης, άκουσέ με, σιώπα και εγώ θα διδάξω εις σε την αληθινήν σοφίαν”.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34- Ο ΕΛΙΟΥΣ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΗ ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ ΤΟΥ ΙΩΒ 

ΚΑΙ ΤΟΝΙΖΕΙ ΤΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                                    Ο Ελιούς αποκαλύπτει τη βαθύτερη αιτία των θλίψεων του Ιώβ και τονίζει τη δικαιοσύνη του Θεού

Ιώβ. 34,1           Ὑπολαβὼν δὲ Ἐλιοὺς λέγει·

Ιώβ. 34,1                   Συνεχίζων τον λόγον ο Ελιούς είπεν·

Ιώβ. 34,2           ἀκούσατέ μου, σοφοί· ἐπιστάμενοι, ἐνωτίζεσθε τὸ καλόν·

Ιώβ. 34,2                  “ακούσατε αυτά, που θα σας είπω, όσοι είσθε σοφοί. Βαλετε εις τα αυτιά σας το καλόν σεις, που γνωρίζετε πολλά.

Ιώβ. 34,3           ὅτι οὖς λόγους δοκιμάζει, καὶ λάρυγξ γεύεται βρῶσιν.

Ιώβ. 34,3                  Οτι, όπως ακριβώς ο λάρυγξ γεύεται το φαγητόν και μας πληροφορεί περί αυτού, ετσι και η ακοή, όργανον της διανοίας, κρίνει και ξεχωρίζει το ορθόν από το πεπλανημένον.

Ιώβ. 34,4           κρίσιν ἑλώμεθα ἑαυτοῖς, γνῶμεν ἀνὰ μέσον ἑαυτῶν ὅ,τι καλόν.

Ιώβ. 34,4                  Ας εκλέξωμεν, λοιπόν, μαζή δια τον εαυτόν μας την δικαίαν κρίσιν και ας μάθωμεν να συζητούμεν μεταξύ μας ο,τι είναι καλόν και ορθόν.

Ιώβ. 34,5           ὅτι εἴρηκεν Ἰώβ· δίκαιός εἰμι, ὁ Κύριος ἀπήλλαξέ μου τὸ κρίμα,

Ιώβ. 34,5                  Ας εξετάσωμεν αυτό, που είπεν ο Ιώβ· Είμαι δίκαιος, και παρ' όλα αυτά ο Κυριος δεν μου απέδωσε το δίκαιόν μου.

Ιώβ. 34,6           ἐψεύσατο δὲ τῷ κρίματί μου, βίαιον τὸ βέλος μου ἄνευ ἀδικίας.

Ιώβ. 34,6                  Διέψευσε την γνώμην μου περί της αθωότητός μου, με έκρινεν ως ψεύστην. Χωρίς να πράξω κάτι το άδικον, έρριψε με ορμήν το βέλος της η θεία οργή του και με επλήγωσε βαθείά!

Ιώβ. 34,7           τίς ἀνὴρ ὥσπερ Ἰώβ, πίνων μυκτηρισμὸν ὥσπερ ὕδωρ,

Ιώβ. 34,7                  Ποιός, λοιπόν, άλλος άνθρωπος ευρίσκεται στοιαύτην οδύνην και κατάπτωση, όπως ο Ιώβ, ο οποίος καθημερινώς, σαν με νερό, ποτίζεται με περιφρόνησιν από τους ανθρώπους,

Ιώβ. 34,8           οὐχ ἁμαρτὼν οὐδὲ ἀσεβήσας ἢ ὁδοῦ κοινωνήσας μετὰ ποιούντων τὰ ἄνομα τοῦ πορευθῆναι μετὰ ἀσεβῶν;

Ιώβ. 34,8                  χωρίς να έχη αμαρτήσει ούτε και ασεβήσει, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, χωρίς να έχη συμμετάσχει εις πονηρά έργα, η να έχη περιπατήσει μαζή με όλλους στον δρόμον των εργαζομένων τας παρανομίας και γενικώς στον δρόμον των ασεβών;

Ιώβ. 34,9           μὴ γὰρ εἴπῃς, ὅτι οὐκ ἔσται ἐπισκοπὴ ἀνδρὸς καὶ ἐπισκοπὴ αὐτῷ παρὰ Κυρίου.

Ιώβ. 34,9                  Ας μη είπης συ, που με ακούεις, ότι δεν υπάρχει επίβλεψις και πρόνοια δια τον άνθρωπον εκ μέρους του Κυρίου.

Ιώβ. 34,10         διό, συνετοὶ καρδίας ἀκούσατέ μου· μή μοι εἴη ἔναντι Κυρίου ἀσεβῆσαι καὶ ἔναντι Παντοκράτορος ταράξαι τὸ δίκαιον·

Ιώβ. 34,10                Δια τούτο ακούσατέ μου σεις, οι συνετοί και νοήμονες άνδρες. Ποτέ να μη δώση ο Θεός και είπω λόγια ασεβή απέναντι του Κυρίου και να διαστρέψω απέναντι του Παντοκράτορας το δίκαιον και την δικαίαν κρίσιν.

Ιώβ. 34,11         ἀλλὰ ἀποδιδοῖ ἀνθρώπῳ καθὰ ποιεῖ ἕκαστος αὐτῶν, καὶ ἐν τρίβῳ ἀνδρὸς εὑρήσει αὐτόν.

Ιώβ. 34,11                 Αλλά ανταποδίδει και θα ανταποδιδή ο Κυριος στον κάθε άνθρωπον ανάλογά με τα έργα, που πράττει αυτός. Θα συναντήση και θα κρίνη αυτόν σύμφωνα με την πορείαν της ζωής του.

Ιώβ. 34,12         οἴει δὲ τὸν Κύριον ἄτοπα ποιήσειν; ἢ ὁ Παντοκράτωρ ταράξει κρίσιν, ὃς ἐποίησε τὴν γῆν;

Ιώβ. 34,12                Εχεις την γνώμην, ότι είναι δυνατόν ποτέ ο Κυριος να πράξη κάτι το άτοπον; Η ο Παντοκράτωρ, που εδημιούργησε και κυβερνά τον κόσμον, θα διαταράξη το δίκαιον; Ποτέ στον αιώνα τον άπαντα.

Ιώβ. 34,13         τίς δέ ἐστιν ὁ ποιῶν τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν καὶ τὰ ἐνόντα πάντα;

Ιώβ. 34,13                Ποιός είναι εκείνος, που εδημιούργησε όλην την υπ' ουρανόν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν; Ο Θεός.

Ιώβ. 34,14         εἰ γὰρ βούλοιτο συνέχειν καὶ τὸ πνεῦμα παρ᾿ αὐτῷ κατασχεῖν,

Ιώβ. 34,14                Εάν ο Κυριος ήθελε να αναστείλη και να δεσμεύση τον ζωογόνον αέρα, που αναπνέομεν,

Ιώβ. 34,15         τελευτήσει πᾶσα σάρξ ὁμοθυμαδόν, πᾶς δὲ βροτὸς εἰς γῆν ἀπελεύσεται, ὅθεν καὶ ἐπλάσθη.

Ιώβ. 34,15                κάθε ζωντανός οργανισμός θα απέθνησκεν αμέσως. Ολοι δε οι θνητοί θα κατήρχοντο στον τάφον νεκροί, εις την γην από την οποίαν επλάσθησαν.

Ιώβ. 34,16         εἰ δὲ μὴ νουθετῇ, ἄκουε ταῦτα, ἐνωτίζου φωνὴν ῥημάτων.

Ιώβ. 34,16                Εάν συ, ω Ιώβ, δεν δέχεσαι νουθεσίας και συμβουλάς, άκουσε τώρα αυτά· Δώσε προσοχήν στους λόγους μου.

Ιώβ. 34,17         ἰδὲ σὺ τὸν μισοῦντα ἄνομα καὶ τὸν ὀλλύντα τοὺς πονηροὺς ὄντα αἰώνιον δίκαιον.

Ιώβ. 34,17                Ιδέ συ, που νομίζεις ότι ο Κυριος σε αδικεί, και μάθε ότι ο Θεός μισεί τα παράνομα πράγματα, καταστρέφει και εξολοθρεύει τους πονηρούς. Είναι αιωνίως ο απολύτως δίκαιος.

Ιώβ. 34,18         ἀσεβὴς ὁ λέγων βασιλεῖ· παρανομεῖς, ἀσεβέστατε, τοῖς ἄρχουσιν·

Ιώβ. 34,18                Είναι κατά την γνώμην σου ασεβής εκείνος, που ελεύθερα ημπορεί να πη στον παραβαίνοντα τον νόμον βασιλέα· “Παρανομείς” και θα αποκαλέση κάθε παρεκτρέπομενον άρχοντα, “ασεβέστατε”!

Ιώβ. 34,19         ὃς οὐκ ἐπῃσχύνθη πρόσωπον ἐντίμου, οὐδὲ οἶδε τιμὴν θέσθαι ἁδροῖς θαυμασθῆναι πρόσωπα αὐτῶν.

Ιώβ. 34,19                Αυτός που δεν επτοήθη και δεν υπεστάλη ενώπιον ενδόξου και ισχυρού ανθρώπου, ούτε γνωρίζει να αποδίδη τιμάς και κολακείας και να εκφράζεται με θαυμασμόν δια τους παρανομούντος μεγάλους.

Ιώβ. 34,20         κενὰ δὲ αὐτοῖς ἀποβήσεται τὸ κεκραγέναι καὶ δεῖσθαι ἀνδρός· ἐχρήσαντο γὰρ παρανόμως ἐκκλινομένων ἀδυνάτων.

Ιώβ. 34,20               Εξ αντιθέτου δέ, δια μερικούς κόλακας θα αποδειχθή ότι είναι μάταιον να κράζουν προς τους ισχυρούς της ημέρας και να ζητούν την βοήθειαν εκ μέρους αυτών. Διότι εφέρθησαν και οι ίδιοι παρανόμως, παρεθεώρησαν τους αδυνάτους και κατεπάτησαν το δίκαιόν των.

Ιώβ. 34,21         αὐτὸς γὰρ ὁρατής ἐστιν ἔργων ἀνθρώπων, λέληθε δὲ αὐτὸν οὐδὲν ὧν πράσσουσιν,

Ιώβ. 34,21                Διεψεύσθησαν αι προσδοκίαι των, διότι ο Θεός επιβλέπει και παρακολουθεί τα έργα των ανθρώπων. Τιποτε δεν διαφεύγει την προσοχήν του από αυτά, που πράττουν οι άνθρωποι.

Ιώβ. 34,22         οὐδὲ ἔσται τόπος τοῦ κρυβῆναι τοὺς ποιοῦντας τὰ ἄνομα·

Ιώβ. 34,22               Ούτε δε και υπάρχει τόπος, δια να κρυβούν αυτοί, που διαπράττουν τας παρανομίας.

Ιώβ. 34,23         ὅτι οὐκ ἀπ᾿ ἄνδρα θήσει ἔτι·

Ιώβ. 34,23                Και δεν ημπορεί ο παράνομος να στηρίζη τας ελπίδας του εις την βοήθειαν του οιουδήποτε ανθρώπου.

Ιώβ. 34,24         ὁ γὰρ Κύριος πάντας ἐφορᾷ ὁ καταλαμβάνων ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός·

Ιώβ. 34,24               Διότι ο Κυριος επιβλέπει όλους και δεν πλανάται ποτέ. Κατανοεί και τα πλέον ανεξιχνίαστα από τους ανθρώπους πράγματα, ένδοξα και εξαίρετα, τα οποία δεν είναι δυνατόν κανείς να εξαριθμήση.

Ιώβ. 34,25         ὁ γνωρίζων αὐτῶν τὰ ἔργα καὶ στρέψει νύκτα καὶ ταπεινωθήσονται.

Ιώβ. 34,25                Ο Κυριος γνωρίζει τα έργα των. Ανατρέπει αυτούς κατά την νύκτα και τους

ταπεινώνει.

Ιώβ. 34,26         ἔσβεσε δὲ ἀσεβεῖς, ὁρατοὶ δὲ ἐναντίον αὐτοῦ,

Ιώβ. 34,26               Εσβησε το φως των ασεβών ο Κυριος και τους εξηφάνισε, διότι ορατοί ήσαν ενώπιόν του αυτοί και τα έργα των·

Ιώβ. 34,27         ὅτι ἐξέκλιναν ἐκ νόμου Θεοῦ, δικαιώματα δὲ αὐτοῦ οὐκ ἐπέγνωσαν

Ιώβ. 34,27                διότι παρεξέκλιναν από τον νόμον του Θεού, δεν ανεγνώρισαν και δεν ετήρησαν τας εντολάς του·

Ιώβ. 34,28         τοῦ ἐπαγαγεῖν ἐπ᾿ αὐτὸν κραυγὴν πενήτων, καὶ κραυγὴν πτωχῶν εἰσακούσεται.

Ιώβ. 34,28               και έγιναν έτσι αιτία και αφορμή να φθάση προς αυτόν η κραυγή των αδικουμένων πενήτων, να εισακουσθή η κραυγή των πτωχών και αδυνάτων.

Ιώβ. 34,29         καὶ αὐτὸς ἡσυχίαν παρέξει, καὶ τίς καταδικάσεται; καὶ κρύψει πρόσωπον, καὶ τίς ὄψεται αὐτόν; καὶ κατὰ ἔθνους καὶ κατὰ ἀνθρώπου ὁμοῦ

Ιώβ. 34,29               Οταν δε ο Θεός δώση ειρήνην και δικαίωσιν εις κάποιον, ποιός θα ημπορέση να εκφέρη καταδικαστικήν απόφασιν; Οταν δε από αγανάκτησιν κρύψη και αποστρέψη το πρόσωπόν του, ποιός θα ημπορέση να τον ίδη; Αυτός είναι κριτής ολοκλήρου έθνους, όπως επίσης και του ενός μόνον ανθρώπου.

Ιώβ. 34,30         βασιλεύων ἄνθρωπον ὑποκριτὴν ἀπὸ δυσκολίας λαοῦ.

Ιώβ. 34,30                Αυτός παραχωρεί ως βασιλέα άνθρωπον δόλιον και ιδιοτελή, ένεκα της κακότητος του λαού.

Ιώβ. 34,31         ὅτι πρὸς τὸν ἰσχυρὸν ὁ λέγων· εἴληφα, οὐκ ἐνεχυράσω·

Ιώβ. 34,31                Αυτά δι' εκείνον, που λέγει προς τον ισχυρόν Θεόν· “Εχω έως τώρα πάρει από σε τιμωρίας. Δεν θα ζητήσω εγγύησιν και ενέχυρον, που να με ασφαλίζη από άλλους.

Ιώβ. 34,32         ἄνευ ἐμαυτοῦ ὄψομαι, σὺ δεῖξόν μοι, εἰ ἀδικίαν εἰργασάμην, οὐ μὴ προσθήσω.

Ιώβ. 34,32                Είμαι ανίκανος από τον εαυτόν μου να ίδω το ορθόν. Συ, ο ισχυρός, δείξε μου, αν διέπραξα κάποιον αδικίαν και εγώ υπιόσχομαι να μη την επαναλάβω στο μέλλον”.

Ιώβ. 34,33         μὴ παρὰ σοῦ ἀποτίσει αὐτήν; ὅτι ἀπώσῃ, ὅτι σὺ ἐκλέξῃ, καὶ οὐκ ἐγώ· καὶ τί ἔγνως, λάλησον.

Ιώβ. 34,33                Μηπως σύμφωνα με την ιδικήν σου εκτίμησιν και με την ιδικήν σου γνώμην θα κανονίση ο Θεός την τιμωρίαν; Αλλά συ την τιμωρίαν, που θα επιτρέψη ο Θεός, θα την απωθήσης, διότι έχεις την απαίτησιν να εκλέξης συ, και οχι εγώ ο Θεός. Επάνω εις αυτά τα μεγάλα θέματα τι γνωρίζεις, και τι γνώμην έχεις, ω Ιώβ; Ομίλησε.

Ιώβ. 34,34         διὸ συνετοὶ καρδίας ἐροῦσι ταῦτα, ἀνὴρ δὲ σοφὸς ἀκήκοέ μου τὸ ῥῆμα.

Ιώβ. 34,34                Διότι αυτά, που είπαμε, είναι αληθινά και σοφά. Ανδρες δε συνετοί θα είπουν τα ίδια. Καθε σοφός άνθρωπος θα ακούση και θα δεχθή τα λόγια μου αυτά.

Ιώβ. 34,35         Ἰὼβ δὲ οὐκ ἐν συνέσει ἐλάλησε, τὰ ῥήματα αὐτοῦ οὐκ ἐν ἐπιστήμῃ.

Ιώβ. 34,35                Το συμπέρασμα, είναι, ότι ο Ιώβ δεν ωμίλησε με σύνεσιν. Τα λόγια του δεν ήσαν λόγια σοφίας και επιστήμης.

Ιώβ. 34,36         οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ μάθε, Ἰώβ, μὴ δῷς ἔτι ἀνταπόκρισιν, ὥσπερ οἱ ἄφρονες,

Ιώβ. 34,36                Δεν αρκεί όμως να παραδεχθής αυτό, που είπα. Αλλά μάθε, ω Ιώβ, ακόμη να μη δώσης πλέον ανταπόκρισιν εις τας δοκιμασίας σου, όπως οι άφρονες, αυτοί που είναι εστερημένοι της αληθινής σοφίας.

Ιώβ. 34,37         ἵνα μὴ προσθῶμεν ἐφ᾿ ἁμαρτίαις ἡμῶν, ἀνομία δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν λογισθήσεται, πολλὰ λαλούντων ῥήματα ἐναντίον τοῦ Κυρίου.

Ιώβ. 34,37                Τούτο δε και δια να μη προσθέσωμεν με τα ασύνετα λόγια μας και άλλας αμαρτίας εις τας μέχρι σήμερον διαπραχθείσας παρανομίας μας. Ασφαλώς δε θα καταλογισθή εις βάρος μας ως ανομία, όταν λέγωμεν τέτοια λόγια εναντίον του Κυρίου”.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 35- Ο ΕΛΙΟΥΣ ΚΑΤΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΗ ΜΙΚΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                                    Ο Ελιούς καταδεικνύει τη μικρότητα του ανθρώπου απέναντι στην παντοδυναμία και μακροθυμία του Θεού

Ιώβ. 35,1           Ὑπολαβὼν δὲ Ἐλιοὺς λέγει·

Ιώβ. 35,1                   Συνέχισε πάλιν τον λόγον ο Ελιούς και είπε·

Ιώβ. 35,2           τί τοῦτο ἡγήσω ἐν κρίσει; σὺ τίς εἶ ὅτι εἶπας· δίκαιός εἰμι ἔναντι Κυρίου;

Ιώβ. 35,2                  “διατί είχες αυτό το φρόνημα και αντιδικούσες προς τον Θεόν; Ποιός είσαι συ, ο οποίος ετόλμησες να είπης· είμαι δίκαιος απέναντι του Κυρίου;

Ιώβ. 35,3           ἐγώ σοι δώσω ἀπόκρισιν καὶ τοῖς τρισὶ φίλοις σου.

Ιώβ. 35,3                  Εγώ θα απαντήσω εις σε και στους τρεις φίλους σου.

Ιώβ. 35,4           ἀνάβλεψον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδέ, κατάμαθε δὲ νέφη ὡς ὑψηλὰ ἀπὸ σοῦ.

Ιώβ. 35,4                  Σηκωσε τα βλέμματά σου στον ουρανόν, παρατήρησε και πρόσεξε τα νέφη, πόσον υψηλά από σε είναι. Επάνω δε από αυτά, εις τα απροσμέτρητα ύψη, υπάρχει ο θρόνος του Παντοκράτορας.

Ιώβ. 35,5           εἰ ἥμαρτες, τί πράξεις; εἰ δὲ καὶ πολλὰ ἠνόμησας, τί δύνασαι ποιῆσαι;

Ιώβ. 35,5                  Εάν ημάρτησες, τι κακόν νομίζεις ότι έκαμες στον Θεόν; Εάν δε και πολλάς ανομίας διέπραξες, τι δύνασαι να κάμνης εναντίον του Θεού;

Ιώβ. 35,7           ἐπεὶ δὲ οὖν δικαιος εἶ, τί δώσεις αὐτῷ; ἢ τί ἐκ χειρός σου λήψεται;

Ιώβ. 35,7                  Εάν δε και είσαι δίκαιος, τι, τάχα, έχεις να προσφέρης στον Θεόν; Η από τι έχει ανάγκην και τι ημπορεί να πάρη από τα χέρια σου ο Θεός;

Ιώβ. 35,8           ἀνδρὶ τῷ ὁμοίῳ σου ἡ ἀσέβειά σου, καὶ υἱῷ ἀνθρώπου ἡ δικαιοσύνη σου.

Ιώβ. 35,8                  Η ασέβειά σου ημπορεί να αποβή επιβλαβής εις άνθρωπον όμοιον με σέ. Οπως εξ αντιθέτου και η δικαιοσύνη σου ημπορεί να ωφελήση υιόν ανθρώπου, όπως είσαι συ.

Ιώβ. 35,9           ἀπὸ πλήθους συκοφαντούμενοι κεκράξονται, βοήσονται ἀπὸ βραχίονος πολλῶν.

Ιώβ. 35,9                  Θα κραυγάσουν δυνατά εκείνοι, οι οποίοι συκοφαντούνται και αδικούνται από πλήθος διαβολέων. Θα βοήσουν εκείνοι, που καταπιέζονται από βραχίονας πολλών τυράννων.

Ιώβ. 35,10         καὶ οὐκ εἶπε· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας με, ὁ κατατάσσων φυλακὰς νυκτερινάς,

Ιώβ. 35,10                Και όμως κανείς από αυτούς δεν είπε· που είναι ο Θεός, ο οποίος με εδημιούργησε; Ο κατανέμων φρουράς κατά το διάστημα της νυκτός εις ασφάλειαν των ανθρώπων.

Ιώβ. 35,11         ὁ διορίζων με ἀπὸ τετραπόδων γῆς, ἀπὸ δὲ πετεινῶν οὐρανοῦ;

Ιώβ. 35,11                 Αυτός, ο οποίός με εξεχώρισε τιμητικώς από τα τετράποδα της γης και από τα πτηνά του ουρανού!

Ιώβ. 35,12         ἐκεῖ κεκράξονται, καὶ οὐ μὴ εἰσακούσῃ καὶ ἀπὸ ὕβρεως πονηρῶν.

Ιώβ. 35,12                Θα κράξουν με όλην των την δύναμιν οι συκοφαντούμενοι και καταπιεζόμενοι. Ο Θεός όμως δεν θα ακούση τας διαμαρτυρίας εξ αιτίας της αλαζονείας των πονηρών αυτών ανθρώπων.

Ιώβ. 35,13         ἄτοπα γὰρ οὐ βούλεται ἰδεῖν ὁ Κύριος, αὐτὸς γὰρ ὁ Παντοκράτωρ

Ιώβ. 35,13                 Διότι ο Θεός δεν θέλει να ίδη και αποστρέφεται τα άτοπα. Εν τούτοις αυτός ο ίδιος ο Παντοκράτωρ

Ιώβ. 35,14         ὁρατής ἐστι τῶν συντελούντων τὰ ἄνομα καὶ σώσει με. κρίθητι δὲ ἐναντίον αὐτοῦ, εἰ δύνασαι αὐτὸν αἰνέσαι, ὥς ἐστι.

Ιώβ. 35,14                είναι θεατής και αυτόπτης μάρτυς εκείνων, οι οποίοι διαπράττουν τας παρανομίας. Από τα χέρια όμως αυτών θα με σώση. Ανάθεσε εις αυτόν το δίκαιόν σου. Περίμενε την δικαίαν του κρίσιν και σκέψου, εάν θα ημπορέσης να τον υμνήσης και να τον δοξολογήσης, όπως πράγματι του αξίζει.

Ιώβ. 35,15         καὶ νῦν ὅτι οὐκ ἔστιν ἐπισκεπτόμενος ὀργὴν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔγνω παράπτωμά τι σφόδρα·

Ιώβ. 35,15                 Διότι και τώρα ο Κυριος δεν εκδηλώνει, την οργήν αυτού, κατά των παρανομούντων. Δι' αυτό και φαίνεται, σαν να μη γνωρίζη και να μη λογαριάζη ούτε και το μεγαλύτερον παράπτωμα.

Ιώβ. 35,16         καὶ Ἰὼβ ματαίως ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ, ἐν ἀγνωσίᾳ ῥήματα βαρύνει.

Ιώβ. 35,16                Δια τούτο και ο Ιώβ ανοίγει το στόμα του εις μάταια παράπονα. Ευρισκόμενος δε εν αγνοία της σοφίας και μακροθυμίας του Θεού λέγει πολλά και βαρειά λόγια”.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 36- Ο ΕΛΙΟΥΣ ΕΓΚΩΜΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                                     Ο Ελιούς εγκωμιάζει την παντοδυναμία και πανσοφία του Θεού

Ιώβ. 36,1           Προσθεὶς δὲ ἔτι Ἐλιοὺς λέγει·

Ιώβ. 36,1                   Ο Ελιούς συνεχίζων τον λόγον του προσέθεσε·

Ιώβ. 36,2           μεῖνόν με μικρὸν ἔτι, ἵνα διδάξω σε· ἔτι γὰρ ἐν ἐμοί ἐστι λέξις.

Ιώβ. 36,2                  “κάμε ακόμη ολίγην υπομονήν, δια να σε διδάξω περισσότερα. Υπάρχουν έντος μου και άλλα νοήματα, τα οποία και θα πω.

Ιώβ. 36,3           ἀναλαβὼν τὴν ἐπιστήμην μου μακράν, ἔργοις δέ μου δίκαια ἐρῶ ἐπ᾿ ἀληθείας

Ιώβ. 36,3                  Θα πάρω την σοφίαν και γνώσιν μου από παλαιότερα χρόνια. Αναντίρρητα θα είναι τα γεγονότα, τα οποία εγώ με κάθε αλήθειαν και ειλικρίνειαν θα εκθέσω.

Ιώβ. 36,4           καὶ οὐκ ἄδικα ῥήματα ἀδίκως συνιεῖς.

Ιώβ. 36,4                  Συνεπώς δεν θα ακούσης ούτε θα εννοήσης άδικα και ασύστατα λόγια, χωρίς καμμίαν ωφέλειαν.

Ιώβ. 36,5           γίνωσκε δὲ ὅτι ὁ Κύριος οὐ μὴ ἀποποιήσηται τὸν ἄκακον. δυνατὸς ἰσχύϊ καρδίας

Ιώβ. 36,5                  Μαθε, λοιπόν, ότι ο Κυριος ουδέποτε θα αποστραφή και θα απαρνηθή τον άδολον και αθώον. Αυτός είναι άπειρος εις δύναμιν, εις σύνεσιν και σοφίαν.

Ιώβ. 36,6           ἀσεβῆ οὐ μὴ ζωοποιήσει καὶ κρίμα πτωχῶν δώσει.

Ιώβ. 36,6                  Ποτέ δε εξ άλλου δεν θα δώση ζωήν πράγματι ευτυχισμένην στον ασεβή. Παντοτε αποδίδει και θα αποδίδη το δίκαιον στον αδικούμενον πτωχόν.

Ιώβ. 36,7           οὐκ ἀφελεῖ ἀπὸ δικαίου ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ· καὶ μετὰ βασιλέων εἰς θρόνον καὶ καθιεῖ αὐτοὺς εἰς νῖκος, καὶ ὑψωθήσονται.

Ιώβ. 36,7                  Δεν θα αποστρέψη τους οφθαλμούς του και την προστασίαν του από τον δίκαιον. Θα υψώση και θα καθίση τους δικαίους μαζή με τους βασιλείς εις θρόνον ένδοξον. Θα τους ενθρονίση νικητάς, και αυτοί έτσι θα δοζασθούν.

Ιώβ. 36,8           καὶ οἱ πεπεδημένοι ἐν χειροπέδαις συσχεθήσονται ἐν σχοινίοις πενίας,

Ιώβ. 36,8                  Οι ασεβείς όμως θα είναι σαν αλυσοδεμένοι, θα δεθούν σφιγκτά σαν με άθραυστα σχοινιά στενοχωριών και στερήσεων.

Ιώβ. 36,9           καὶ ἀναγγελεῖ αὐτοῖς τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ὅτι ἰσχύσουσιν.

Ιώβ. 36,9                  Θα καταστήση ο Θεός γνωστά εις αυτούς και ολοφάνερα τα αμαρτωλά των έργα και τα παραπτώματά των, διότι εις την διάπραξιν αυτών απεδείχθησαν αδίστακτοι και ισχυροί.

Ιώβ. 36,10         ἀλλὰ τοῦ δικαίου εἰσακούσεται· καὶ εἶπεν ὅτι ἐπιστραφήσονται ἐξ ἀδικίας.

Ιώβ. 36,10                Αλλά του δικαίου την δέησιν θα την ακούση ευμενώς και θα την κάμη δεκτήν. Και, όπως έχει υποσχεθή, θα θεωρήση δικαίους και εκείνους, οι οποίοι εν μετάνοια θα επιστρέψουν από την αδικίαν των.

Ιώβ. 36,11         ἐὰν ἀκούσωσι καὶ δουλεύσωσι, συντελέσουσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν ἐν ἀγαθοῖς καὶ τὰ ἔτη αὐτῶν ἐν εὐπρεπείαις.

Ιώβ. 36,11                 Εκείνοι από τους ανθρώπους, οι οποίοι θα ακούσουν την φωνήν του Κυρίου, θα υποταχθούν εις αυτόν και θα εφαρμόσουν τας εντολάς του, θα τελειώσουν τας ημέρας των μέσα εις τα αγαθά και τα έτη της ζωής των θα είναι έντιμα και ευτυχισμένα.

Ιώβ. 36,12         ἀσεβεῖς δὲ οὐ διασῴζει παρὰ τὸ μὴ βούλεσθαι αὐτοὺς εἰδέναι τὸν Κύριον καὶ διότι νουθετούμενοι ἀνήκοοι ἦσαν.

Ιώβ. 36,12                Τους ασεβείς όμώς ο Κυριος δεν θα τους περισώση ούτε θα τους απαλλάξη από τας δυστυχίας, διότι αυτοί δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν τον Κυριον και διότι, όταν ακόμη ενουθετούντο, παρέμεναν ανυπάκοοι.

Ιώβ. 36,13         καὶ ὑποκριταὶ καρδίᾳ τάξουσι θυμόν· οὐ βοήσονται, ὅτι ἔδησεν αὐτούς.

Ιώβ. 36,13                Επίσης οι δόλιοι και υποκριταί κρύπτουν μέσα εις την καρδίαν των τον θυμόν και την κακίαν των. Σκληρυμμένοι εις την κακίαν των, δεν θα βοήσουν με την προσευχήν των προς τον Κυριον, όταν θα τους έχη δέσει με τας αλυσίδας των θλίψεων.

Ιώβ. 36,14         ἀποθάνοι τοίνυν ἐν νεότητι ἡ ψυχὴ αὐτῶν, ἡ δὲ ζωὴ αὐτῶν τιτρωσκομένη ὑπὸ ἀγγέλων,

Ιώβ. 36,14                Αυτοί, λοιπόν, θα αποθάνουν προ καιρού, κατά τα χρόνια της νεότητός των, η δε βραχεία ζωη, που θα ζήσουν επί της γης, θα βασανίζεται πληττομένη από εκδικητάς αγγέλους.

Ιώβ. 36,15         ἀνθ᾿ ὧν ἔθλιψαν ἀσθενῆ καὶ ἀδύνατον, κρίμα δὲ πρᾳέων ἐκθήσει.

Ιώβ. 36,15                Διότι έθλιψαν και κατεπίεσαν τον ασθενή, τον αδύνατον, τον πτωχόν. Εξ αντιθέτου ο Κυριος θα φανερώση το δίκαιον των πράων και ησύχων ανθρώπων.

Ιώβ. 36,16         καὶ προσέτι ἠπάτησέ σε ἐκ στόματος ἐχθροῦ· ἄβυσσος, κατάχυσις ὑποκάτω αὐτῆς, καὶ κατέβη τράπεζά σου πλήρης πιότητος.

Ιώβ. 36,16                Επί πλέον σε εκάλυψε και σε προεφύλαξε από έχθρικον στόμα, έτοιμον να σε καταπίη. Αβυσσος ηπλώνετο ενώπιόν σου, κάτω από την οποίαν εχύνετο και έρεεν ορμητικώς το νερό. Αντί δε να καταποντισθής εις αυτήν, όπως εφοβήθης, κατέβηκε δια σε ητοιμασμένη τράπεζα, γεμάτη από άφθονα και εύγευστα φαγητά.

Ιώβ. 36,17         οὐχ ὑστερήσει δὲ ἀπὸ δικαίων κρίμα,

Ιώβ. 36,17                Δεν θα παραβλέψη ούτε και θα καθυστερήση ο Θεός το δίκαιον των ευσεβών ανθρώπων.

Ιώβ. 36,18         θυμὸς δὲ ἐπ᾿ ἀσεβεῖς ἔσται δι᾿ ἀσέβειαν δώρων, ὧν ἐδέχοντο ἐπ᾿ ἀδικίαις.

Ιώβ. 36,18                Ο θυμός του όμως θα εκσπάση εναντίον των ασεβών δια την ασέβειαν, που έδειξαν, με τα δώρα που εδέχοντο εις ανταμοιβήν των αδίκων αποφάσεών των, όταν έκριναν ως δικασταί.

Ιώβ. 36,19         μή σε ἐκκλινάτω ἑκὼν ὁ νοῦς δεήσεως ἐν ἀνάγκῃ ὄντων ἀδυνάτων, καὶ πάντας τοὺς κραταιοῦντας ἰσχύν.

Ιώβ. 36,19                Ποτέ ας μη γυρίση αλλού θεληματικά ο νους και η προσοχή σου, όταν ασθενείς και αδύνατοι άνθρωποι ευρισκόμενοι εις ανάγκην σε παρακαλούν να τους βοηθήσης. Και μη πτοηθής, μη υποσταλής ενώπιον ανθρώπων, που διαθέτουν δύναμιν και επιρροήν.

Ιώβ. 36,20         μὴ ἐξελκύσῃς τὴν νύκτα τοῦ ἀναβῆναι λαοὺς ἀντ᾿ αὐτῶν·

Ιώβ. 36,20               Μη αναβάλης την βοήθειαν προς τους πτωχούς και την απόδοσιν δικαίου προς τους αδικουμένους έως την νύκτα και κατόπιν τους διώξης ισχυριζόμενος ότι περιμένεις πολλούς άλλους.

Ιώβ. 36,21         ἀλλὰ φύλαξαι μὴ πράξῃς ἄτοπα· ἐπὶ τούτων γὰρ ἐξείλω ἀπὸ πτωχείας.

Ιώβ. 36,21                Πρόσεξε να μη διαπράξης ποτέ άτοπα έργα. Αποφεύγων αυτά θα γλυτώσης από την αθλιότητα και την δυστυχίαν.

Ιώβ. 36,22         ἰδοὺ ὁ Ἰσχυρὸς κραταιώσει ἐν ἰσχύϊ αὐτοῦ· τίς γάρ ἐστι κατ᾿ αὐτὸν δυνάστης;

Ιώβ. 36,22               Ιδού, ο Κυριος είναι πανίσχυρος και με την άπειρον δύναμίν του επιβάλλεται απολύτως. Ποιός εξουσιαστής του επιγείου και ουρανίου κόσμου είναι όμοιος με αυτόν;

Ιώβ. 36,23         τίς δέ ἐστιν ὁ ἐτάζων αὐτοῦ τὰ ἔργα; ἢ τίς ὁ εἰπών· ἔπραξεν ἄδικα;

Ιώβ. 36,23                Ποιός είναι εκείνος, ο οποίος ημπορεί να κρίνη και να ελέγξη τα έργα του; Ποιός ημπορεί ποτέ να είπη προς αυτόν· Διέπραξες αδικίαν;

Ιώβ. 36,24         μνήσθητι, ὅτι μεγάλα ἐστὶν αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὧν ἦρξαν ἄνδρες.

Ιώβ. 36,24               Εχε πάντοτε στον νουν και εις την καρδίαν ότι ιδικά του έργα είναι και τα μεγάλα έργα, δια των οποίων μεγάλοι άνδρες έγιναν άρχοντες.

Ιώβ. 36,25         πᾶς ἄνθρωπος εἶδεν ἐν ἑαυτῷ, ὅσοι τιτρωσκόμενοί εἰσι βροτοί.

Ιώβ. 36,25                Αντιθέτως, κάθε άνθρωπος εξετάζων τον εαυτόν του πείθεται ότι είναι αδύνατος. Ποσοι και πόσοι θνητοί πληγώνονται συνεχώς και αποθνήσκουν!

Ιώβ. 36,26         ἰδοὺ ὁ Ἰσχυρὸς πολύς, καὶ οὐ γνωσόμεθα· ἀριθμὸς ἐτῶν αὐτοῦ, καὶ ἀπέραντος.

Ιώβ. 36,26               Ιδού, ο Παντοδύναμος είναι μέγας και πολύς και δεν είμεθα εις θέσιν ημείς να τον γνωρίσωμεν εις όλην αυτού την άπειρον τελειότητα. Ο αριθμός των ετών αυτού είναι άπειρος.

Ιώβ. 36,27         ἀριθμηταὶ δὲ αὐτῷ σταγόνες ὑετοῦ, καὶ ἐπιχυθήσονται ὑετῷ εἰς νεφέλην·

Ιώβ. 36,27                Εν τη παντοδυναμία του έχει την δυνατότητα και αυτάς τας σταγόνας της βροχής να μετρήση, τας σταγόνας αι οποίαι χύνονται ασυγκράτητοι δια της βροχής από τα σύννεφα.

Ιώβ. 36,28         ῥυήσονται παλαιώματα, ἐσκίασε δὲ νέφη ἐπὶ ἀμυθήτων βροτῶν.

Ιώβ. 36,28               Θα ρεύσουν, όπως από παλαιότατα έτη τα νερά από τα νέφη, θα πλημμυρίσουν και θα εκχειλίσουν απεξηραμμένοι χείμαρροι. Τα νέφη σκεπάζουν εις τόσην μεγάλην έκτασιν τον ορίζοντα, ώστε ρίπτουν την σκιαν των εις αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων.

Ιώβ. 36,28α       ὥραν ἔθετο κτήνεσιν, οἴδασι δὲ κοίτης τάξιν.

Ιώβ. 36,28α              Ο Θεός είναι εκείνος, που ώρισεν ώραν εργασίας και ώραν αναπαύσεως και εις αυτά τα κτήνη. Γνωρίζουν δε αυτά την ωρισμένην ώραν, που θα κοιτασθούν εις την φάτνην των.

Ιώβ. 36,28β       ἐπὶ τούτοις πᾶσιν οὐκ ἐξίσταταί σου ἡ διάνοια οὐδὲ διαλλάσσεταί σου ἡ καρδία ἀπὸ σώματος;

Ιώβ. 36,28β             Ενώπιον όλων αυτών των θαυμάτων είναι να μη μείνη εκστατική η διάνοια του ανθρώπου, και να μη διασαλευθή πάλλουσα ισχυρώς η καρδία σου, ως εάν θέλη να ορμήση έξω από το σώμα σου;

Ιώβ. 36,29         καὶ ἐὰν συνῇ ἀπεκτάσεις νεφέλης, ἰσότητα σκηνῆς αὐτοῦ,

Ιώβ. 36,29               Σκέψου, εάν είναι δυνατόν να εννοήσης τας απεριορίστους εκτάσεις της νεφέλης, που καταλαμβάνει τον ορίζοντα, ώστε να αποτελή τρόπον τινά τον θρόνον του επί των νεφών καθήμενου Θεού!

Ιώβ. 36,30         ἰδοὺ ἐκτενεῖ ἐπ᾿ αὐτὸν ἠδὼ καὶ ῥιζώματα τῆς θαλάσσης ἐκάλυψεν·

Ιώβ. 36,30                Και ιδού, αφού εκσπάση μεγάλη θύελλα, έπειτα θα δώση εις όλον τον ουρανόν το γλυκύ ουράνιον τόξον, το οποίον θα σκεπάση και αυτάς τας ρίζας της θαλάσσης.

Ιώβ. 36,31         ἐν γὰρ αὐτοῖς κρινεῖ λαούς, δώσει τροφὴν τῷ ἰσχύοντι.

Ιώβ. 36,31                Και με τα μεγαλοπρεπή αυτά φυσικά φαινόμενα κρίνει και τιμωρεί ο Θεός τους λαούς, που απομακρύνονται από αυτόν. Οπως επίσης με τα ίδια αυτά φυσικά φαινόμενα δίδει τροφήν εις πλήθος ανθρώπων.

Ιώβ. 36,32         ἐπὶ χειρῶν ἐκάλυψε φῶς καὶ ἐνετείλατο περὶ αὐτῆς ἐν ἀπαντῶντι·

Ιώβ. 36,32                Εις τα χέρια του κρύπτει το φως της αστραπής και του κεραυνού. Διδει εντολήν εις την νεφέλην πότε θα εκραγή ο κεραυνός εναντίον εκείνου, που εξεγείρεται κατά του Θεού.

Ιώβ. 36,33         ἀναγγελεῖ περὶ αὐτοῦ φίλον αὐτοῦ Κύριος, κτῆσις καὶ περὶ ἀδικίας.

Ιώβ. 36,33                Δια του φαινομένου αυτού ειδοποιεί και προαναγγέλλει ο Κυριος στον φίλον του περί της προσεχούς τιμωρίας του ανθρώπου, ο οποίος απέκτησεν αδίκως περιουσίαν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 37- Ο ΕΛΙΟΥΣ ΕΓΚΩΜΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΚΑΙ ΠΑΝΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΚΑΙ ΚΑΛΕΙ ΤΟΝ ΙΩΒ ΝΑ ΔΙΔΑΧΘΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ

                                    Ο Ελιούς εγκωμιάζει την παντοδυναμία και πανσοφία του Θεού και καλεί τον Ιώβ να διδαχθεί από αυτά

Ιώβ. 37,1           Καὶ ἀπὸ ταύτης ἐταράχθη ἡ καρδία μου καὶ ἀπεῤῥύη ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς.

Ιώβ. 37,1                   Από την καταιγίδα και την αστραπήν αυτήν εταράχθη η καρδία μου. Σαν να έφυγε και να έπεσεν έξω από τον τόπον της.

Ιώβ. 37,2           ἄκουε ἀκοὴν ἐν ὀργῇ θυμοῦ Κυρίου, καὶ μελέτη ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐξελεύσεται.

Ιώβ. 37,2                  Ακουε την από την οργήν και τον θυμόν του Κυρίου εκρηγνυμένην βροντήν· αυτή είναι φωνή, που εξέρχεται από το στόμα του Κυρίου.

Ιώβ. 37,3           ὑποκάτω παντὸς τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, καὶ τὸ φῶς αὐτοῦ ἐπὶ πτερύγων τῆς γῆς.

Ιώβ. 37,3                  Κατω από τα σύννεφα και εις όλον το στερέωμα της ατμοσφαίρας εξαπολύεται η αστραπή, που μαρτυρεί την δύναμίν του, και το φως της απλώνεται έως εις τα άκρα της γης.

Ιώβ. 37,4           ὀπίσω αὐτοῦ βοήσεται φωνῇ, βροντήσει ἐν φωνῇ ὕβρεως αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀνταλλάξει αὐτούς, ὅτι ἀκούσει φωνὴν αὐτοῦ.

Ιώβ. 37,4                  Μετά την αστραπήν θα επακολουθήση η φωνή της βροντής. Θα βροντήση με φωνήν υπερήφανον και μεγαλοπρεπή. Δεν θα αποτρέψη τους κρότους της αστραπής, διότι θα υπακούσουν εις την ιδικήν του φωνήν.

Ιώβ. 37,5           βροντήσει ὁ ἰσχυρὸς ἐν φωνῇ αὐτοῦ θαυμάσια· ἐποίησε γὰρ μεγάλα ἃ οὐκ ᾔδειμεν,

Ιώβ. 37,5                  Θα βροντήση ο Παντοδύναμος με την βροντεράν του φωνήν κατά τρόπον θαυμαστόν, διότι αυτός έκαμε και κάμνει μεγάλα έργα, τα οποία ημείς δεν ημπορούμεν να γνωρίσωμεν.

Ιώβ. 37,6           συντάσσων χιόνι· γίνου ἐπὶ γῆς, καὶ χειμὼν ὑετός, καὶ χειμὼν ὑετῶν δυναστείας αὐτοῦ.

Ιώβ. 37,6                  Αυτός διατάσσει το χιόνι και του λέγει· Πηγαινε, κατέβα εις την γην! Κατά διαταγήν ιδικήν του γίνεται επίσης η χειμερινή βροχή. Πιπτουν αι άφθοναι βροχαί του χειμώνος.

Ιώβ. 37,7           ἐν χειρὶ παντὸς ἀνθρώπου κατασφραγίζει, ἵνα γνῷ πᾶς ἄνθρωπος τὴν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν.

Ιώβ. 37,7                  Με τα χιόνια όμως και μέ τις βροχές δένει τα χέρια των ανθρώπων και καταπαύουν αι γεωργικαί εργασίαι, δια να μάθη ο άνθρωπος την αδυναμίαν του.

Ιώβ. 37,8           εἰσῆλθε δὲ θηρία ὑπὸ τὴν σκέπην, ἡσύχασαν δὲ ἐπὶ κοίτης.

Ιώβ. 37,8                  Και αυτά ακόμη τα θηρία εισέρχονται εις κάποιον σκέπην, δια να ησυχάσουν εις τας φωλεάς των.

Ιώβ. 37,9           ἐκ ταμιείων ἐπέρχονται ὀδύναι, ἀπὸ δὲ ἀκρωτηρίων ψῦχος,

Ιώβ. 37,9                  Από τα αποταμιευμένα ύδατα επάνω εις τα νέφη του ουρανού επέρχονται μεγάλαι καταστροφαί και οδύνες εξ αιτίας αυτών. Από τα άκρα δε του βορρά προέρχεται το ψύχος.

Ιώβ. 37,10         καὶ ἀπὸ πνοῆς ἰσχυροῦ δώσει πάγος, οἰακίζει δὲ τὸ ὕδωρ ὡς ἐὰν βούληται·

Ιώβ. 37,10                Με την παγωμένην πνοήν του ισχυρού βορρά δημιουργεί την παγωνιά, στρέφει και καθοδηγεί το νερό, όπου και όπως ούτος θέλει.

Ιώβ. 37,11         καὶ ἐκλεκτὸν καταπλάσσει νεφέλη, διασκορπιεῖ νέφος φῶς αὐτοῦ.

Ιώβ. 37,11                 Με το εκλεκτόν αγαθόν, με το νερό, καταρτίζει και συγκροτεί την νεφέλην, η οποία, πριν διαλυθή εις βροχήν, διασκορπίζει το φως των αστραπών της.

Ιώβ. 37,12         καὶ αὐτὸς κυκλώματα διαστρέψει, ἐν θεεβουλαθὼθ εἰς ἔργα αὐτῶν. πάντα ὅσα ἂν ἐντείληται αὐτοῖς, ταῦτα συντέτακται παρ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς,

Ιώβ. 37,12                Ο ίδιος ο Θεός πηδαλιουχεί και κατευθύνει από εδώ και από εκεί τα περιδινούμενα νέφη, ώστε αυτά να εξυπηρετούν εις τα έργα των ανθρώπων. Ολα όσα διατάξη εις αυτά, πραγματοποιούνται. Εκτελούνται όλαι αι διαταγαί του επί της γης,

Ιώβ. 37,13         ἐὰν εἰς παιδείαν, ἐὰν εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ, ἐὰν εἰς ἔλεος εὑρήσει αὐτόν.

Ιώβ. 37,13                 είτε προς παιδαγωγικήν τιμωρίαν του ανθρώπου είτε προς καρποφορίαν της γης, όταν ευρίσκη τον άνθρωπον άξιον του ελέους του.

Ιώβ. 37,14         ἐνωτίζου ταῦτα, Ἰώβ· στῆθι νουθετούμενος δύναμιν Κυρίου.

Ιώβ. 37,14                Ακουε αυτά μετά προσοχής Ιώβ. Στάσου να δεχθής συμβουλάς και νουθεσίας δια την δύναμιν του Κυρίου.

Ιώβ. 37,15         οἴδαμεν ὅτι ὁ Θεὸς ἔθετο ἔργα αὐτοῦ φῶς ποιήσας ἐκ σκότους.

Ιώβ. 37,15                 Γνωρίζομεν, ότι ο Θεός επραγματοποίησε όλα τα έργα του με τάξιν και σοφίαν, όπως π. χ. να αναλάμπη φως από τα σκοτεινά νέφη.

Ιώβ. 37,16         ἐπίσταται δὲ διάκρισιν νεφῶν, ἐξαίσια δὲ πτώματα πονηρῶν.

Ιώβ. 37,16                Αυτός γνωρίζει να διαλύη τα νέφη εις καταστρεπτικάς βροχοπτώσεις προς τιμωρίαν των πονηρών ανθρώπων.

Ιώβ. 37,17         σοῦ δὲ ἡ στολὴ θερμή, ἡσυχάζεται δὲ ἐπὶ τῆς γῆς.

Ιώβ. 37,17                 Τα ενδύματά σου γίνονται θερμά, όταν πνέη θερμός άνεμος η όταν επικρατή ησυχία επάνω εις την γην.

Ιώβ. 37,18         στερεώσεις μετ᾿ αὐτοῦ εἰς παλαιώματα, ἰσχυραὶ ὡς ὅρασις ἐπιχύσεως.

Ιώβ. 37,18                Ακλόνητα θεμέλια αυτός πραγματοποιεί, ώστε να παραμένουν αδιάσειστα, καίτοι παλαιωμένα, ισχυρά, όπως οι χυτοί χάλκινοι καθρέπται.

Ιώβ. 37,19         διατί; δίδαξόν με, τί ἐροῦμεν αὐτῷ· καὶ παυσώμεθα πολλὰ λέγοντες.

Ιώβ. 37,19                Πως και διατί συμβαίνουν όλα αυτά; Θα ερωτήση κανείς. Διδαξέ με συ, ω Ιώβ, τι θα απαντήσωμεν εις αυτόν. Και ετσι θα παύσωμεν να λέγωμεν πολλά εκτεινόμενοι και εις άλλα φυσικά φαινόμενα.

Ιώβ. 37,20         μὴ βίβλος ἢ γραμματεύς μοι παρέστηκεν, ἵνα ἄνθρωπον ἑστηκὼς κατασιωπήσω;

Ιώβ. 37,20                Μηπως και έχω ενώπιόν μου κανένα βιβλίον η κάποιον γραμματέα, δια να μας εξηγήση αυτά και έτσι εγώ σιωπών να αποστομώσω οιονδήποτε συζητητήν;

Ιώβ. 37,21         πᾶσι δὲ οὐχ ὁρατὸν τὸ φῶς, τηλαυγές ἐστιν ἐν τοῖς παλαιώμασιν, ὥσπερ τὸ παρ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ νεφῶν.

Ιώβ. 37,21                Εις όλους δεν είναι οράτον τα αισθητόν φως, που λάμπει από μακράν και εις μακράν έκτασιν επάνω στον ουρανόν, τον στερεωμένον από παλαιότατα χρόνια, όπως επίσης και το φως της αστραπής, που κρύπτεται μέσα εις τα νέφη και το οποίον προέρχεται από τον Θεόν;

Ιώβ. 37,22         ἀπὸ βοῤῥᾶ νέφη χρυσαυγοῦντα· ἐπὶ τούτοις μεγάλη ἡ δόξα καὶ τιμὴ Παντοκράτορος.

Ιώβ. 37,22                Από τα μέρη του βορρά ανυψώνονται στον ουρανόν σύννεφα, που λάμπουν σαν το χρυσάφι. Ασυγκρίτως όμως περισσότερον από αυτά λάμπει η μεγάλη δόξα και η μεγαλοπρέπεια του παντοκράτορας Θεού.

Ιώβ. 37,23         καὶ οὐχ εὑρίσκομεν ἄλλον ὅμοιον τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ· ὁ τὰ δίκαια κρίνων, οὐκ οἴει ἐπακούειν αὐτόν;

Ιώβ. 37,23                Και δεν ευρίσκομεν άλλον, ούτε στον ουρανόν ούτε εις την γην, όμοιον με αυτόν κατά την δύναμιν. Αυτός, λοιπόν, που κρίνει δικαίως και αποδίδει το δίκαιον, δεν νομίζεις, ότι ακούει και κάνει δεκτήν την δέησιν των αδικουμένων, οι οποίοι κράζουν προς αυτόν;

Ιώβ. 37,24         διὸ φοβηθήσονται αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι, φοβηθήσονται δὲ αὐτὸν καὶ οἱ σοφοὶ καρδίᾳ.

Ιώβ. 37,24                Δια τούτο ακριβώς αυτόν θα φοβηθούν όλοι οι άνθρωποι, ιδιαιτέρως δε θα ευλαβηθούν και θα φοβηθούν αυτόν οι σοφοί κατά την καρδίαν”.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34

35

36

37

38

39

40

41

42