ΘΡΗΣΚΕΙΟΛΟΓΙΑ
 

ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Η λατρεία του Βάαλ

Ειδώλια του Βάαλ Η Αστάρτη

 

ΑΣΤΑΡΤΗ

 

Θ

Η Αστάρτη

εά των σημιτικών λαών. Ήταν κόρη της Σιν, της Σελήνης και δίδυμη αδερφή του Σαμάς, του Ήλιου και της θεάς του Άδη Ερεσκιγκάλ. Τη θεωρούσαν θεά μητέρα και ήταν θεά του Ουρανού, της ομορφιάς, του έρωτα, της μητρότητας, της καρποφορίας και της ευφορίας της γης. Αναφέρεται με διάφορα ονόματα, όπως Ασταρώθ, Αθάρ, Βααλίς κ.ά. Αντιστοιχούσε με την Ιστάρ των Βαβυλωνίων, την Ιννίνα των Σουμερίων, με την Αστορέθ των Χαναναίων κλπ.

 

Η Αγία Γραφή την αναφέρει μαζί με το Βάαλ. Στην Παλαιά Διαθήκη το όνομά της σε πληθυντικό αριθμό δηλώνει γενικά τις θηλυκές ειδωλολατρικές θεότητες (Κριτές 2,13. 10,6 κ.α.). Η λατρεία της ήταν διαδομένη σε όλη την Ανατολή, ιδιαίτερα στις περιοχές της Σιδώνας (Γ' Βασιλέων 11,6. 11,33) και των Φιλισταίων (Α' Βασιλέων 31,10).

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΑΡΤΗ

 

 

ΒΑΑΛ

 

Η λατρεία του Βάαλ

Ο Βάαλ ήταν ο μεγαλύτερος θεός των Χαναναίων και των Φοινίκων, αλλά και αρκετών σημιτικών λαών της Εγγύς Ανατολής και της βόρειας Αφρικής, όπως των Βαβυλωνίων, Μωαβιτών κ.α. Σύμφωνα με την μυθολογία των Χαναναίων ο Βάαλ ήταν γιος του θεού Ελ. Ήταν προστάτης της γεωργίας, της γονιμότητας και των κατοικίδιων ζώων. Ο Βάαλ εικονιζόταν ένοπλος, με δόρυ στο χέρι και με ένα φωτοστέφανο γύρω από το κεφάλι του, σύμβολο πιθανώς του Ήλιου. Άλλοτε τον παρίσταναν με κέρατα βοδιού κι άλλοτε σαν γυναίκα με μεγάλους μαστούς και κρατώντας στο χέρι περιστέρι. Σύμβολο του Βάαλ ήταν ο ταύρος,  και μάλιστα, ο "χρυσός ταύρος".

Οι Χαναναίοι λάτρευαν τον Βάαλ σαν κυρίαρχο της χώρας τους και η Παλαιά Διαθήκη αναφέρει απειλές για τους Ιουδαίους που αλλαξοπίστησαν και προτροπές, για να ξαναγυρίσουν στη θρησκεία των πατέρων τους. Τη λατρεία του ανάμεσα στους Εβραίους καταπολέμησαν οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, καταδικάζοντας με τα βιβλία τους την ειδωλολατρική αυτή τάση.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΑΛ

 

 

ΒΑΑΛ-ΦΕΓΩΡ

 

Μεγάλος θεός των Μωαβιτών και των Μαδιανιτών, τον οποίο λάτρευαν στο όρος Φεγώρ. Οι Μωαβίτες λάτρευαν τον Βάαλ-Φεγώρ (Αριθμοί 25,2-3. 25,5) και πρόσφεραν ανθρωποθυσίες.

 

 

 

ΔΑΓΩΝ

 

Ο Δαγών

Ο Δαγών ήταν αγροτική θεότητα της περιοχής της Παλαιστίνης και αρχικά ήταν θεός της γονιμότητας. Η λατρεία του Δαγών ξεκίνησε από τους Αμοραίους της Ασίας και από τους κατοίκους των πόλεων της Έμπλα και Ουγκαρίτ στη Συρία. Αργότερα διαδόθηκε και σε άλλους λαούς και έγινε η σπουδαιότερη θεότητα των Φιλισταίων. Ήταν ο θεός της θάλασσας. Ήταν μισός ψάρι και μισός άνθρωπος και αντιστοιχούσε στον ελληνικό θεό Ποσειδώνα. Οι Φιλισταίοι άλλωστε ζούσαν κοντά στην θάλασσα, ήταν ψαράδες και ναυτικοί, είχαν πλοία και φυσικά ήταν επόμενο να λατρεύουν έναν θαλασσινό θεό.

Οι Φοίνικες τον λάτρευαν ως θεό της αλιείας. Στη Χαναάν τον λάτρευαν ως πατέρα του Βάαλ. Ο Δαγών, γενικά, λατρευόταν ως προστάτης της γεωργίας και της καλλιέργειας του σιταριού. Σ' αυτόν αποδιδόταν και η εφεύρεση της άμαξας.

Τ' όνομα Δαγών στα Ουγκαριτικά σημαίνει κόκκος (πιθανόν σιταριού ή άλλου δημητριακού) και στα Εβραϊκά το dagan, στα Σαμαριτικά digan, έχουν κοινή ερμηνεία και σημαίνουν κόκκος σιταριού ή σιτάρι. Κατά μια άλλη θεωρία το εβραϊκό και το φοινικικό  dag σήμαινε ψάρι και είναι βασισμένο αποκλειστικά σε ένα κείμενο από το Βασιλειών Α' 5,2–7.

 

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΑΓΩΝ

 

 

ΡΕΜΜΑΝ (ΡΙΜΜΩΝ)

 

Μεγάλος θεός της αρχαίας Συρίας (Δ' Βασιλειών 5,18). Ο Ναιμάν (Νεεμάν), την εποχή του προφήτη Ελισαίου, ήταν αρχιστράτηγος του στρατού της Συρίας και έπασχε από λέπρα. Μετά τη θεραπεία του από τον Ελισαίο, πρόσφερε στον προφήτη πολλά δώρα, αλλά ύστερα από την άρνηση του προφήτη να τα δεχτεί, ο Ναιμάν είπε στον Ελισαίο «Αφού δεν θέλεις τα δώρα μου, ας δοθούν σε μένα φορτώματα χώματος δύο ημιόνων και δεν θα προσφέρω πλέον θυσίες σε άλλους θεούς, παρά μόνο στον Κύριο, τον αληθινό Θεό. Κι ας με συγχωρήσει ο Κύριος, όταν ο βασιλιάς μου θα μπαίνει στο ναό του θεού Ρεμμάν να προσκυνήσει θα στηρίζεται στο χέρι μου κι εγώ θα είμαι υποχρεωμένος να προσκυνήσω το θεό Ρεμμάν». Αυτά είπε ο Ναιμάν κι αναχώρησε για την πατρίδα του (Δ' Βασιλειών 5,9-19).

 

 

 

ΧΑΜΩΣ

 

Μεγάλος θεός των Μωαβιτών (Αριθμοί 21,29. Γ' Βασιλέων 11,5. 11,33) και των Αμμωνιτών (Κριταί 11,24).

Πριν οι Ισραηλίτες μπουν στη Χαναάν, όταν οι Αμορραίοι έκαναν πόλεμο με τους Μωαβίτες, κατέλαβαν όλη την περιοχή των Μωαβιτών, από την Αροήρ έως τον ποταμό Αρνών. Οι Αμορραίοι κατέστρεψαν ναούς και είδωλα του θεού των Μωαβιτών Χαμώς (Αριθμοί 21,26-30). Ο Χαμώς αναφέρεται και στο βιβλίο των Κριτών στο μήνυμα του Ιεφθάε προς το βασιλιά των Αμμωνιτών (Κριταί 11,24).

Ο Σολομών στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του παρασύρθηκε από τις αλλόφυλες γυναίκες του και έχτισε ειδωλολατρικούς ναούς και θυσιαστήρια σε υψώματα και στην κορυφή του όρους των Ελαιών, που είχε ονομασθεί και όρος του Σκανδάλου, επειδή και ο ίδιος ο Σολομών τέλεσε εκεί θυσίες σε θεούς ειδωλολατρών. Έτσι ο Σολομών έχτισε ναούς για τον Χαμώς, το θεό των Μωαβιτών, και για τον θεό των Αμμωνιτών. Έχτισε επίσης ναό για την Αστάρτη, τη θεότητα των Σιδωνίων. Σ' αυτούς τους ναούς και σ' αυτά τα θυσιαστήρια οι γυναίκες του Σολομώντα προσέφεραν θυμίαμα και θυσίες στους θεούς τους (Γ' Βασιλέων 11,4-8. 11,33).