ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΔΕΥΤΕΡΟΝΟΜΙΟΝ- ΚΕΦ. 12-18

 

 

ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ- ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12- ΕΝΑΣ ΜΟΝΟ ΙΕΡΟΣ ΤΟΠΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΑΟ

ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ

                                   Ένας μόνον ιερός τόπος για το λαό

Δευτ. 12,1         Καὶ ταῦτα τὰ προστάγματα καὶ αἱ κρίσεις, ἃς φυλάξετε τοῦ ποιεῖν ἐν τῇ γῇ, ἣν Κύριος ὁ Θεὸς τῶν πατέρων ὑμῶν δίδωσιν ὑμῖν ἐν κλήρῳ πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς ὑμεῖς ζῆτε ἐπὶ τῆς γῆς.

Δευτ. 12,1                  Αυτά δε είναι τα προστάγματα κα αι διατάξεις, τας οποίας θα φροντίσετε να τηρήτε εις την χώραν, την οποίαν Κυριος ο Θεός των πατέρων σας δίδει ως κληρονομίαν σας όλας τας ημέρας, που θα ζήσετε επί της γης.

Δευτ. 12,2         ἀπωλείᾳ ἀπολεῖτε πάντας τοὺς τόπους, ἐν οἷς ἐλάτρευσαν ἐκεῖ τοῖς θεοῖς αὐτῶν, οὓς ὑμεῖς κληρονομεῖτε αὐτούς, ἐπὶ τῶν ὀρέων τῶν ὑψηλῶν καὶ ἐπὶ τῶν θινῶν καὶ ὑποκάτω δένδρου δασέος.

Δευτ. 12,2                 Θα καταστρέψετε εξ ολοκλήρου όλους τους τόπους, επάνω στους οποίους οι ειδωλολάτραι ελάτρευσαν τους θεούς των- τόπους οι οποίοι θα γίνουν πλέον ιδικοί σας- επάνω εις τα υψηλά όρη και στους λόφους και κάτω από βαθύσκια δένδρα.

Δευτ. 12,3         καὶ κατασκάψετε τοὺς βωμοὺς αὐτῶν καὶ συντρίψετε τὰς στήλας αὐτῶν καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν ἐκκόψετε καὶ τὰ γλυπτὰ τῶν θεῶν αὐτῶν κατακαύσετε πυρί, καὶ ἀπολεῖται τὸ ὄνομα αὐτῶν ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου.

Δευτ. 12,3                 Θα κατασκάψετε εκ θεμελίων τους βωμούς των, θα συντρίψετε τας ειδωλολατρικάς στήλας των, θα κόψετε από την ρίζαν τα ιερά δάση των, θα καύσετε στο πυρ τα αγάλματα των θεών των, και αυτά ακόμη τα ονόματά των θα τα εξαλείψετε από εκείνους τους τόπους.

Δευτ. 12,4         οὐ ποιήσετε οὕτω Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν,

Δευτ. 12,4                 Δεν θα κάμετε όμως το ίδιον πράγμα δια τον Κυριον και Θεόν σας.

Δευτ. 12,5         ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεων ὑμῶν ἐπονομάσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ καὶ ἐπικληθῆναι, καὶ ἐκζητήσετε καὶ εἰσελεύσεσθε ἐκεῖ

Δευτ. 12,5                 Αλλά θα προσέρχεσθε να ζητήτε αυτόν, στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σας, εις μίαν από τας πόλεις σας, δια να τιμάται ιδιαιτέρως εκεί το όνομά του.

Δευτ. 12,6         καὶ οἴσετε ἐκεῖ τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ θυσιάσματα ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς ὑμῶν καὶ τὰς εὐχὰς ὑμῶν καὶ τὰ ἑκούσια ὑμῶν καὶ τὰς ὁμολογίας ὑμῶν, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν ὑμῶν καὶ τῶν προβάτων ὑμῶν

Δευτ. 12,6                 Εκεί θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας, τας θυσίας σας, τους πρώτους καρπούς από τα προϊόντα σας, τα ταξίματά σας, τας άλλας αυτοπροαιρέτους προσφοράς σας, ο,τι άλλο ηθέλατε ξεχωρίσει δια τον Κυριον, τα πρωτότοκα από τα βόδια σας και από τα πρόβατά σας.

Δευτ. 12,7         καὶ φάγεσθε ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν καὶ εὐφρανθήσεσθε ἐπὶ πᾶσιν, οὗ ἐὰν ἐπιβάλητε τὴν χεῖρα, ὑμεῖς καὶ οἱ οἶκοι ὑμῶν, καθότι εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 12,7                 Εκεί θα φάτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας και θα ευφρανθήτε δι' όλα αυτά, τα οποία προσφέρετε με το χέρι σας· θα είσθε ευτυχείς σεις και αι οικογενέιαί σας, με όλα όσα σας ηυλόγησεν Κυριος ο Θεός σας.

Δευτ. 12,8         οὐ ποιήσετε πάντα ὅσα ἡμεῖς ποιοῦμεν ὧδε σήμερον, ἕκαστος τὸ ἀρεστὸν ἐνώπιον αὐτοῦ·

Δευτ. 12,8                 Δεν θα κάμετε αυτά, που ημείς σήμερον κάμνομεν εδώ, όπου ο καθένας κάμνει ο,τι του αρέσει,

Δευτ. 12,9         οὐ γὰρ ἥκατε ἕως τοῦ νῦν εἰς τὴν κατάπαυσιν καὶ εἰς τὴν κληρονομίαν ἣν Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν δίδωσιν ὑμῖν.

Δευτ. 12,9                 διότι δεν έχετε εισέλθει ακόμη εις την ανάπαυσιν και εις την κληρονομίαν την οποίαν ο Κυριος ο Θεός μας δίδει εις σας.

Δευτ. 12,10        καὶ διαβήσεσθε τὸν Ἰορδάνην, καὶ κατοικήσετε ἐπὶ τῆς γῆς, ἧς Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν κατακληρονομεῖ ὑμῖν, καὶ καταπαύσει ὑμᾶς ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν ὑμῶν τῶν κύκλῳ, καὶ κατοικήσετε μετὰ ἀσφαλείας.

Δευτ. 12,10               Οταν όμως διαβήτε τον Ιορδάνην και εγκατασταθήτε εις την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός μας κληροδοτεί εις σας, εκεί όπου θα σας αναπαύση και θα σας κατασφαλίση από όλους τους γύρω εχθρούς σας, και σεις θα κατοικήτε εκεί με ασφάλειαν,

Δευτ. 12,11        καὶ ἔσται ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ἐκεῖ οἴσετε πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ τὰ θυσιάσματα ὑμῶν καὶ τὰ ἐπιδέκατα ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν χειρῶν ὑμῶν καὶ πᾶν ἐκλεκτὸν τῶν δώρων ὑμῶν, ὅσα ἂν εὔξησθε Κυρίῳ τῷ Θεῷ ὑμῶν,

Δευτ. 12,11                τότε στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη ο Κυριος δια να λατρεύετε το όνομά του, εκεί θα προσφέρετε όσα εγώ σήμερον σας διατάσσω, δηλαδή τα ολοκαυτώματά σας, τας θυσίας σας, τα δέκατα των εισοδημάτων σας, τα πρωτογεννήματα από τους κόπους των χειρών σας και κάθε τι εκλεκτόν δώρον από τα δώρα σας, όσα ηθέλατε τάξει προς Κυριον τον Θεόν σας.

Δευτ. 12,12        καὶ εὐφρανθήσεσθε ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὑμεῖς καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν καὶ οἱ παῖδες ὑμῶν καὶ αἱ παιδίσκαι ὑμῶν καὶ ὁ Λευίτης ὁ ἐπὶ τῶν πυλῶν ὑμῶν, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μεθ᾿ ὑμῶν.

Δευτ. 12,12               Θα ευφρανθήτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας, σεις και οι υιοί σας και αι θυγατέρες σας, οι δούλοι σας και αι δούλαι σας και ο Λευΐτης, ο οποίος ευρίσκεται έξω από την θύραν σας, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον και κλήρον μαζή με σας εις την γην της Επαγγελίας.

 

                                    Διάκριση μεταξύ θυσίας και σφαγίου

Δευτ. 12,13        πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἀνενέγκῃς τὰ ὁλοκαυτώματά σου ἐν παντὶ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἴδῃς,

Δευτ. 12,13               Προσέχετε στον εαυτόν σας να μη προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας εις οιονδήποτε τόπον, τον οποίον σεις ηθέλατε ίδει και προτιμήσει,

Δευτ. 12,14        ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐν μιᾷ τῶν φυλῶν σου, ἐκεῖ ἀνοίσετε τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν καὶ ἐκεῖ ποιήσεις πάντα, ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον.

Δευτ. 12,14               αλλά μόνον στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, τον ωρισμένον τόπον εις μίαν από τας δώδεκα φυλάς σας, εκεί θα προσφέρετε τα ολοκαυτώματά σας και όλα όσα εγώ σας διατάσσω σήμερον.

Δευτ. 12,15        ἀλλ᾿ ἢ ἐν πάσῃ ἐπιθυμίᾳ σου θύσεις καὶ φαγῇ κρέα κατὰ τὴν εὐλογίαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἣν ἔδωκέ σοι ἐν πάσῃ πόλει· ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ἐπὶ τὸ αὐτὸ φάγεται αὐτό, ὡς δορκάδα ἢ ἔλαφον.

Δευτ. 12,15               Εάν όμως επιθυμήσης να σφάξης ένα ζώον σου και να φάγης το κρέας του, δώρον το οποίον Κυριος ο Θεός σου σου έδωκεν, ημπορείς να το σφάξης και να το φάγης εις οιανδήποτε πόλιν. Από αυτό δύναται να φάγη όχι μόνον ο καθαρός κατά τον Νομον του Θεού, αλλά και ο ακάθαρτος, όπως αδιαφόρως τρώγετε το ζαρκάδι η το ελάφι.

Δευτ. 12,16        πλὴν τὸ αἷμα οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖτε αὐτὸ ὡς ὕδωρ

Δευτ. 12,16               Αλλά το αίμα αυτών δεν θα το φάγετε· θα το χύσετε εις την γην, όπως χύνετε το νερό.

Δευτ. 12,17        οὐ δυνήσῃ φαγεῖν ἐν ταῖς πόλεσί σου τὸ ἐπιδέκατον τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου καὶ πάσας τάς εὐχάς, ὅσας ἂν εὔξησθε, καὶ τὰς ὁμολογίας ὑμῶν καὶ τὰς ἀπαρχὰς τῶν χειρῶν ὑμῶν,

Δευτ. 12,17               Δεν επιτρέπεται όμως να φάγης μέσα εις τας οιασδήποτε πόλεις σου το δέκατον του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου, τα πρωτότοκα των βοών και των προβάτων σου, τα ταξίματα που ήθελες κάμει προς τον Θεόν, τας αυτοπροαιρέτους προσφοράς και τα πρωτογεννήματα των αγρών σου, που συλλέγετε με τα χέρια σας.

Δευτ. 12,18        ἀλλ᾿ ἢ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτῷ, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ προσήλυτος ὁ ἐν ταῖς πόλεσιν ὑμῶν, καὶ εὐφρανθήσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπὶ πάντα, οὗ ἐὰν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου.

Δευτ. 12,18               Αυτά, δώρα του Κυρίου και προσφοραί προς τον Κυριον, θα φαγωθούν στον ιερόν τόπον, τον οποίον θα εκλέξη δια τον εαυτόν του Κυριος ο Θεός σου. Θα φάγης αυτά συ, ο υιός σου και η κόρη σου, ο δούλος και η δούλη σου και ο ξένος, που θα ευρίσκεται εις τας πόλεις σας. Θα ευφρανθήτε ενώπιον Κυρίου του Θεού σας από όλα αυτά, που θα είναι και των ιδικών σας χειρών έργα.

Δευτ. 12,19        πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐγκαταλίπῃς τὸν Λευίτην πάντα τὸν χρόνον, ὅσον ἂν ζῇς ἐπὶ τῆς γῆς.

Δευτ. 12,19               Προσέχετε να μη εγκαταλείψετε αβοηθήτον τον Λευΐτην όλον τον καιρόν, που θα ζήτε εις την χώραν σας.

Δευτ. 12,20        Ἐὰν δὲ ἐμπλατύνῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ὅριά σου, καθάπερ ἐλάλησέ σοι, καὶ ἐρεῖς· φάγομαι κρέα, ἐὰν ἐπιθυμήσῃ ἡ ψυχή σου ὥστε φαγεῖν κρέα, ἐν πάσῃ ἐπιθυμίᾳ τῆς ψυχῆς σου φαγῇ κρέα.

Δευτ. 12,20              Εάν Κυριος ο Θεός σας ευρύνη τα όριά σας, όπως σας υπεσχέθη, και σας δώση τα αγαθά του, συ δε είπης· Θα φάγω κρέας. Εάν επιθυμή η ψυχή σου να φάγη κρέας, φάγε κατά την επιθυμίαν σου.

Δευτ. 12,21        ἐὰν δὲ μακρὰν ἀπέχῃ σου ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖ ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, καὶ θύσεις ἀπὸ τῶν βοῶν σου καὶ ἀπὸ τῶν προβάτων σου, ὧν ἂν δῷ ὁ Θεός σοι, ὃν τρόπον ἐνετειλάμην σοι καὶ φαγῇ ἐν ταῖς πόλεσί σου κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς σου·

Δευτ. 12,21               Εαν ο τόπος, εις τον οποίον μένεις, ευρίσκεται μακράν από τον τόπον, τον οποίον εξέλεξε Κυριος ο Θεός σου, δια να λατρεύεται εκεί το όνομά του, θα σφάξης από τα βόδια του και από τα πρόβατά σου, που σου έχει δώσει ο Θεός, και, όπως σε διέταξα, θα φάγης από αυτά εις τας πόλεις σου σύμφωνα με την επιθυμίαν και την διάθεσίν σου.

Δευτ. 12,22        ὡς ἔσθεται ἡ δορκὰς καὶ ἡ ἔλαφος, οὕτω φαγῇ αὐτό, ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ὡσαύτως ἔδεται.

Δευτ. 12,22              Οπως αδιαφόρως τρώγεται το ζαρκάδι και το ελάφι, έτσι και συ θα φάγης αυτό. Από αυτό θα φάγη επίσης, όχι μόνον ο κατά τον Νομον του Θεού καθαρός, αλλά και ο ακάθαρτος.

Δευτ. 12,23        πρόσεχε ἰσχυρῶς τοῦ μὴ φαγεῖν αἷμα, ὅτι τὸ αἷμα αὐτοῦ ψυχή· οὐ βρωθήσεται ψυχὴ μετὰ τῶν κρεῶν,

Δευτ. 12,23               Πρόσεχε όμως πολύ να μη φάγης αίμα, διότι το αίμα του ζώου είναι η ζωη του (κάθε δε ζωή ανήκει στον Θεόν). Δεν πρέπει να φαγωθή η ζωή μαζή με το κρέας.

Δευτ. 12,24        οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖτε αὐτὸ ὡς ὕδωρ·

Δευτ. 12,24              Δεν θα φάγετε το αίμα, αλλά θα το χύσετε στο χώμα, όπως το νερό.

Δευτ. 12,25        οὐ φαγῇ αὐτό, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου μετὰ σέ, ἐὰν ποιήσῃς τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 12,25               Δεν θα φάγης, λοιπόν, το αίμα του ζώου, δια να ζήσης έτσι ευτυχής συ και οι υιοί σου έπειτα από σέ, εάν θα πράξετε το καλόν και ευάρπτον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

Δευτ. 12,26        πλὴν τὰ ἅγιά σου, ἐὰν γένηταί σοι, καὶ τὰς εὐχάς σου λαβὼν ἥξεις εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,

Δευτ. 12,26              Ομως τας αγίας προσφοράς σου, όταν αυτάς θα τας ετοιμάσης, και τα ταξίματά σου, λάβε τα και πρόσφερέ τα στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, δια να λατρεύεται εκεί το όνομά του.

Δευτ. 12,27        καὶ ποιήσεις τὰ ὁλοκαυτώματά σου· τὰ κρέα ἀνοίσεις ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὸ δὲ αἷμα τῶν θυσιῶν σου προσχεεῖς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ θυσιαστηρίου Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τὰ δὲ κρέα φαγῇ.

Δευτ. 12,27               Εκεί θα πρασφέρης τα ολοκαυτώματά σου, το κρέας με το αίμα επάνω στο θυσιαστήριον Κυρίου του Θεού σου. Το αίμα όμως των άλλων θυσιών, θα το χύσης εις την βάσιν του θυσιαστηρίου Κυρίου του Θεού σου, το δε κρέας αυτών θα το φάγετε σεις.

Δευτ. 12,28        φυλάσσου καὶ ἄκουε καὶ ποιήσεις πάντας τοὺς λόγους, οὓς ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι, ἵνα εὖ σοι γένηται καὶ τοῖς υἱοῖς σου δι᾿ αἰῶνος, ἐὰν ποιήσῃς τὸ ἀρεστὸν καὶ τὸ καλὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 12,28              Πρόσεχε, άκουε, και θέσε εις εφαρμογήν όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σε διατάσσω, δια να ζήσης ευτυχής συ και τα τέκνα σου πάντοτε, εφόσον θα πράττης το καλόν και ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

 

                                    Αποφυγή της ειδωλολατρίας

Δευτ. 12,29        Ἐὰν δὲ ἐξολοθρεύσῃ Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη, εἰς οὓς εἰσπορεύῃ ἐκεῖ κληρονομῆσαι τὴν γῆν αὐτῶν, ἀπὸ προσώπου σου καὶ κατακληρονομήσῃς αὐτήν, καὶ κατοικήσῃς ἐν τῇ γῇ αὐτῶν,

Δευτ. 12,29              Οταν δε ο Κυριος εξολοθρεύση τα έθνη, εις τα οποία συ πορεύεσαι, δια να καταλάβης ως ιδικήν σου κληρονομίαν την χώραν αυτών, και την κληρονομήσης και εγκατασταθής εις αυτήν,

Δευτ. 12,30        πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ ἐκζητήσῃς ἐπακολουθῆσαι αὐτοῖς μετὰ τὸ ἐξολοθρευθῆναι αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου λέγων· πῶς ποιοῦσι τὰ ἔθνη ταῦτα τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ποιήσω κἀγώ.

Δευτ. 12,30               πρόσεχε τον εαυτόν σου, μήπως τυχόν και ζητήσης να ακολουθήσης τρόπους ζωής των εθνών αυτών μετά την εξολόθρευσίν των, λέγων, ότι όπως κάμνουν τα έθνη αυτά στους θεούς των, έτσι θα κάμνω και εγώ στον Θεόν μου.

Δευτ. 12,31        οὐ ποιήσεις οὕτω τῷ Θεῷ σου· τὰ γὰρ βδελύγματα Κυρίου, ἃ ἐμίσησεν, ἐποίησαν ἐν τοῖς θεοῖς αὐτῶν, ὅτι τοὺς υἱοὺς αὐτῶν καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν κατακαίουσιν ἐν πυρὶ τοῖς θεοῖς αὐτῶν.

Δευτ. 12,31               Οχι· δεν θα κάμης συ έτσι στον Θεόν σου· διότι αηδιαστικά και αποκρουστικά πράγματα, τα οποία εμίσησεν ο Θεός, έκαμαν αυτοί προς τους θεούς των, αφού έφθασαν μέχρι του σημείου να καίουν τους υιούς και τας θυγατέρας των εις την φωτιάν χάριν των θεών των.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13- ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΩΝ

                                    Ενάντια στην πλάνη των ειδώλων

Δευτ. 13,1         Πᾶν ῥῆμα ὃ ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, τοῦτο φυλάξῃ ποιεῖν· οὐ προσθήσεις ἐπ᾿ αὐτὸ οὐδὲ ἀφελεῖς ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Δευτ. 13,1                  Καθε εντολήν, την οποίαν εγώ σήμερα σας δίδω, θα επιμεληθήτε να την εφαρμόσετε. Ούτε θα προσθέσετε τίποτε εις αυτάς, ούτε και θα αφαιρέσετε.

Δευτ. 13,2         ἐὰν δὲ ἀναστῇ ἐν σοὶ προφήτης ἢ ἐνυπνιαζόμενος τὸ ἐνύπνιον καὶ δῷ σοι σημεῖον ἢ τέρας

Δευτ. 13,2                 Εάν δε παρουσιασθή μεταξύ σας προφήτης (διδάσκαλος ψευδής) η άνθρωπος, ο οποίος βλέπει και ερμηνεύει όνειρα και σας, είπη ότι θα δώση κάποιο σημάδι η, θα κάμη κάποιο καταπληκτικό θαύμα,

Δευτ. 13,3         καὶ ἔλθῃ τὸ σημεῖον ἢ τὸ τέρας, ὃ ἐλάλησε πρός σε λέγων· πορευθῶμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε,

Δευτ. 13,3                 και πραγματοποιήση έστω το σημάδι η το θαύμα, που σας προανήγγειλε, έπειτα δε σας είπη· “Ας πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν γνωρίζετε”,

Δευτ. 13,4         οὐκ ἀκούσεσθε τῶν λόγων τοῦ προφήτου ἐκείνου ἢ τοῦ ἐνυπνιαζομένου τὸ ἐνύπνιον ἐκεῖνο, ὅτι πειράζει Κύριος ὁ Θεός σου ὑμᾶς εἰδέναι, εἰ ἀγαπᾶτε τὸν Θεὸν ὑμῶν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς ὑμῶν.

Δευτ. 13,4                 δεν θα δώσετε καμμίαν προσοχήν εις τα λόγια του ψεύδους εκείνου προφήτου η του ενιπνιαστού αλλά να σκεφθήτε ότι Κυριος ο Θεός σου επέτρεψε να γίνουν τα σημεία αυτά, δια να σας δοκιμάση και να γνωρίση, εάν πράγματι αγαπάτε τον Θεόν σας με όλην σας την καρδίαν και με όλην σας την ψυχήν.

Δευτ. 13,5         ὀπίσω Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν πορεύσεσθε καὶ τοῦτον φοβηθήσεσθε καὶ τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούσεσθε καὶ αὐτῷ προστεθήσεσθε.

Δευτ. 13,5                 Κυριον τον Θεόν σας, αυτόν μόνον θα ακολουθήστε, αυτόν θα φοβήσθε, αυτού τας εντολάς θα ακούετε και εις αυτόν θα προσκολληθήτε.

Δευτ. 13,6         καὶ ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἢ ὁ τὸ ἐνύπνιον ἐνυπνιαζόμενος ἐκεῖνος ἀποθανεῖται· ἐλάλησε γὰρ πλανῆσαί σε ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, τοῦ λυτρωσαμένου σε ἐκ τῆς δουλείας, ἐξῶσαί σε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετείλατό σοι Κύριος ὁ Θεός σου πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ· καὶ ἀφανιεῖς τὸ πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 13,6                 Ο δε προφήτης εκείνος η ο ενυπνιαστής πρέπει να τιμωρηθή δια θανάτου, διότι εδίδαξε ψευδή δια να σε παραπλανήση και σε απομακρύνη από Κυριον τον Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλεν από την χώραν της Αιγύπτου και σε ηλευθέρωσε από την δουλείαν. Αυτός ο προφήτης ηθέλησε να σε ωθήση έξω από τον δρόμον, τον οποίον ο Θεός σε διέταξε να ακολουθής. Πρέπει να τον τιμωρήσης με θάνατον, δια να εξαφανίσης από ανάμεσά σας το κακόν, το οποίον εκείνος ήθελε να σας κάμη.

Δευτ. 13,7         Ἐὰν δὲ παρακαλέσῃ σε ὁ ἀδελφός σου ἐκ πατρός σου ἢ ἐκ μητρός σου ἢ ὁ υἱός σου ἢ ἡ θυγάτηρ ἢ ἡ γυνή σου ἡ ἐν κόλπῳ σου ἢ φίλος ἴσος τῇ ψυχῇ σου λάθρα λέγων· βαδίσωμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδεις σὺ καὶ οἱ πατέρες σου,

Δευτ. 13,7                 Εάν δε ακόμη και αυτός ο αδελφός σου, ο ομοπάτριος σε παρακαλέση η ο ομομήτριος, η ο υιός σου, η η κόρη σου, η η σύζυγος, που κρατείς εις την αγκάλην σου, η ο ισόψυχος φίλος σου και σου είπη κρυφίως “πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους ούτε συ εγνώριζες, ούτε οι πατέρες σου,

Δευτ. 13,8         ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ ὑμῶν, τῶν ἐγγιζόντων σοι ἢ τῶν μακρὰν ἀπὸ σοῦ, ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως ἄκρου τῆς γῆς,

Δευτ. 13,8                 οι οποίοι θεοί είναι από τους θεούς των γύρω μας ειδωλολατρικών λαών”, αυτών που ευρίσκονται πλησίον σου η μακράν από σέ, στο ένα η, στο άλλο άκρον της γης,

Δευτ. 13,9         οὐ συνθελήσεις αὐτῷ καὶ οὐκ εἰσακούσῃ αὐτοῦ καὶ οὐ φείσεται ὁ ὀφθαλμός σου ἐπ᾿ αὐτῷ, οὐκ ἐπιποθήσεις ἐπ᾿ αὐτῷ οὐδ᾿ οὐ μὴ σκεπάσῃς αὐτόν·

Δευτ. 13,9                 όχι μόνον δεν θα συμφωνήσης με αυτόν και δεν θα δεχθής τας πονηράς προτάσστου, αλλά δεν θα τον λυπηθή το μάτι σου, δεν θα τον λυπηθής και ούτε θα τον συγκαλύψης.

Δευτ. 13,10        ἀναγγέλων ἀναγγελεῖς περὶ αὐτοῦ, καὶ αἱ χεῖρές σου ἔσονται ἐπ᾿ αὐτὸν ἐν πρώτοις ἀποκτεῖναι αὐτόν, καὶ αἱ χεῖρες παντὸς τοῦ λαοῦ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ,

Δευτ. 13,10               Θα τον καταγγείλης αμέσως, δια να καταδικασθή εις θάνατον· και στον λιθοδολισμόν του αι χείρες σου θα ρίψουν πρώται τον λίθον εναντίον του, διότι συ υπήρξες ο μάρτυς της κατηγορίας, και έπειτα αι χείρες του λαού θα τον λιθοβολήσουν.

Δευτ. 13,11        καὶ λιθοβολήσουσιν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀποθανεῖται, ὅτι ἐζήτησεν ἀποστῆσαί σε ἀπὸ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου τοῦ ἐξαγαγόντος σε ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ἐξ οἴκου δουλείας.

Δευτ. 13,11                Θα τον θανατώσουν δια λιθοβολισμού, θα τιμωρηθή δια θανάτου, διότι επεζήτησε να σε απομακρύνη από τον Κυριον και Θεόν σου, ο οποίος σε έβγαλε από την Αίγυπτον, από την χώραν της δουλείας.

Δευτ. 13,12        καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀκούσας φοβηθήσεται καὶ οὐ προσθήσωσι ποιῆσαι ἔτι κατὰ τὸ ῥῆμα τὸ πονηρὸν τοῦτο ἐν ὑμῖν.

Δευτ. 13,12               Οταν δε οι Ισραηλίται πληροφορηθούν την τιμωρίαν αυτήν, θα φοβηθούν και δεν θα τολμήση κανείς να επαναλάβη την κακήν αυτήν πράξιν μεταξύ σας.

Δευτ. 13,13        Ἐὰν δὲ ἀκούσῃς ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι κατοικεῖν σε ἐκεῖ, λεγόντων·

Δευτ. 13,13                Εάν δε εις μίαν από τας πόλεις, την οποίαν Κυριος ο Θεός σας έδωσε ως κατοικίαν σας, ακούσης να λέγουν·

Δευτ. 13,14        ἐξήλθοσαν ἄνδρες παράνομοι ἐξ ὑμῶν καὶ ἀπέστησαν πάντας τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν αὐτῶν λέγοντες· πορευθῶμεν καὶ λατρεύσωμεν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ ᾔδειτε,

Δευτ. 13,14               “εβγήκαν παράνομοι άνδρες από σας και απεμάκρυναν από τον Θεόν τους κατοίκους της πολεώς των, λέγοντες δολίως, ας πάμε να λατρεύσωμεν άλλους θεούς, τους οποίους δεν εγνωρίζατε”,

Δευτ. 13,15        καὶ ἐτάσεις καὶ ἐρωτήσεις καὶ ἐρευνήσεις σφόδρα, καὶ ἰδοὺ ἀληθὴς σαφῶς ὁ λόγος, γεγένηται τὸ βδέλυγμα τοῦτο ἐν ὑμῖν,

Δευτ. 13,15                συ, θα εξετάσης, θα ερωτήσης, θα ερευνήσης με πολλήν επιμέλειαν και προσοχήν και εάν αποδειχθή αληθινή και βεβαία αυτή η κατηγορία, εάν δηλαδή όντως έλαβε χώραν μεταξύ σας αυτό το βδελυρόν γεγονός,

Δευτ. 13,16        ἀναιρῶν ἀνελεῖς πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ γῇ ἐκείνῃ ἐν φόνῳ μαχαίρας, ἀναθέματι ἀναθεματιεῖτε αὐτὴν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ

Δευτ. 13,16               σεις τότε θα φονεύσετε όλους τους κατοίκους της πόλεως εκείνης εν στόματι μαχαίρας, θα αναθεματίσετε εξ ολοκλήρου αυτήν και όσα υπάρχουν εις αυτήν.

Δευτ. 13,17        καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς συνάξεις εἰς τὰς διόδους αὐτῆς καὶ ἐμπρήσεις τὴν πόλιν ἐν πυρὶ καὶ πάντα τὰ σκῦλα αὐτῆς πανδημεὶ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, καὶ ἔσται ἀοίκητος εἰς τὸν αἰῶνα, οὐκ ἀνοικοδομηθήσεται ἔτι.

Δευτ. 13,17                Ολα δε τα λάφυρα αυτής θα τα συγκεντρώσετε στους δρόμους της και θα παραδώσετε στο πυρ, την πόλιν και όλα τα λάφυρά της, ενώπιον Κυρίου του Θεού σου και θα μείνη η πόλις εκείνη ακατοίκητος παντοτεινά· ουδέποτε πλέον θα ανοικοδομηθή.

Δευτ. 13,18        καὶ οὐ προσκολληθήσεται οὐδὲν ἀπὸ τοῦ ἀναθέματος ἐν τῇ χειρί σου, ἵνα ἀποστραφῇ Κύριος ἀπὸ θυμοῦ τῆς ὀργῆς αὐτοῦ καὶ δώσῃ σοι ἔλεος καὶ ἐλεήσῃ σε καὶ πληθύνῃ σε, ὃν τρόπον ὤμοσε τοῖς πατράσι σου,

Δευτ. 13,18               Τιποτε από τα αναθεματισμένα πράγματα της πόλεως εκείνης δεν θα κρατήση το χέρι σου, δια να αποστρέψη έτσι ο Κυριος τον θυμόν και την οργήν του από σας, να σας ευσπλαγχνισθή, να σας ελεήση, να σας αυξήση και πολλαπλασιάση, όπως ωρκίσθη στους προγόνους σας.

Δευτ. 13,19        ἐὰν ἀκούσῃς τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, φυλάσσειν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον, ποιεῖν τὸ καλὸν καὶ τὸ ἀρεστὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου.

Δευτ. 13,19               Και η ευλογία αυτή του Κυρίου θα έλθη και θα μείνη εις σας, εάν ακούσετε την φωνήν του, ώστε να τηρήτε τας εντολάς του, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω, να πράττετε το κολόν και το ευάρεστον ενώπιον Κυρίου του Θεού σας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14- ΕΝΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΟ ΕΘΙΜΟ ΠΕΝΘΟΥΣ - ΖΩΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΑΚΑΘΑΡΤΑ

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΤΗΣ

                                   Ένα απαγορευμένο έθιμο πένθους

Δευτ. 14,1         Υἱοί ἐστε Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν· οὐκ ἐπιθήσετε φαλάκρωμα ἀνὰ μέσον τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν ἐπὶ νεκρῷ·

Δευτ. 14,1                  Σεις είσθε τέκνα Κυρίου του Θεού σας. Δεν θα ξυρίσετε την κεφαλήν η το πρόσωπόν σας δια τον θάνατον οιουδήποτε οικείου σας·

Δευτ. 14,2         ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, καὶ σὲ ἐξελέξατο Κύριος ὁ Θεός σου γενέσθαι σε λαὸν αὐτῷ περιούσιον ἀπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν τῶν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.

Δευτ. 14,2                 διότι είσαι συ λαός εκλεκτός και ξεχωριστός ενώπιον Κυρίου του Θεού σου· ο Θεός σε εξέλεξεν ανάμεσα από όλα τα έθνη της υφηλίου, δια να είσαι ιδιαιτέρα του περιουσία, ο εκλεκτός λαός του.

 

                                    Ζώα καθαρά και ακάθαρτα

Δευτ. 14,3         Οὐ φάγεσθε πᾶν βδέλυγμα.

Δευτ. 14,3                 Δεν θα φάγης κανένα ακάθαρτον ζώον.

Δευτ. 14,4         ταῦτα κτήνη, ἃ φάγεσθε, μόσχον ἐκ βοῶν καὶ ἀμνὸν ἐκ προβάτων καὶ χίμαρον ἐξ αἰγῶν,

Δευτ. 14,4                 Αυτά δε είναι τα καθαρά ζώα, που έχετε δικαίωμα να τρώγετε· μοσχάρι από τα βόδια, αμνόν από τα πρόβατα, τράγον από τα γίδια.

Δευτ. 14,5         ἔλαφον καὶ δορκάδα καὶ πύγαργον, ὄρυγα καὶ καμηλοπάρδαλιν·

Δευτ. 14,5                 Επίσης έχετε δικαίωμα να τρώγετε ελάφι, ζαρκάδι, πύγαργον (είδος δορκάδος), όρυγα (είδος αιγάγρου) και καμηλοπάρδαλιν.

Δευτ. 14,6         πᾶν κτῆνος διχηλοῦν ὁπλὴν καὶ ὀνυχιστῆρας ὀνυχίζον δύο χηλῶν καὶ ἀνάγον μηρυκισμὸν ἐν τοῖς κτήνεσι, ταῦτα φάγεσθε.

Δευτ. 14,6                 Γενικώς έχετε το δικαίωμα να τρώγετε κάθε ζώον δίχηλον, ζώον δηλαδή που έχει δύο όνυχας στο κάθε πόδι του, χωρισμένους αναμεταξύ των, και το οποίον αναμασά την τροφήν του.

Δευτ. 14,7         καὶ ταῦτα οὐ φάγεσθε ἀπὸ τῶν ἀναγόντων μηρυκισμὸν καὶ ἀπὸ τῶν διχηλούντων τὰς ὁπλὰς καὶ ὀνυχιζόντων ὀνυχιστῆρας· τὸν κάμηλον καὶ δασύποδα καὶ χοιρογρύλλιον, ὅτι ἀνάγουσι μηρυκισμὸν καὶ ὁπλὴν οὐ διχηλοῦσιν, ἀκάθαρτα ταῦτα ὑμῖν ἐστι·

Δευτ. 14,7                 Αλλά και από αυτά τα μηρυκαστικά ζώα, η τα δίχηλα, αυτά που έχουν τους δύο ονυχάς των ξεχωριστούς, δεν θα φάγετε τα εξής· Την κάμηλον, τον λαγωόν, τον ακανθόχοιρον, τα οποία ναι μεν μηρυκάζουν αλλά δεν είναι δίχηλα. Αυτά λοιπόν θα είναι ακάθαρτα δια σας.

Δευτ. 14,8         καὶ τὸν ὗν, ὅτι διχηλεῖ ὁπλὴν τοῦτο καὶ ὀνυχίζει ὀνυχιστῆρας ὁπλῆς, καὶ τοῦτο μηρυκισμὸν οὐ μηρυκᾶται, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν· ἀπὸ τῶν κρεῶν αὐτῶν οὐ φάγεσθε καὶ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν οὐχ ἅψεσθε.

Δευτ. 14,8                 Δεν θα φάτε επίσης τον χοίρον, διότι ναι μεν είναι δίχηλον ζώον, έχει δηλαδή στους πόδας του δύο όνυχας χωρισμένους, αλλά δεν μηρυκάζει την τροφήν του· είναι δια σας ακάθαρτον ζώον. Τα κρέατα των ζώων αυτών δεν θα τα φάγετε και τα νεκρά σώματά των δεν θα τα εγγίσετε.

Δευτ. 14,9         καὶ ταῦτα φάγεσθε ἀπὸ πάντων τῶν ἐν τῷ ὕδατι· πάντα ὅσα ἐστὶν ἐν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες, φάγεσθε.

Δευτ. 14,9                 Από τα ζώα που υπάρχουν εις τα ύδατα, έχετε το δικαίωμα να τρώγετε, όσα από αυτά έχουν πτερύγια και λέπια.

Δευτ. 14,10        καὶ πάντα ὅσα οὐκ ἔστιν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες, οὐ φάγεσθε, ἀκάθαρτα ὑμῖν ἐστι.

Δευτ. 14,10               Ολα όμως όσα δεν έχουν πτερύγια και λέπια, δεν θα τα τρώγετε. Θα είναι δια σας ακάθαρτα.

Δευτ. 14,11        πᾶν ὄρνεον καθαρὸν φάγεσθε.

Δευτ. 14,11                Καθε πτηνόν καθαρόν έχετε το δικαίωμα να τρώγετε.

Δευτ. 14,12        καὶ ταῦτα οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν· τὸν ἀετὸν καὶ τὸν γρύπα καὶ τὸν ἁλιαίετον

Δευτ. 14,12               Αυτά δε είναι τα πτηνά, από τα οποία δεν επιτρέπεται να τρώγετε· Ο αετός, ο γρυψ (είδος αετού), ο αλιάετος

Δευτ. 14,13        καὶ τὸν γύπα καὶ τὸν ἴκτινον καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ

Δευτ. 14,13               ο γυψ (πτηνόν που τρώγει πτώματα), ο ιέραξ και τα όμοια προς αυτόν.

Δευτ. 14,14        καὶ πάντα κόρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ

Δευτ. 14,14               Δεν θα φάτε κανένα είδος κόρακος και τα όμοια προς αυτόν.

Δευτ. 14,15        καὶ στρουθὸν καί γλαῦκα καὶ λάρον

Δευτ. 14,15               Επίσης στρουθίον, γλαύκα, γλάρον,

Δευτ. 14,16        καὶ ἐρωδιὸν καὶ κύκνον καὶ ἶβιν

Δευτ. 14,16               τον ερωδιόν, τον τσικνιάν, την ίβιν,

Δευτ. 14,17        καὶ καταράκτην καὶ ἱέρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ ἔποπα καὶ νυκτικόρακα

Δευτ. 14,17               τον καταράκτην (είδος ορμητικού γλάρου), τον ιέρακα και τα όμοια προς αυτόν, τον τσαλαπετεινόν και τον νυκτοκόρακα,

Δευτ. 14,18        καὶ πελεκᾶνα καὶ χαραδριὸν καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ πορφυρίωνα καὶ νυκτερίδα.

Δευτ. 14,18               τον πελεκάνο, τον χαραδριόν (υποκίτρινον λαίμαργον πτηνόν) και τα όμοια προς αυτόν, τον πορφυρίωνα (πτηνόν καλοβατικόν) και την νυκτερίδα.

Δευτ. 14,19        πάντα τὰ ἑρπετὰ τῶν πετεινῶν ἀκάθαρτά ἐστιν ὑμῖν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν.

Δευτ. 14,19               Επίσης όλα όσα έρπουν και πετούν, δηλαδή τα έντομα, θα είναι δια σας ακάθαρτα και δεν θα τρώγετε από αυτά.

Δευτ. 14,20        πᾶν πετεινὸν καθαρὸν φάγεσθε.

Δευτ. 14,20              Εχετε όμως το δικαίωμα να τρώγετε κάθε καθαρόν πτηνόν.

Δευτ. 14,21        πᾶν θνησιμαῖον οὐ φάγεσθε· τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου δοθήσεται, καὶ φάγεται, ἢ ἀποδώσῃ τῷ ἀλλοτρίῳ· ὅτι λαὸς ἅγιος εἶ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου. οὐχ ἑψήσεις ἄρνα ἐν γάλακτι μητρὸς αὐτοῦ.

Δευτ. 14,21               Κανένα θνησιμαίον δεν θα φάγετε. Οσα ο νόμος ορίζει δια σας ακάθαρτα ημπορείτε να τα δίδετε στον ξένον, που φιλοξενείτε εις την πόλιν σας δια να φάγη από αυτά η να τα πωλήσετε εις μη Ισραηλίτην. Σεις όμως δεν πρέπει να τρώγετε από τα ακάθαρτα, διότι είσθε λαός άγιος αφιερωμένος στον Κυριον. Δεν θα βράσης αρνί με το γάλα της μητρός του.

 

                                     Ο νόμος της δεκάτης

Δευτ. 14,22        Δεκάτην ἀποδεκατώσεις παντὸς γενήματος τοῦ σπέρματός σου, τὸ γένημα τοῦ ἀγροῦ σου ἐνιαυτὸν κατ᾿ ἐνιαυτόν,

Δευτ. 14,22              Από όλα τα προϊόντα των σπαρτών σας, από όλα δηλαδή όσα οι αγροί σας κάθε χρόνον σας δίδουν, θα αφαιρέσης το εν δέκατον.

Δευτ. 14,23        καὶ φαγῇ αὐτὸ ἐν τῷ τόπῳ ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ· οἴσετε τὰ ἐπιδέκατα τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου, τὰ πρωτότοκα τῶν βοῶν σου καὶ τῶν προβάτων σου, ἵνα μάθῃς φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου πάσας τὰς ἡμέρας.

Δευτ. 14,23               Θα φάγετε αυτό στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σας δια να αφιερωθή στο όνομά του (δηλαδή στον ναόν). Εκεί θα φέρετε το εν δέκατον από τον σίτον σας, από τον οίνον, από το έλαιον, όπως επίσης και τα πρωτότοκα από τα βόδια και τα πρόβατά σας, δια να μάθετε να ευλαβήσθε Κυριον τον Θεόν σας όλας τας ημέρας της ζωής σας.

Δευτ. 14,24        ἐὰν δὲ μακρὰν γένηται ἡ ὁδὸς ἀπὸ σοῦ καὶ μὴ δύνῃ ἀναφέρειν αὐτά, ὅτι μακρὰν ἀπὸ σοῦ ὁ τόπος, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, ὅτι εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου,

Δευτ. 14,24              Εάν όμως είναι μακρά η απόστασις από την κατοικίαν σου μέχρι του ναού και δεν σου είναι δυνατόν να φέρης εκεί αυτά τα δέκατα, στον τόπον δηλαδή που εξέλεξεν ο Κυριος δια να λατρεύετε το όνομά του, συ δε θέλης πράγματι να προσφέρης, από όσα η ευλογία του Κυρίου σου έδωσε,

Δευτ. 14,25        καὶ ἀποδώσῃ αὐτὰ ἀργυρίου καὶ λήψῃ τὸ ἀργύριον ἐν ταῖς χερσί σου καὶ πορεύσῃ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτόν,

Δευτ. 14,25               θα πωλήσης αυτά, θα πάρης το αντίτιμον αυτών εις τα χέρια σου και θα μεταβής στον τόπον, τον οποίον εξέλεξε Κυριος ο Θεός σου.

Δευτ. 14,26        καὶ δώσεις ἀργύριον ἐπὶ παντός, οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, ἐπὶ βουσὶν ἢ ἐπὶ προβάτοις, ἐπ᾿ οἴνῳ ἢ ἐπὶ σίκερα ἢ ἐπὶ παντός, οὗ ἂν ἐπιθυμῇ ἡ ψυχή σου, καὶ φαγῇ ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ εὐφρανθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου

Δευτ. 14,26              Εκεί δύνασαι να δαπανήσης αυτά τα χρήματα και να αγοράσης ο,τι η ψυχή σου επιθυμεί να προσφέρης προς τον Θεόν, βόδια, πρόβατα, οίνον, οινοπνευματώδη ποτά και ο,τι άλλο επιθυμείς. ' Εκεί δε ενώπιον Κυρίου του Θεού σου θα φάγης και θα ευφρανθής συ και η οικογένειά σου.

Δευτ. 14,27        καὶ ὁ Λευίτης ὁ ἐν ταῖς πόλεσί σου, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ σοῦ.

Δευτ. 14,27               Μαζή σου δε εκεί θα φάγη και ο Λευΐτης, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σου, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον κληρονομίας, όπως συ έχεις.

Δευτ. 14,28        μετὰ τρία ἔτη ἐξοίσεις πᾶν τὸ ἐπιδέκατον τῶν γενημάτων σου· ἐν τῷ ἐνιαυτῷ ἐκείνῳ θήσεις αὐτὸ ἐν ταῖς πόλεσί σου,

Δευτ. 14,28              Καθε τρία χρόνια θα βάζης κατά μέρος ένά δέκατον από τα προϊόντα σου. Κατά το τρίτον δε αυτό έτος θα θέτης αυτό εις την πόλιν σου· δεν θα το προσφέρης στον ναόν.

Δευτ. 14,29        καὶ ἐλεύσεται ὁ Λευίτης, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῷ μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ σοῦ, καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ ἐν ταῖς πόλεσί σου καὶ φάγονται καὶ ἐμπλησθήσονται, ἵνα εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις, οἷς ἐὰν ποιῇς.

Δευτ. 14,29              Θα έλθη δε ο Λευΐτης, διότι αυτός δεν έχει μερίδιον και κληρονομίαν εις την γην της Επαγγελίας, θα έλθη ο ξένος και το ορφανόν και η χήρα, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σας, και θα φάγουν από το δέκατον αυτό και θα χορτάσουν. Δια την καλήν σου δε αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλα τα έργα, τα οποία θα έκαμνες.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15- Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΦΕΣΕΩΣ - Η ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ

Η ΑΦΙΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΤΟΚΩΝ

                                     Ο νόμος της αφέσεως

Δευτ. 15,1         Δι᾿ ἑπτὰ ἐτῶν ποιήσεις ἄφεσιν.

Δευτ. 15,1                  Καθε επτά έτη θα παρέχης άφεσιν των χρεών.

Δευτ. 15,2         καὶ οὕτω τὸ πρόσταγμα τῆς ἀφέσεως· ἀφήσεις πᾶν χρέος ἴδιον, ὃ ὀφείλει σοι ὁ πλησίον, καὶ τὸν ἀδελφόν σου οὐκ ἀπαιτήσεις, ἐπικέκληται γὰρ ἄφεσις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου.

Δευτ. 15,2                 Ως εξής θα εφαρμόζεται ο νόμος της αφέσεως των χρεών· δηλαδή κάθε χρέος, το οποίον σου οφείλει ο πλησίον και ο αδελφός σου, δεν θα το ζητήσης, αλλά θα το χαρίσης, διότι εκ μέρους Κυρίου του Θεού σου ορίζεται και επιβάλλεται αυτή η άφεσις των χρεών.

Δευτ. 15,3         τὸν ἀλλότριον ἀπαιτήσεις ὅσα ἐὰν ᾖ σοι παρ᾿ αὐτῷ, τῷ δὲ ἀδελφῷ σου ἄφεσιν ποιήσεις τοῦ χρέους σου·

Δευτ. 15,3                 Από τον ξένον θα απαιτήσης να σου δώση το χρέος του. Εις τον αδελφόν σου όμως τον Ισραηλίτην θα χαρίσης το χρέος κατά το έτος της αφέσεως.

Δευτ. 15,4         ὅτι οὐκ ἔσται ἐν σοὶ ἐνδεής, ὅτι εὐλογῶν εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι ἐν κλήρῳ κατακληρονομῆσαι αὐτήν.

Δευτ. 15,4                 Τούτο δέ, διότι δεν πρέπει να υπάρχη μεταξύ σας πτωχός (χρεοφειλέτης αδυνατών να πληρώση τα χρέη του). Εφόσον δε συ χαρίζστο χρέος, θα σε ευλογήση ο Κυριος εις την χώραν, την οποίαν σου έδωκε ως κληρονομίαν.

Δευτ. 15,5         ἐὰν δὲ ἀκοῇ εἰσακούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν φυλάσσειν καὶ ποιεῖν πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας, ὅσας ἐγὼ ἐντέλλομαί σοι σήμερον,

Δευτ. 15,5                 Εάν προθύμως υπακούσετε εις την φωνήν Κυρίου του Θεού σας, ώστε να φυλάσσετε και να πράττετε όλας τας εντολάς, τας οποίας εγώ σήμερον σας διατάσσω,

Δευτ. 15,6         ὅτι Κύριος ὁ Θεός σου εὐλόγησέ σε, ὃν τρόπον ἐλάλησέ σοι, καὶ δανειεῖς ἔθνεσι πολλοῖς, σὺ δὲ οὐ δανειῇ, καὶ ἄρξεις ἐθνῶν πολλῶν, σοῦ δὲ οὐκ ἄρξουσιν.

Δευτ. 15,6                 τότε Κυριος ο Θεός σας θα σας ευλογήση, όπως σας έχει υποσχεθή. Θα έχης αφθονίαν αγαθών και χρήματα, ώστε να δανείζης έθνη πολλά, ενώ συ δεν θα ευρεθής εις την ανάγκην να ζητήσης δάνειον. Θα είσαι άρχων εις πολλούς λαούς, ενώ κανείς δεν θα είναι άρχων και αυθέντης εις σέ.

Δευτ. 15,7         Ἐὰν δὲ γένηται ἐν σοὶ ἐνδεὴς ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου ἐν τῇ γῇ, ᾗ Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, οὐκ ἀποστέρξεις τὴν καρδίαν σου οὐδ᾿ οὐ μὴ συσφίγξῃς τὴν χεῖρά σου ἀπὸ τοῦ ἀδελφοῦ σου τοῦ ἐπιδεομένου·

Δευτ. 15,7                 Εάν συμβή, ώστε εις μίαν από τας πόλεις της χώρας, που σας έδωσε Κυριος ο Θεός, να υπάρξη πτωχός μεταξύ των αδελφών σου, συ να μη κλείσης τα σπλάγχνα σου, να μη σκληρύνης και αποτραβήξης την καρδίαν σου από αυτόν, να μη κλείσης σφικτά τα χέρια σου, δια να μη δώσης τίποτε στον πεινασμένον και πονεμένον αδελφόν σου.

Δευτ. 15,8         ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καθότι ἐνδεεῖται.

Δευτ. 15,8                 Αλλά πλούσια θα ανοίξης τα χέρια σου προς αυτόν. Θα του προσφέρης και θα του δανείσης όσον και ο,τι του χρειάζεται, αφού ευρίσκεται εις ανάγκην.

Δευτ. 15,9         πρόσεχε σεαυτῷ, μὴ γένηται ῥῆμα κρυπτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ σου ἀνόμημα λέγων· ἐγγίζει τό ἔτος τὸ ἕβδομον, ἔτος τῆς ἀφέσεως, καὶ πονηρεύσηται ὁ ὀφθαλμός σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ ἐπιδεομένῳ, καὶ οὐ δώσεις αὐτῷ, καὶ καταβοήσεται κατὰ σοῦ πρὸς Κύριον, καὶ ἔσται ἐν σοὶ ἁμαρτία μεγάλη.

Δευτ. 15,9                 Πρόσεχε στον εαυτόν σου, μήπως μέσα εις την διάνοιαν και την καρδίαν σου σκεφθής κατά παράνομον τρόπον και είπης “πλησιάζει το έβδομον έτος, το έτος αυτό της αφέσεως των χρεών”· και έτσι βλέπων με πονηρόν βλέμμα τον αδελφόν σου και σκεπτόμενος ότι μετ' ολίγον θα είσαι υποχρεωμένος να του χαρίσης τα χρέος- και δεν τον δανείσης, τότε ο αδελφός σου αυτός θα φωνάξη προς τον Κυριον εναντίον σου και θα είναι μεγάλη η ενοχή σου δια την πονηρίαν αυτήν.

Δευτ. 15,10        διδοὺς δώσεις αὐτῷ καὶ δάνειον δανειεῖς αὐτῷ ὅσον ἐπιδέεται, καὶ οὐ λυπηθήσῃ τῇ καρδίᾳ σου διδόντος σου αὐτῷ, ὅτι διά τὸ ῥῆμα τοῦτο εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις καὶ ἐν πᾶσιν, οὗ ἂν ἐπιβάλῃς τὴν χεῖρά σου·

Δευτ. 15,10               Ολοπρόθυμα πρέπει να δώσης εις αυτόν δάνειον, ανάλογον προς την ανάγκην του· δεν πρέπει δε να λυπηθή η καρδία σου δια το δάνειον, που θα δώσης στον αδελφόν σου, διότι δια την καλήν σου αυτήν πράξιν θα σε ευλογήση ο Θεός εις όλας τας εργασίας σου, θα ευλογήση όλα τα έργα των χειρών σου.

Δευτ. 15,11        οὐ γὰρ μὴ ἐκλίπῃ ἐνδεὴς ἀπὸ τῆς γῆς σου. διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο λέγων· ἀνοίγων ἀνοίξεις τὰς χεῖράς σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ πένητι καὶ τῷ ἐπιδεομένῳ τῷ ἐπὶ τῆς γῆς σου.

Δευτ. 15,11                Επειδή ποτέ δεν θα λείψη πτωχός από την χώραν σου, δια τούτο σου δίδω εγώ αυτήν την εντολήν και σε διατάσσω· Απλόχερα θα ανοιξης τα χέρια σου στον πτωχόν αδελφόν σου που κατοικεί εις την χώραν σου και ευρίσκεται εις ανάγκην.

 

                                    Η μεταχείριση των δούλων

Δευτ. 15,12        Ἐὰν δὲ πραθῇ σοι ὁ ἀδελφός σου ὁ Ἑβραῖος ἢ Ἑβραία, δουλεύσει σοι ἓξ ἔτη, καὶ τῷ ἑβδόμῳ ἐξαποστελεῖς αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπὸ σοῦ.

Δευτ. 15,12               Εάν ο αδελφός σου, Εβραίος η Εβραία, πωληθή εις σε ένεκα των οικονομικών του αναγκών ως δούλος, επί εξ έτη θα σε δουλεύση. Κατά το έβδομον έτος θα αποστείλης αυτόν ελεύθερον.

Δευτ. 15,13        ὅταν δὲ ἐξαποστέλλῃς αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπὸ σοῦ, οὐκ ἐξαποστελεῖς αὐτὸν κενόν·

Δευτ. 15,13                Οταν δε τον αφήσης να αναχωρήση ελεύθερον πλέον από τον οίκον σου, δεν θα τον αποστείλης με αδειανά τα χέρια.

Δευτ. 15,14        ἐφόδιον ἐφοδιάσεις αὐτὸν ἀπὸ τῶν προβάτων σου καὶ ἀπὸ τοῦ σίτου σου καὶ ἀπὸ τοῦ οἴνου σου· καθὰ εὐλόγησέ σε Κύριος ὁ Θεός σου, δώσεις αὐτῷ.

Δευτ. 15,14               Θα τον εφοδιάσης από τα πρόβατά σου, από το σιτάρι σου, από το κρασί σου. Θα δώσης εις αυτόν ανάλογα με τας ευλογίας και δωρεάς, που έχεις λάβει και συ από τον Κυριον,

Δευτ. 15,15        καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτου καὶ ἐλυτρώσατό σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖθεν· διὰ τοῦτο ἐγώ σοι ἐντέλλομαι ποιεῖν τὸ ῥῆμα τοῦτο.

Δευτ. 15,15                Να ενθυμηθής δέ, ότι και συ υπήρξες δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου και σε ηλευθέρωσεν ο Κυριος από εκεί. Δια τούτο και εγώ σου δίδω την εντολήν να φέρεσαι με γενναιοδωρίαν προς τον απελεύθερον δούλον σου.

Δευτ. 15,16        ἐὰν δὲ λέγῃ πρός σε, οὐκ ἐξελεύσομαι ἀπὸ σοῦ, ὅτι ἠγάπηκέ σε καὶ τὴν οἰκίαν σου, ὅτι εὖ ἐστιν αὐτῷ παρὰ σοί,

Δευτ. 15,16               Εάν όμως ο δούλος αυτός σου είπη, δεν θα φύγω από σέ, διότι έχω αγαπήσει και σε και την οικογένειάν σου και ότι είμαι ευτυχισμένος μένων πλησίον σου,

Δευτ. 15,17        καὶ λήψῃ τὸ ὀπήτιον, καὶ τρυπήσεις τὸ ὠτίον αὐτοῦ πρὸς τὴν θύραν, καὶ ἔσται σοι οἰκέτης εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ τὴν παιδίσκην σου ὡσαύτως ποιήσεις.

Δευτ. 15,17                θα λάβης το τρυπητήρι, θα τρυπήσης το αυτί του εις την θύραν σου, και θα μένη αυτός δούλος σου ισοβίως. Το ίδιο θα κάμης και δια την δούλην σου, εάν και αυτή εκφράση την αυτήν επιθυμίαν.

Δευτ. 15,18        οὐ σκληρὸν ἔσται ἐναντίον σου ἐξαποστελλομένων αὐτῶν ἐλευθέρων ἀπὸ σοῦ, ὅτι ἐπέτειον μισθὸν τοῦ μισθωτοῦ ἐδούλευσέ σοι ἓξ ἔτη· καὶ εὐλογήσει σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσιν, οἷς ἐὰν ποιῇς.

Δευτ. 15,18               Δεν θα στενοχωρθής και δεν θα δυσφορήσης εναντίον των δούλων, τους οποίους αφήνεις ελευθέρους, διότι αυτοί επί εξ έτη σε υπηρέτησαν ως δούλοι, σου προσέφεραν ως δούλοι εξ ετησίων υπηρεσιών μισθούς. Υπακούων εις όσα εγώ σε διατάσσω θα έχεις την ευλογίαν Κυρίου του Θεού σου εις όλα τα έργα σου.

 

                                    Η αφιέρωση των πρωτοτόκων

Δευτ. 15,19        Πᾶν πρωτότοκον, ὃ ἐὰν τεχθῇ ἐν ταῖς βουσί σου καὶ ἐν τοῖς προβάτοις σου, τὰ ἀρσενικά, ἁγιάσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐκ ἐργᾷ ἐν τῷ πρωτοτόκῳ μόσχῳ σου καὶ οὐ μὴ κείρῃς τὰ πρωτότοκα τῶν προβάτων σου·

Δευτ. 15,19               Καθε πρωτότοκον αρσενικόν, που θα γεννηθή εις τα βόδια σου και εις τα πρόβατά σου, θα το αφιερώσης εις Κυριον τον Θεόν σου. Δεν θα χρησιμοποιήσης δι' ιδικάς σου εργασίας το πρωτότοκον μοσχάρι σου ούτε και θα κουρεύσης δια λογαριασμόν σου τα πρωτότοκα εκ των προβάτων σου.

Δευτ. 15,20        ἔναντι Κυρίου φαγῇ αὐτὸ ἐνιαυτὸν ἐξ ἐνιαυτοῦ ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, σὺ καὶ ὁ οἶκός σου.

Δευτ. 15,20               Ενώπιον του Κυρίου και στον τόπον, τον οποίον εκείνος ήθελεν εκλέξει, θα τρώγης συ και η οικογένειά σου κάθε χρόνον τα πρωτότοκα αυτά.

Δευτ. 15,21        ἐὰν δὲ ᾖ ἐν αὐτῷ μῶμος, χωλὸν ἢ τυφλὸν ἢ καὶ πᾶς μῶμος πονηρός, οὐ θύσεις αὐτὸ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου·

Δευτ. 15,21               Εάν όμως το προσφερόμενον πρωτότοκον έχη κάποιο ελάττωμα, είναι δηλαδή χωλόν η τυφλόν η με άλλο τι σωματικόν ελάττωμα, δεν θα το θυσιάσης εις Κυριον τον Θεόν σου.

Δευτ. 15,22        ἐν ταῖς πόλεσί σου φαγῇ αὐτό, ὁ ἀκάθαρτος ἐν σοὶ καὶ ὁ καθαρὸς ὡσαύτως ἔδεται ὡς δορκάδα ἢ ἔλαφον·

Δευτ. 15,22               Εις τας πόλεις σου θα το σφάξης και θα το φάγης. Από αυτό έχει το δικαίωμα να φάγη όχι μόνον ο νομικώς καθαρός αλλά και ο ακάθαρτος που μένει κοντά σου, όπως αδιαφόρως τρώγετε το κρέας της δορκάδος η της ελάφου.

Δευτ. 15,23        πλὴν αἷμα οὐ φάγεσθε, ἐπὶ τὴν γῆν ἐκχεεῖς αὐτὸ ὡς ὕδωρ.

Δευτ. 15,23               Το αίμα όμως δεν θα το φάγετε. Θα το χύσετε εις την γην, όπως το νερό.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16- ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΟΡΤΩΝ

Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

                                   Η γιορτή του Πάσχα

Δευτ. 16,1         Φύλαξαι τὸν μῆνα τῶν νέων καὶ ποιήσεις τὸ πάσχα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου, ὅτι ἐν τῷ μηνὶ τῶν νέων ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου νυκτός.

Δευτ. 16,1                  Να φυλάττης τον μήνα των νέων σιτηρών (τον Νισάν). Κατ' αυτόν θα εορτάσης το Πασχα εις δόξαν και τιμήν Κυρίου του Θεού σου, διότι κατά τον μήνα αυτόν των νέων σιτηρών εξήλθες ελεύθερος δια νυκτός από την Αίγυπτον.

Δευτ. 16,2         καὶ θύσεις τὸ πάσχα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πρόβατα καὶ βόας ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ.

Δευτ. 16,2                 Προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου θα θυσιάσης κατά το Πασχα πρόβατα και βόδια στον τόπον, τον οποίον ο Κυριος ήθελεν εκλέξει, δια να τιμάται εκεί και λατρεύεται το όνομά του.

Δευτ. 16,3         οὐ φαγῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ ζύμην· ἑπτὰ ἡμέρας φαγῇ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἄζυμα, ἄρτον κακώσεως, ὅτι ἐν σπουδῇ ἐξήλθετε ἐξ Αἰγύπτου· ἵνα μνησθῆτε τὴν ἡμέραν τῆς ἐξοδίας ὑμῶν ἐκ γῆς Αἰγύπτου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν.

Δευτ. 16,3                 Με τον πασχάλιον αμνόν δεν θα φάγης ψωμί ένζυμον. Επτά ημέρας θα τρώγης μαζή με τας πασχαλινάς θυσίας άζυμα, άρτον που θα συμβολίζη ταλαιπωρίαν και θλίψιν, διότι με πολλήν βίαν εφύγατε τότε από την Αίγυπτον. Ετσι θα πράττετε, δια να ενθυμήσθε την ημέραν της αναχωρήσεώς σας από την Αίγυπτον, όλας τας ημέρας της ζωής σας.

Δευτ. 16,4         οὐκ ὀφθήσεταί σοι ζύμη ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις σου ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ οὐ κοιμηθήσεται ἀπὸ τῶν κρεῶν, ὧν ἐὰν θύσῃς τὸ ἑσπέρας τῇ ἡμέρᾳ τῇ πρώτῃ εἰς τὸ πρωΐ.

Δευτ. 16,4                 Επί επτά ημέρας εντός των ορίων όλης της περιοχής σου δεν θα παρουσιασθή καν προζύμι, από δε τα κρέατα των ζώων, που θα θυσιάσης την εσπέραν της πρώτης ημέρας, δεν θα μείνη τίποτε έως το πρωϊ.

Δευτ. 16,5         οὐ δυνήσῃ θῦσαι τὸ πάσχα ἐν οὐδεμιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι,

Δευτ. 16,5                 Δεν σου επιτρέπεται να τελέσης τας θυσίας του Πασχα εις καμμίαν από τας πόλεις, που σου έδωκεν ο Κυριος,

Δευτ. 16,6         ἀλλ᾿ ἢ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ, θύσεις τὸ πάσχα ἑσπέρας πρὸς δυσμὰς ἡλίου ἐν τῷ καιρῷ, ᾧ ἐξῆλθες ἐξ Αἰγύπτου,

Δευτ. 16,6                 αλλά μόνον στον τόπον τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, δια να ακούεται και τιμάται εκεί το όνομά του. Εκεί θα προσφέρης την θυσίαν του Πασχα την εσπέραν με την δύσιν του ηλίου εις ανάμνησιν της ώρας, κατά την οποίαν έφυγες από την Αίγυπτον.

Δευτ. 16,7         καὶ ἑψήσεις καὶ ὀπτήσεις καὶ φαγῇ ἐν τῷ τόπῳ, οὗ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτόν, καὶ ἀποστραφήσῃ τὸ πρωΐ καὶ ἐλεύσῃ εἰς τοὺς οἴκους σου.

Δευτ. 16,7                 Θα βράσης και θα ψήσης και θα φάγης τον θυσιαζόμενον αμνόν στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου και την πρωΐαν θα επιστρέψης και θα μεταβής εις την οικίαν σου.

Δευτ. 16,8         ἓξ ἡμέρας φαγῇ ἄζυμα, καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ ἐξόδιον, ἑορτὴ Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου· οὐ ποιήσεις ἐν αὐτῇ πᾶν ἔργον πλὴν ὅσα ποιηθήσεται ψυχῇ.

Δευτ. 16,8                 Επί εξ ημέρας θα τρώγης άζυμον άρτον ημέρά δε η εβδόμη θα είναι η τελευταία των εορτών του Πασχα, επίσημος εορτή προς τιμήν Κυρίου του Θεού σου. Κατ' αυτήν δεν θα κάμης καμμίαν εργασίαν πλην εκείνων, που είναι απαραίτητοι δια την συντήρησιν της ζωής σου.

 

                                    Η γιορτή των Εβδομάδων (Πρωτογεννημάτων)

Δευτ. 16,9         ἑπτά ἑβδομάδας ἐξαριθμήσεις σεαυτῷ· ἀρξαμένου σου δρέπανον ἐπ᾿ ἀμητόν, ἄρξῃ ἐξαριθμῆσαι ἑπτὰ ἑβδομάδας.

Δευτ. 16,9                 Θα μετρήσης επτά εβδομάδας, τεσσαράκοντα εννέα ημέρας, θα αρχίσης να μετράς από την ημέραν, που θα πάρης το δρεπάνι δια τον θερισμόν.

Δευτ. 16,10        καὶ ποιήσεις ἑορτὴν ἑβδομάδων Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου καθὼς ἡ χείρ σου ἰσχύει, ὅσα ἂν δῷ Κύριος ὁ Θεός σου·

Δευτ. 16,10               Την τελευταίαν ημέραν, δηλαδή την πεντηκαστήν, θα τελέσης την εορτήν των εβδομάδων, την Πεντηκοστής, προς χάριν Κυρίου του Θεού σου και θα προσφέρης από τα πρωτογεννήματα των αγρών σου, αναλόγως με την οικονομικήν σου κατάστασιν, αναλόγως με όσα Κυριος ο Θεός σου θα σου δώση.

Δευτ. 16,11        καὶ εὐφρανθήσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐν ὑμῖν, ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτὸν ἐπικληθῆναι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκεῖ,

Δευτ. 16,11                Κατά την εορτήν αυτήν της Πεντηκοστής θα φάγης και θα ευφρανθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο δούλος και η δούλη σου, ο Λευΐτης και ο ξένος, ο ορφανός και η χήρα, που ευρίσκεται μεταξύ σας, θα φάγετε στον τόπον, τον οποίον ήθελεν εκλέξει Κυριος ο Θεός σου, δια να επικαλήται εκεί και λατρεύεται το Ονομά του.

Δευτ. 16,12        καὶ μνησθήσῃ ὅτι οἰκέτης ἐγένου ἐν γῇ Αἰγύπτῳ, καὶ φυλάξῃ καὶ ποιήσεις τὰς ἐντολὰς ταύτας.

Δευτ. 16,12               Να ενθυμηθής δε τότε, ότι υπήρξες και συ δούλος εις την χώραν της Αιγύπτου. Δι' αυτό και πρέπει να φυλάξης και αφαρμόσης τας εντολάς μου αυτάς.

 

                                     Η γιορτή της Σκηνοπηγίας

Δευτ. 16,13        ἑορτὴν σκηνῶν ποιήσεις σεαυτῷ ἑπτὰ ἡμέρας ἐν τῷ συναγαγεῖν σε ἐκ τῆς ἅλωνός σου καὶ ἀπὸ τῆς ληνοῦ σου·

Δευτ. 16,13               Την εορτήν των Σκηνών, δηλαδή την εορτήν της Σκηνοπηγίας, επί επτά επίσης ημέρας θα την εορτάσης, όταν συγκεντρώσης από το αλώνι σου το σιτάρι και από τον ληνόν σου τον οίνον.

Δευτ. 16,14        καὶ εὐφρανθήσῃ ἐν τῇ ἑορτῇ σου, σὺ καὶ ὁ υἱός σου καὶ ἡ θυγάτηρ σου, ὁ παῖς σου καὶ ἡ παιδίσκη σου καὶ ὁ Λευίτης καὶ ὁ προσήλυτος καὶ ὁ ὀρφανὸς καὶ ἡ χήρα ἡ οὖσα ἐν ταῖς πόλεσί σου.

Δευτ. 16,14               Και κατά την εορτήν αυτήν θα ευφρανθής συ και ο υιός σου και η θυγάτηρ σου, ο δούλος σου και η δούλη σου, ο Λευΐτης και ο ξένος, ο αρφανός και η χήρα, που ευρίσκεται εις τας πόλεις σου.

Δευτ. 16,15        ἑπτὰ ἡμέρας ἑορτάσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου αὐτῷ· ἐὰν δὲ εὐλογήσῃ σε Κύριος ὁ Θεός σου ἐν πᾶσι τοῖς γενήμασί σου καὶ ἐν παντὶ ἔργῳ τῶν χειρῶν σου, καὶ ἔσῃ εὐφραινόμενος.

Δευτ. 16,15               Επί επτά ημέρας θα εορτάσης την Σκηνοπηγίαν προς τιμήν και δόξαν Κυρίου του Θεού σου στον τόπον, στον οποίον ήθελεν εκλέξει δια τον εαυτόν του Κυριος ο Θεός σου. Ετσι δε Κυριος ο Θεός σου θα σε ευλογήση εις όλα τα προϊόντα σου, εις όλα τα έργα των χειρών σου. Και εφ' όσον θα σε έχη ευλογήσει θα είσαι ευχαριστημένος και χαρούμενος.

Δευτ. 16,16        τρεῖς καιροὺς τοῦ ἐνιαυτοῦ ὀφθήσεται πᾶν ἀρσενικόν σου ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐν τῷ τόπῳ, ᾧ ἐὰν ἐκλέξηται αὐτὸν Κύριος, ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἀζύμων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῶν ἑβδομάδων καὶ ἐν τῇ ἑορτῇ τῆς σκηνοπηγίας. οὐκ ὀφθήσῃ ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου κενός·

Δευτ. 16,16               Εις τρεις καιρούς του έτους θα παρουσιάζεται κάθε άρρην Ισραηλίτης ενώπιον του Κυρίου του Θεού σου στον τόπον, τον οποίον ο Κυριος ήθελεν εκλέξει δια τον εαυτόν του κατά την εορτήν των αζύμων, δηλαδή το Πασχα, κατά την εορτήν των επτά εβδομάδων, δηλαδή την Πεντηκοστήν, και κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Δεν θα παρουσιασθής ενώπιον Κυρίου του Θεού σου με αδειανά τα χέρια.

Δευτ. 16,17        ἕκαστος κατὰ δύναμιν τῶν χειρῶν ὑμῶν, κατὰ τὴν εὐλογίαν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, ἣν ἔδωκέ σοι.

Δευτ. 16,17               Ο καθένας θα προσφέρη τα δώρα του αναλόγως της οικονομικής του δυνατότητος, αναλόγως των ευλογιών και δωρεών, τας οποίας του έδωκεν ο Κυριος.

 

                                    Η απονομή της δικαιοσύνης

Δευτ. 16,18        Κριτὰς καὶ γραμματοεισαγωγεῖς ποιήσεις σεαυτῷ ἐν ταῖς πόλεσί σου, αἷς Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, κατὰ φυλάς, καὶ κρινοῦσι τὸν λαὸν κρίσιν δικαίαν.

Δευτ. 16,18               Θα διορίσης κατά φυλάς, δικαστάς και διδασκάλους εις τας πόλεις σου, τας οποίας Κυριος ο Θεός σου σου δίδει, δια να δικάζουν τον λαόν με δικαιοσύνην.

Δευτ. 16,19        οὐκ ἐκκλινοῦσι κρίσιν, οὐδὲ ἐπιγνώσονται πρόσωπον οὐδὲ λήψονται δῶρον· τὰ γὰρ δῶρα ἀποτυφλοῖ ὀφθαλμοὺς σοφῶν καὶ ἐξαίρει λόγους δικαίων.

Δευτ. 16,19               Δεν θα παρεκκλίνουν κατά την απόδοσιν της δικαιοσύνης, δεν θα επηρεασθούν από πρόσωπα, ούτε και θα λάβουν δώρα, διότι τα δώρα τυφλώνουν τους οφθαλμούς των σοφών και εκτρέπουν από την αλήθειαν και την δικαιοσύνην τους λόγους και τας αποφάσεις των δικαίων.

Δευτ. 16,20        δικαίως τὸ δίκαιον διῴξῃ, ἵνα ζῆτε καὶ εἰσελθόντες κληρονομήσητε τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι.

Δευτ. 16,20              Κατά λόγον δικαιοσύνης θα αποδίδης αυστηρώς το δίκαιον, δια να ζήτε και εισέλθετε και κληρονομήσετε την γην, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου δίδει εις σέ.

 

                                    Η καθαρότητα της λατρείας του Θεού

Δευτ. 16,21        Οὐ φυτεύσεις σεαυτῷ ἄλσος, πᾶν ξύλον, παρὰ τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ σου οὐ ποιήσεις σεαυτῷ.

Δευτ. 16,21               Δεν θα φυτεύσης ιερόν άλσος, όπως φυτεύουν οι ειδωλολάτραι προς τιμήν των ειδώλων των, ούτε και κανένα δένδρον θα φυτεύσης πλησίον στο θυσιαστήριον του Θεού σου.

Δευτ. 16,22        οὐ στήσεις σεαυτῷ στήλην, ἃ ἐμίσησε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 16,22              Δεν θα κτίσης ούτε θα στήσης ειδωλολατρικήν στήλην. Αυτά τα εμίσησε και τα μισεί Κυριος ο Θεός σου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17- Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΑΣ

Η ΑΝΩΤΑΤΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ - ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ

                                   Η καθαρότητα της λατρείας του Θεού

Δευτ. 17,1         Οὐ θύσεις Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου μόσχον ἢ πρόβατον, ἐν ᾧ ἐστιν ἐν αὐτῷ μῶμος, πᾶν ῥῆμα πονηρόν, ὅτι βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σού ἐστιν.

Δευτ. 17,1                  Δεν θα θυσιάσης εις Κυριον τον Θεόν σου μοσχάρι η πρόβατον, στο οποίον υπάρχει κάποιο ελάττωμα η οιαδήποτε άλλη αναπηρία η ασθένεια, διότι μία τέτοια προσφορά είναι αποκρουστική ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

 

                                     Η αντιμετώπιση της ειδωλολατρίας μέσα στο λαό

Δευτ. 17,2         Ἐὰν δὲ εὑρεθῇ ἐν μιᾷ τῶν πόλεών σου, ὧν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, ἀνὴρ ἢ γυνή, ὃς ποιήσει τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου παρελθεῖν τὴν διαθήκην αὐτοῦ,

Δευτ. 17,2                 Εάν εις κάποιαν από τας πόλεις, τας οποίας Κυριος ο Θεός σου δίδει, ευρεθή άνδρας η γυναίκα, που θα διαπράξουν πονηρίαν ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, ώστε να παραβούν και καταπατήσουν την εντολήν του,

Δευτ. 17,3         καὶ ἐλθόντες λατρεύσωσι θεοῖς ἑτέροις καὶ προσκυνήσωσιν αὐτοῖς, τῷ ἡλίῳ ἢ τῇ σελήνῃ ἢ παντὶ τῶν ἐκ τοῦ κόσμου τοῦ οὐρανοῦ, ἃ οὐ προσέξατέ σοι,

Δευτ. 17,3                 και μεταβούν αλλού δια να λατρεύσουν άλλους θεούς και προσκυνήσουν αυτούς, τον ήλιον, την σελήνην, η ο,τιδήποτε άλλο από τον ουράνιον κόσμον, τα οποία σε διέταξεν ο Κυριος να μη λατρεύης,

Δευτ. 17,4         καὶ ἀναγγελῇ σοι, καὶ ἐκζητήσεις σφόδρα, καὶ ἰδοὺ ἀληθῶς γέγονε τὸ ῥῆμα, γεγένηται τὸ βδέλυγμα τοῦτο ἐν Ἰσραήλ,

Δευτ. 17,4                 και σου αναγγελή το γεγονός αυτό, τότε θα ερευνήσης με υπομονήν, δια να εξακριβώσης την αλήθειαν. Εάν δε διαπιστώσης ότι πράγματι έγινεν αυτή η παρανομία, τούτο σημαίνει ότι έγινε μία μισητή και αποκρουστική πράξις μεταξύ των Ισραηλιτών.

Δευτ. 17,5         καὶ ἐξάξεις τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ἢ τὴν γυναῖκα ἐκείνην καὶ λιθοβολήσετε αὐτοὺς ἐν λίθοις, καὶ τελευτήσουσιν.

Δευτ. 17,5                 Αυτόν τον άνδρα η εκείνην την γυναίκα, που διέπραξαν αυτήν την παράβασιν, θα τους βγάλετε έξω από την πόλιν και θα τους λιθοβολήσετε, ώστε να αποθάνουν.

Δευτ. 17,6         ἐπὶ δυσὶ μάρτυσιν ἢ ἐπὶ τρισὶ μάρτυσιν ἀποθανεῖται ὁ ἀποθνήσκων· οὐκ ἀποθανεῖται ἐφ᾿ ἑνὶ μάρτυρι.

Δευτ. 17,6                 Κατόπιν μαρτυρίας δύο η τριών μαρτύρων θα καταδικάζεται εις θάνατον και θα εκτελήται ο ένοχος. Κανείς δεν θα καταδικάζεται εις θάνατον βάσει της μαρτυρικής καταθέσεως ενός μόνον.

Δευτ. 17,7         καὶ ἡ χεὶρ τῶν μαρτύρων ἔσται ἐπ᾿ αὐτῷ ἐν πρώτοις θανατῶσαι αὐτόν, καὶ ἡ χεὶρ τοῦ λαοῦ ἐπ᾿ ἐσχάτων· καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ ὑμῶν αὐτῶν.

Δευτ. 17,7                 Κατά δε την εκτέλεσιν του δια λιθοβολισμού θανάτου πρώτη η χειρ των μαρτύρων θα ρίψη τον λίθον κατά του καταδίκου, και κατόπιν θα ρίψουν λίθους τα χέρια του λαού. Ετσι δε θα αφαιρέσετε από ανάμεσά σας τον παραβάτην της θείας εντολής.

 

                                    Η ανώτατη δικαιοδοσία

Δευτ. 17,8         Ἐὰν δὲ ἀδυνατήσῃ ἀπὸ σοῦ ῥῆμα ἐν κρίσει ἀναμέσον αἷμα αἵματος καὶ ἀναμέσον κρίσις κρίσεως καὶ ἀναμέσον ἁφὴ ἁφῆς καὶ ἀναμέσον ἀντιλογία ἀντιλογίας, ῥήματα κρίσεως ἐν ταῖς πόλεσιν ὑμῶν, καὶ ἀναστὰς ἀναβήσῃ εἰς τὸν τόπον, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου ἐκεῖ,

Δευτ. 17,8                 Εάν δε ως δικαστής ευρίσκεσαι εις αδυναμίαν να αποφανθής εις κάποιαν δίκην, αν πρόκειται περί φόνου και τι είδους φόνου, η υπάρχη διαφορά γνώμης μεταξύ των δικαστών και αναζητήται ποία είναι η ορθή η εις περίπτωσιν τρααματισμού περί του είδους αυτού και άρα της ενοχής του κατηγορουμένου η γενικώς εις περίπτωσιν απορίας δια την λήψιν δικαίας αποφάσεως εις δίκας που διεξάγονται εις τας πόλεις σας, θα σηκωθής και θα μεταβής στον τόπον, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, στον ναόν,

Δευτ. 17,9         καὶ ἐλεύσῃ πρὸς τοὺς ἱερεῖς τοὺς Λευίτας καὶ πρὸς τὸν κριτήν, ὃς ἂν γένηται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καὶ ἐκζητήσαντες ἀναγγελοῦσί σοι τὴν κρίσιν.

Δευτ. 17,9                 θα προσέλθης στους Λευΐτας ιερείς και προς τον καθωρισμένον δια τας ημέρας εκείνας δικαστήν. Αυτοί θα ερευνήσουν επιμελώς την υπόθεσιν και θα σου αναγγείλουν την δικαίαν κρίσιν.

Δευτ. 17,10        καὶ ποιήσεις κατὰ τὸ πρᾶγμα, ὃ ἂν ἀναγγείλωσί σοι ἐκ τοῦ τόπου, οὗ ἐὰν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεός σου, καὶ φυλάξῃ ποιῆσαι πάντα ὅσα ἂν νομοθετηθῇ σοι·

Δευτ. 17,10               Συ δε πρέπει να συμμορφωθής προς την απόφασιν, την οποίαν θα εκδώσουν και θα αναγγείλουν εις σε οι αρμόδιοι αυτοί εκ του τόπου, τον οποίον θα εκλέξη Κυριος ο Θεός σου, και θα φροντίσης να τηρήσης εκείνο πλέον, το οποίον ως νόμος θα διατυπωθή εις σέ.

Δευτ. 17,11        κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὴν κρίσιν, ἣν ἂν εἴπωσί σοι, ποιήσεις, οὐκ ἐκκλινεῖς ἀπὸ τοῦ ῥήματος, οὗ ἐὰν ἀναγγείλωσί σοι, δεξιὰ οὐδὲ ἀριστερά.

Δευτ. 17,11                Συμφωνα με τον νόμον και με την απόφασιν, που εξέδωκαν και ανήγγειλαν εις σε εκείνοι, θα πράξης και δεν θα παρεκκλίνης ούτε δεξιά ούτε αριστερά από την απόφασιν, που σου έχουν αναγγείλει.

Δευτ. 17,12        καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν ποιήσῃ ἐν ὑπερηφανίᾳ ὥστε μὴ ὑπακοῦσαι τοῦ ἱερέως τοῦ παρεστηκότος λειτουργεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἢ τοῦ κριτοῦ, ὃς ἂν ᾖ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, καὶ ἀποθανεῖται ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, καὶ ἐξαρεῖς τὸν πονηρὸν ἐξ Ἰσραήλ·

Δευτ. 17,12               Ο Ισραηλίτης δε εκείνος, ο οποίος εν τω εγωϊσμώ του δεν θα ήθελε να υπακούση εις την απόφασιν του αρχιερέως του προσφέροντος τας υπηρεσίας του πλησίον του Κυρίου και εις δόξαν του Κυρίου, η δεν ήθελε να υπακούση στον εντεταλμένον κριτήν, ο οποίος δικάζει κατά την περίοδον εκείνην, ο ανυπάκουος αυτός ο άνθρωπος θα τιμωρηθή δια θανάτου και έτσι θα αποβάλης τον πονηρόν εκ μέσου του ισραηλιτικού λαού.

Δευτ. 17,13        καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀκούσας φοβηθήσεται καὶ οὐκ ἀσεβήσει ἔτι.

Δευτ. 17,13                Οι άλλοι δε Ισραηλίται, όταν ακούσουν την τιμωρίαν αυτήν, θα φοβηθούν και δεν θα εκτραπούν στο εξής εις ασεβείας.

 

                                    Οδηγίες σχετικά με το βασιλιά

Δευτ. 17,14        Ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, καὶ κληρονομήσῃς αὐτὴν καὶ κατοικήσῃς ἐπ᾿ αὐτὴν καὶ εἴπῃς· καταστήσω ἐπ᾿ ἐμαυτὸν ἄρχοντα, καθὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἔθνη τὰ κύκλῳ μου,

Δευτ. 17,14               Οταν δε εισέλθης εις την γην της επαγγελίας, την οποίαν Κυριος ο Θεός σου δίδει εις σέ, και την καταλάβης ως ιδικήν σου και κατοικήσης εις αυτήν και είπης· Λοιπόν θα εγκαταστήσω τώρα άρχοντα και βασιλέα μου, όπως έχουν και τα γύρω μου ειδωλολατρικά έθνη, μη λησμονήσης Κυριον τον Θεόν σου.

Δευτ. 17,15        καθιστῶν καταστήσεις ἐπὶ σεαυτὸν ἄρχοντα, ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος ὁ Θεὸς αὐτόν. ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου καταστήσεις ἐπὶ σεαυτὸν ἄρχοντα· οὐ δυνήσῃ καταστῆσαι ἐπὶ σεαυτὸν ἄνθρωπον ἀλλότριον, ὅτι οὐκ ἀδελφός σού ἐστι.

Δευτ. 17,15                Θα εγκαταστήσης βεβαίως βασιλέα δια τον εαυτόν σου, εκείνον όμως τον οποίον ο Θεός θα εκλέξη εκ μέσου των αδελφών σου και θα ορίση ως βασιλέα και άρχοντα δια σέ. Δεν θα εγκαταστήσης βασιλέα επί του εαυτού σου άνθρωπον ξένον, διότι αυτός δεν είναι αδελφός σου.

Δευτ. 17,16        διότι οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ ἵππον οὐδὲ μὴ ἀποστρέψῃ τὸν λαὸν εἰς Αἴγυπτον, ὅπως μὴ πληθύνῃ αὐτῷ ἵππον, ὁ δὲ Κύριος εἶπεν· οὐ προσθήσεσθε ἀποστρέψαι τῇ ὁδῷ ταύτῃ ἔτι.

Δευτ. 17,16               Ο εκ των αδελφών σου βασιλεύς, που πιστεύει εις την προστασίαν του Θεού, δεν θα συγκροτήση ιππικόν δια τον εαυτόν του, οπότε θα επαναφέρη τον λαόν εις την Αίγυπτον δια να λάβη από εκεί και άλλο ιππικόν δια τον εαυτόν του, διότι ο Κυριος είπεν· ουδέποτε θα θελήσετε να επιστρέψετε πλέον εις την οδόν προς την Αίγυπτον.

Δευτ. 17,17        καὶ οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ γυναῖκας, ἵνα μὴ μεταστῇ αὐτοῦ ἡ καρδία· καὶ ἀργύριον καὶ χρυσίον οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ σφόδρα.

Δευτ. 17,17                Ο βασιλεύς αυτός δεν θα έχη δια τον εαυτόν του πολλάς γυναίκας, δια να μη δοθή η καρδία του εις την σαρκολατρείαν. Δεν θα συγκεντρώνη πολύν χρυσόν και άργυρον δια τον εαυτόν του.

Δευτ. 17,18        καὶ ὅταν καθίσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, καὶ γράψει αὐτῷ τὸ δευτερονόμιον τοῦτο εἰς βιβλίον παρὰ τῶν ἱερέων τῶν Λευιτῶν,

Δευτ. 17,18               Οταν δε εγκατασταθή στον θρόνον και την εξουσίαν του, θα αντιγράψη δια τον εαυτόν του το δευτερονόμιον τούτο εις βιβλίον από το πρωτότυπον, το οποίον φυλάσσεται παρά των ιερέων της φυλής των Λευϊτών.

Δευτ. 17,19        καὶ ἔσται μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀναγνώσεται ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ, ἵνα μάθῃ φοβεῖσθαι Κύριον τὸν Θεόν σου καὶ φυλάσσεσθαι πάσας τὰς ἐντολὰς ταύτας καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα ποιεῖν,

Δευτ. 17,19               Θα έχη πάντοτε μαζή του το βιβλίον τούτο, θα το μελετά όλας τας ημέρας της ζωής του, δια να μάθη να φοβήται Κυριον τον Θεόν σου και να φροντίζη, ώστε να εφαρμόζη όλας αυτάς τάςεντολάς και τους νόμους.

Δευτ. 17,20        ἵνα μὴ ὑψωθῇ ἡ καρδία αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ, ἵνα μὴ παραβῇ ἀπὸ τῶν ἐντολῶν δεξιὰ ἢ ἀριστερά, ὅπως ἂν μακροχρονίσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.

Δευτ. 17,20               Τούτο δέ, δια να μη αλαζονευθή η καρδία του απέναντι των αδελφών του, δια να μη παρεκκλίνη από τας εντολάς του Κυρίου, δεξιά η αριστερά, και δια να μείνη έτσι επί πολλά έτη εις την εξουσίαν του αυτός και μετ' αυτόν οι απόγονοί του εν μέσω των Ισραηλιτών.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18- ΤΟ ΜΕΡΙΔΙΟ ΤΩΝ ΙΕΡΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΕΥΙΤΩΝ

ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΩΝ ΕΘΙΜΩΝ - ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΑΙ ΨΕΥΔΕΙΣ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

                                    Το μερίδιο των ιερέων και των Λευιτών

Δευτ. 18,1         Οὐκ ἔσται τοῖς ἱερεῦσι τοῖς Λευίταις, ὅλῃ φυλῇ Λευί, μερὶς οὐδὲ κλῆρος μετὰ Ἰσραήλ· καρπώματα Κυρίου ὁ κλῆρος αὐτῶν, φάγονται αὐτά.

Δευτ. 18,1                  Δεν θα υπάρξη και δεν θα δοθή στους ιερείς εκ της φυλής Λευϊ και εις ολόκληρον την φυλήν Λευϊ μερίδιον ούτε κληρονομία μεταξύ του ισραηλιτικού λαού. Πρόσοδος και κληρονομία αυτών και μέσα διατροφής των θα είναι αι προς Κυριον θυσίαι και προσφοραί των Ισραηλιτών.

Δευτ. 18,2         κλῆρος δὲ οὐκ ἔσται αὐτοῖς ἐν τοῖς ἀδελφοῖς αὐτῶν· Κύριος αὐτὸς κλῆρος αὐτοῦ, καθότι εἶπεν αὐτῷ.

Δευτ. 18,2                 Δεν θα έχουν αυτοί κληροναμίαν γης μεταξύ των αδελφών των Ισραηλιτών· κληρονομία των θα είναι, ο ίδιος ο Θεός, όπως και είπεν εις αυτούς.

Δευτ. 18,3         καὶ αὕτη ἡ κρίσις τῶν ἱερέων, τὰ παρὰ τοῦ λαοῦ, παρὰ τῶν θυόντων τὰ θύματα, ἐάν τε μόσχον ἐάν τε πρόβατον· καὶ δώσεις τὸν βραχίονα τῷ ἱερεῖ καὶ τά σιαγόνια καὶ τὸ ἔνυστρον.

Δευτ. 18,3                 Τα δικαιώματα των ιερέων εκ μέρους του λαού από τας θυσίας των μόσχων και των προβάτων, που θα προσφέρουν οι Ισραηλίται, είναι τα εξής· Θα δώσετε στον ιερέα από τας θυσίας αυτάς την δεξιάν ωμοπλάτην μαζή με το πόδι, τας δύο σιαγόνας και τον στάμαχον του θυσιαζομένου ζώου.

Δευτ. 18,4         καὶ τὰς ἀπαρχὰς τοῦ σίτου σου καὶ τοῦ οἴνου σου καὶ τοῦ ἐλαίου σου καὶ τὴν ἀπαρχὴν τῶν κουρῶν τῶν προβάτων σου δώσεις αὐτῷ·

Δευτ. 18,4                 Επίσης θα δώσης τας απαρχάς του σίτου σου και του οίνου σου και του ελαίου σου, όπως επίσης και την απαρχήν της κουράς των προβάτων σου. Θα δώσης αυτά στους Λευΐτας,

Δευτ. 18,5         ὅτι αὐτὸν ἐξελέξατο Κύριος ἐκ πασῶν τῶν φυλῶν σου παρεστάναι ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ, λειτουργεῖν καὶ εὐλογεῖν ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ, αὐτὸς καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ ἐν τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ.

Δευτ. 18,5                 διότι αυτούς εξέλεξεν ο Κυριος από όλας τας φυλάς σας να παρίστανται πλησίον Κυρίου του Θεού, να υπηρετούν αυτόν και εν τω ονόματι αυτού να σας ευλογούν. Αυτούς και τους υιούς των μεταξύ όλων των Ισραηλιτών εξέλεξεν ο Θεός δια τα διάκονηματα αυτά.

Δευτ. 18,6         ἐὰν δὲ παραγένηται ὁ Λευίτης ἐκ μιᾶς τῶν πόλεων ἐκ πάντων τῶν υἱῶν Ἰσρήλ, οὗ αὐτὸς παροικεῖ, καθ᾿ ὅτι ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, εἰς τὸν τόπον ὃν ἂν ἐκλέξηται Κύριος.

Δευτ. 18,6                 Εάν δε ένας Λευΐτης από κάποιαν πόλιν των Ισραηλιτών, όπου κατοικεί, έλθη, σύμφωνα με την επιθυμίαν της καρδίας του, στον τόπον τον οποίον ο Κυριος θα εκλέξη δια τον εαυτόν του,

Δευτ. 18,7         καὶ λειτουργήσει τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτοῦ, ὥσπερ πάντες οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ οἱ Λευῖται οἱ παρεστηκότες ἐκεῖ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου·

Δευτ. 18,7                 θελήση δε και αποφασίση να υπηρετή εκεί εν ονόματι Κυρίου του Θεού καθ' όλην του την ζωήν, όπως και όλοι οι εκεί αδελφοί του Λευίται, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον Κυρίου του Θεού σου,

Δευτ. 18,8         μερίδα μεμερισμένην φάγεται, πλὴν τῆς πράσεως τῆς κατὰ πατριάν.

Δευτ. 18,8                 θα λάβη και αυτός εις διατροφήν του την κανονισμένην και δια τους άλλους Λευΐτας μερίδα, και θα εισπράττη επί πλέον τα χρήματα εκ της πωλήσεως των εισοδημάτων της πατρικής του κληρονομίας.

 

                                     Αποφυγή ειδωλολατρικών εθίμων

Δευτ. 18,9         Ἐὰν δὲ εἰσέλθῃς εἰς τὴν γῆν, ἣν Κύριος ὁ Θεός σου δίδωσί σοι, οὐ μαθήσῃ ποιεῖν κατὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν ἐκείνων.

Δευτ. 18,9                 Οταν δε εισέλθης εις την γην της Επαγγελίας, την οποίαν σου προσφέρει Κυριος ο Θεός σου, πρόσεχε, μήπως τυχόν και μάθης να πράττης τα μισητά και αηδή έργα των λαών εκείνων.

Δευτ. 18,10        οὐχ εὑρεθήσεται ἐν σοὶ περικαθαίρων τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἢ τὴν θυγατέρα αὐτοῦ ἐν πυρί, μαντευόμενος μαντείαν, κληδονιζόμενος καὶ οἰωνιζόμενος,

Δευτ. 18,10               Και συγκεκριμένως· δεν πρέπει να υπάρξη ποτέ μεταξύ σας Ισραηλίτης, ο οποίος, δια να εξαγνίση τάχα τον υιόν η την θυγατέρα του, θα περνά αυτούς δια του πυρός. Η άλλος ο οποίος θα ζητή μαντείας η θα λέγη μαντείας, η θα παρατηρή σημεία και οιωνούς, δια να εξακριβώνη το μέλλον.

Δευτ. 18,11        φαρμακὸς ἐπαείδων ἐπαοιδήν, ἐγγαστρίμυθος καὶ τερατοσκόπος, ἐπερωτῶν τοὺς νεκρούς.

Δευτ. 18,11                Δεν θα υπάρχη μεταξύ σας μάγος, που θα ψάλλη μαγικάς ωδάς, ούτε άνθρωπος που θα φαίνεται ομιλών από την κοιλίαν, ούτε τερατοσκόπος που θα παρατηρή τάχα τέρατα στον ουρανόν δια να προλέγη το μέλλον, ούτε άλλος (πνευματιστής) που θα ερωτά τους νεκρούς.

Δευτ. 18,12        ἔστι γὰρ βδέλυγμα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου πᾶς ποιῶν ταῦτα· ἕνεκεν γὰρ τῶν βδελυγμάτων τούτων Κύριος ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου σου.

Δευτ. 18,12               Εκείνος, που θα πράττη αυτά, είναι μισητός και αποκρουστικός εκ μέρους Κυρίου του Θεού σου. Δια τας βδελυρίας αυτάς των κατοίκων της Χαναάν, θα εξολοθρεύση αυτούς ο Κυριος από τα μάτια σας.

Δευτ. 18,13        τέλειος ἔσῃ ἐναντίον Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου·

Δευτ. 18,13               Θα προσπαθής να είσαι τέλειος και άμεμπτος ενώπιον Κυρίου του Θεού σου.

 

                                    Αληθινοί και ψευδείς προφήτες

Δευτ. 18,14        τὰ γὰρ ἔθνη ταῦτα, οὓς σὺ κατακληρονομεῖς αὐτούς, οὗτοι κληδόνων καὶ μαντειῶν ἀκούσονται, σοὶ δὲ οὐχ οὕτως ἔδωκε Κύριος ὁ Θεός σου.

Δευτ. 18,14               Οι ειδωλολατρικοί λαοί, τους οποίους συ θα κληρονομήσης, θέλουν να ακούουν και να συμβουλεύονται σημεία και μαντείας. Εις σε όμως δεν εδίδαξεν ούτε επιτρέπει Κυριος ο Θεός σου τοιαύτας μαγείας.

Δευτ. 18,15        προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοι Κύριος ὁ Θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε

Δευτ. 18,15               Κυριος ο Θεός σου θα αναδείξη ανάμεσα οπό τους αδελφούς σου Ισραηλίτας ένα προφήτην ωσάν εμέ· εις αυτόν πλέον θα υπακούετε.

Δευτ. 18,16        κατὰ πάντα, ὅσα ἠτήσῳ παρὰ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐν Χωρὴβ τῇ ἡμέρᾳ τῆς ἐκκλησίας λέγοντες· οὐ προσθήσομεν ἀκοῦσαι τὴν φωνὴν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου καὶ τὸ πῦρ τοῦτο τὸ μέγα οὐκ ὀψόμεθα ἔτι, οὐδὲ μὴ ἀποθάνωμεν.

Δευτ. 18,16               Συμφωνα με όλα όσα εζητήσατε από τον Κυριον και Θεόν σας στο όρος Χωρήβ, κατά την ημέραν της γενικής σας συγκεντρώσεως, όταν είπατε να μη ομιλή κατ' ευθείαν πρας σας ο Θεός αλλ' ο Μωϋσής “διότι δεν θα ημπορέσωμεν ημείς να ακούσωμεν την φωνήν Κυρίου του Θεού ούτε θα δυνηθώμεν να αντικρύσωμεν το μέγα εκείνο πυρ και να διαφύγωμεν τον θάνατον”,

Δευτ. 18,17        καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ὀρθῶς πάντα ὅσα ἐλάλησαν πρὸς σέ·

Δευτ. 18,17               ο Κυριος είπε τότε εις εμέ· Ορθά είναι όλα όσα εκείνοι ωμίλησαν και εζήτησαν από σέ.

Δευτ. 18,18        προφήτην ἀναστήσω αὐτοῖς ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτῶν, ὥσπερ σέ, καὶ δώσω τὰ ῥήματα ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ, καὶ λαλήσει αὐτοῖς καθ᾿ ὅτι ἂν ἐντείλωμαι αὐτῷ·

Δευτ. 18,18               Δια τούτο θα αναδείξω ένα προφήτην εκ μέσου των Ισραηλιτών όμοιον με σέ, θα βάλω τα λόγια μου στο στόμα του και αυτός θα αναγγέλλη εις εκείνους κάθε τι, το οποίον εγώ θα δίδω εις αυτόν ως εντολήν μου.

Δευτ. 18,19        καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν μὴ ἀκούσῃ ὅσα ἂν λαλήσῃ ὁ προφήτης ἐκεῖνος ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ἐκδικήσω ἐξ αὐτοῦ.

Δευτ. 18,19               Καθε δε άνθρωπον, ο οποίος θα παρακούση όσα εν τω ονόματί μου θα είπη ο προφήτης εκείνος, εγώ θα τον τιμωρήσω.

Δευτ. 18,20        πλὴν ὁ προφήτης, ὃς ἂν ἀσεβήσῃ λαλῆσαι ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου ῥῆμα, ὃ οὐ προσέταξα λαλῆσαι, καὶ ὃς ἂν λαλήσῃ ἐν ὀνόματι θεῶν ἑτέρων, ἀποθανεῖται ὁ προφήτης ἐκεῖνος.

Δευτ. 18,20              Εάν δε και υπάρξη προφήτης, ο οποίος, ασεβών απέναντί μου, θα ομιλήση εξ ονόματός μου και θα αναγγείλη λόγον, τον οποίον εγώ δεν διέταξα, και εκείνος ο ψευδοπροφήτης ο οποίος θα ομιλήση προς τον λαόν μου εξ ονόματος άλλων θεών, θα τιμωρηθή δια θανάτου.

Δευτ. 18,21        ἐὰν δὲ εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· πῶς γνωσόμεθα τὸ ῥῆμα, ὃ οὐκ ἐλάλησε Κύριος;

Δευτ. 18,21               Εάν σου γενηθή απορία και διαλογισθής, πως θα ξεχωρίσω εγώ τον λόγον που ο Κυριος ελάλησε, από τα λόγια του ψευδοπροφήτου; Σε πληροφορώ,

Δευτ. 18,22        ὅσα ἐὰν λαλήσῃ ὁ προφήτης ἐκεῖνος τῷ ὀνόματι Κυρίου, καὶ μὴ γένηται καὶ μὴ συμβῇ, τοῦτο τὸ ῥῆμα ὃ οὐκ ἐλάλησε Κύριος· ἐν ἀσεβείᾳ ἐλάλησεν ὁ προφήτης ἐκεῖνος, οὐκ ἀφέξεσθε αὐτοῦ.

Δευτ. 18,22              ότι όσα θα προείπη εξ ονόματος του Κυρίου ένας προφήτης και δεν πραγματοποιηθή εκείνο το οποίον είπε, να σκεφθής ότι εις αυτόν τον προφήτην δεν ωμίλησεν ο Κυριος. Ασεβώς και ψευδώς μίλησε. Αυτόν τον προφήτην δεν θα τον σεβασθήτε καθόλου ούτε και θα τον λυπηθήτε.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25

26

27

28

29

30

31

32

33

34