ΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

 

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΙΣΑΑΚ

 

Ο ΙΣΑΑΚ

 

Ο πατριάρχης Ισαάκ

Ο Ισαάκ ήταν πατριάρχης του Ισραήλ, πρόγονος του Δαβίδ και του Ιησού Χριστού (Ματθ. 1,1-16. Λουκ. 3,23-38). Ήταν γιος του Αβραάμ και της Σάρρας (Γένεση 21,1-8. Ιησούς του Ναυή 24,4. Ματθαίος 1,2. Λουκάς 3,34),  σύζυγος της Ρεβέκκας και πατέρας του Ιακώβ και του Ησαύ (Γένεση 25,20-28. Ιησούς του Ναυή 24,4. Ματθαίος 1,2. Λουκάς 3,34).

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των χρονολογιών της Παλαιάς Διαθήκης ο Ισαάκ θα πρέπει να έζησε περίπου το 2066-1886 π.Χ. Γεννήθηκε όταν ο Αβραάμ ήταν 100 ετών και η Σάρρα 90 ετών (Γένεση 17,17. 21,5). Ονομάστηκε Ισαάκ (γέλιο), γιατί οι γονείς του γέλασαν με δυσπιστία στη σκέψη ότι ήταν δυνατόν να αποκτήσουν παιδί στην προχωρημένη ηλικία που ήταν (Γένεση 17,17-19. 18,9-15. 21,6). Ο Ισαάκ ήταν άνθρωπος πίστεως και εμπιστοσύνης προς το Θεό, ενώ ο χαρακτήρας του ήταν ήπιος και ειρηνικός.

 

 

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

 

Είχαν περάσει 25 χρόνια από τότε που ο Θεός υποσχέθηκε ότι θα αποκτούσαν παιδί, γι αυτό και ο καρπός της υπόσχεσης του Θεού προς τη Σάρρα (Γένεση 17,17-19. 21,2) ονομάστηκε "τέκνο επαγγελίας", σε αντίθεση με τον άλλο γιο του Αβραάμ, τον Ισμαήλ, που απέκτησε με τη δούλη του Άγαρ (Γαλάτας 4,21-30).

Έτσι σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου, η Σάρρα έμεινε έγκυος και γέννησε ένα γιο στον Αβραάμ, στα γηρατειά του, στο χρόνο που είχε ορίσει ο Κύριος. Ο Αβραάμ ονόμασε το γιο που του γέννησε η Σάρρα, Ισαάκ. Ο Αβραάμ ήταν εκατό ετών όταν γεννήθηκε ο Ισαάκ και η Σάρρα 90 (Γένεση 21,1-8. Ιησούς του Ναυή 24,4). Όταν ο Ισαάκ ήταν μόλις 8 ημερών, ο Αβραάμ του έκανε περιτομή κατ' εντολή του Θεού (Γένεση 21,4).

 

 

Η ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

 

Η θυσία του Ισαάκ

Όταν ο Ισαάκ ήταν σε μικρή ηλικία, ο Κύριος θέλησε να δοκιμάσει τον Αβραάμ και του είπε: «Αβραάμ! Πάρε το γιο σου το μονογενή, που τον αγαπάς, τον Ισαάκ, και πήγαινε να τον θυσιάσεις στη γη Μοριά, σ' ένα από τα βουνά που εγώ θα σου δείξω».

Ο Αβραάμ ανταποκρίθηκε στην εντολή του Κυρίου. Σηκώθηκε νωρίς το πρωί, πήρε μαζί του δύο από τους δούλους του και το γιο του τον Ισαάκ. Έσχισε τα ξύλα για τη θυσία και ξεκίνησε για τον τόπο που του είπε ο Θεός. Την τρίτη μέρα κοίταξε και είδε τον τόπο από μακριά. Τότε είπε στους δούλους του: «Καθίστε εσείς εδώ με το γαϊδουράκι, κι εγώ με το παιδί θα πάμε ως εκεί να προσκυνήσουμε κι έπειτα θα γυρίσουμε».

 

Πήρε ο Αβραάμ τα ξύλα της θυσίας και τα φόρτωσε πάνω στον Ισαάκ το γιο του, πήρε στο χέρι του τη φωτιά και το μαχαίρι, και προχώρησαν. Κάποια στιγμή ο Ισαάκ είπε στον πατέρα του: «Πατέρα μου, έχουμε τη φωτιά και τα ξύλα, αλλά πού είναι το αρνί για τη θυσία;». Ο Αβραάμ αποκρίθηκε: «Ο Θεός θα φροντίσει για το αρνί της θυσίας, παιδί μου». Και συνέχισαν το δρόμο τους.

 

Όταν έφτασαν στον τόπο που τους είχε πει ο Θεός, ο Αβραάμ έχτισε εκεί το θυσιαστήριο, ετοίμασε τα ξύλα, έδεσε το γιο του τον Ισαάκ και τον έβαλε στο θυσιαστήριο πάνω από τα ξύλα. Ύστερα άπλωσε το χέρι του και πήρε το μαχαίρι για να σφάξει το παιδί του. Αλλά ο άγγελος του Κυρίου του φώναξε από τον ουρανό και του είπε: «Αβραάμ, Αβραάμ! Μην απλώσεις χέρι στο παιδί και μην του κάνεις τίποτε, γιατί τώρα ξέρω ότι φοβάσαι το Θεό και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου».

Ο Αβραάμ κοίταξε τριγύρω και είδε ένα κριάρι πιασμένο από τα κέρατα σ' ένα θάμνο. Έτρεξε, το πήρε και το θυσίασε αντί για το γιο του. Ο άγγελος του Κυρίου φώναξε για δεύτερη φορά στον Αβραάμ από τον ουρανό και του είπε: «Εγώ ο Κύριος ορκίζομαι στον εαυτό μου, ότι επειδή έκανες την πράξη αυτή και δε μου αρνήθηκες το μοναχογιό σου, θα σε ευλογήσω με το παραπάνω και θα σου δώσω αναρίθμητους απογόνους σαν τ' αστέρια του ουρανού και σαν την άμμο που είναι στις ακτές της θάλασσας. Ο απόγονος σου θα κατακτήσει τις πόλεις των εχθρών του. Με τον απόγονο σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, επειδή υπάκουσες στην εντολή μου» (Γένεση κεφ. 22).

 

 

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΕΒΕΚΚΑΣ

 

Όταν ο Ισαάκ ήταν 37 ετών και ενώ βρισκόταν στη Χεβρών, έχασε τη μητέρα του (Γένεση 23,1). Την περίοδο εκείνη ο Αβραάμ είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα και ο Κύριος τον είχε ευλογήσει σε όλα. Μια μέρα, ο Αβραάμ έστειλε τον πιο ηλικιωμένο δούλο του σπιτιού του, τον Ελιέζερ, που διαχειριζόταν την περιουσία του να πάει στη Μεσοποταμία για να βρει την πιο κατάλληλη γυναίκα για τον Ισαάκ, η οποία να προέρχεται από τη χώρα που γεννήθηκε και όχι από τις θυγατέρες των Χαναναίων.

 

Ο δούλος πήρε δέκα από τις καμήλες του κυρίου του και διάφορα δώρα από τα αγαθά του σπιτιού, και έφυγε για τη Μεσοποταμία, στην πόλη όπου κατοικούσε ο Ναχώρ, ο αδερφός του Αβραάμ. Όταν έφτασε έξω από την πόλη, προς το βράδυ, άφησε τις καμήλες να ξεκουραστούν κοντά στο πηγάδι, όπου έρχονταν οι γυναίκες για να πάρουν νερό. Κατόπιν προσευχήθηκε στον Κύριο: «Κύριε Θεέ του κυρίου μου του Αβραάμ, βοήθησε με σήμερα, και δείξε την εύνοιά σου στον κύριο μου. Εγώ θα σταθώ κοντά στην πηγή του νερού, όπου οι θυγατέρες των κατοίκων της πόλης έρχονται να πάρουν νερό. Θα πω σε μια κόρη: "κατέβασε μου τη στάμνα σου να πιω". Αν εκείνη μου αποκριθεί: "πιες, και θα ποτίσω και τις καμήλες σου", τότε θα καταλάβω ότι αυτή θα είναι που προόρισες για το δούλο σου τον Ισαάκ. Έτσι θα ξέρω ότι έδειξες την εύνοια σου , στον κύριό μου».

 

Δεν είχε ακόμα τελειώσει την προσευχή του, και να η Ρεβέκκα, η κόρη του Βαθουήλ, γιου της Μελχά και του Ναχώρ, αδερφού του Αβραάμ, ερχόταν με μια στάμνα στον ώμο. Η κόρη ήταν πολύ όμορφη στην εμφάνιση και κανένας άντρας δεν την είχε αγγίξει. Κατέβηκε στην πηγή, γέμισε τη στάμνα της και ξανανέβηκε. Τότε έτρεξε ο δούλος να την συναντήσει και της είπε: «Άφησε με να πιω λίγο νερό απ' το σταμνί σου». Εκείνη απάντησε: «Πιες, κύριε μου». Και πρόθυμα κατέβασε το σταμνί που κρατούσε και του έδωσε να πιει. Όταν πια είχε πιει αρκετά, του είπε: «θα φέρω νερό και για τις καμήλες σου να πιουν, να ξεδιψάσουν». Έτρεξε και πήγε πίσω στην πηγή να πάρει νερό για όλες τις καμήλες.

Όταν ποτίστηκαν οι καμήλες, ο δούλος πήρε ένα χρυσό κρίκο για τη μύτη, βάρους μισού σίκλου, και δυο βραχιόλια για τα χέρια της κοπέλας, βάρους δέκα σίκλων χρυσού. Και τη ρώτησε, "Πες μου, ποιανού κόρη είσ' εσύ; Υπάρχει χώρος στο σπίτι του πατέρα σου για να διανυκτερεύσω απόψε;»

Εκείνη απάντησε: «Εγώ είμαι κόρη του Βαθουήλ, του γιου που η Μελχά γέννησε στο Ναχώρ. Στο σπίτι μας υπάρχει και χορτάρι και άφθονο άχυρο. Υπάρχει ακόμα και χώρος για να περάσετε τη νύχτα».

Τότε ο άνθρωπος έπεσε στη γη και προσκύνησε τον Κύριο: «Ας είν' ευλογημένος ο Κύριος, ο Θεός του κυρίου μου του Αβραάμ, που δεν έπαψε να δείχνει την αγάπη του και την πιστότητα του στον κύριο μου. Κι εμένα ο Κύριος με οδήγησε κατευθείαν στο σπίτι του αδερφού του κυρίου μου».

 

Ισαάκ και Ρεβέκκα

Η Ρεβέκκα έτρεξε στο σπίτι της και ανάγγειλε όλα αυτά τα συμβάντα. Η Ρεβέκκα είχε έναν αδερφό, που ονομαζόταν Λάβαν. Μόλις αυτός άκουσε τα λόγια που της είχε πει ο άνθρωπος, έτρεξε να τον συναντήσει έξω από την πόλη κοντά στην πηγή, όπου στεκόταν ακόμη μαζί με τις καμήλες και περίμενε. Τον προσκάλεσε στο σπίτι και τον περιποιήθηκε.

Ο δούλος του Αβραάμ τους διηγήθηκε όλη την ιστορία, τι του είπε ο κύριός του, πως ξεκίνησε από τη Χαναάν, πως έφτασε στη Μεσοποταμία και τι επακολούθησε στην πηγή με τη Ρεβέκκα. Κατόπιν τους είπε αν δέχονται η Ρεβέκκα να παντρευτεί με τον Ισαάκ.

Ο Λάβαν και ο Βαθουήλ αποκρίθηκαν: «Από τον Κύριο προέρχεται αυτό το πράγμα! Εμείς δεν μπορούμε να σου πούμε ούτε ναι ούτε όχι. Να η Ρεβέκκα, είναι στη διάθεση σου. Πάρ' την και πήγαινε, κι ας γίνει σύζυγος του γιου του κυρίου σου, όπως το είπε ο Κύριος».

Όταν ο δούλος του Αβραάμ άκουσε αυτά τα λόγια, έπεσε στη γη και προσκύνησε τον Κύριο. Έπειτα έκανε πλούσια δώρα στη Ρεβέκκα, στον αδερφό της και στη μητέρα της.

 

Το πρωί, όταν σηκώθηκαν, ετοιμάστηκαν για το μακρύ ταξίδι. Οι γονείς και τα αδέρφια της Ρεβέκκας αφού της ευχήθηκαν και την ευλόγησαν, την άφησαν να φύγει. Κατόπιν ο δούλος του Αβραάμ,  πήρε τη Ρεβέκκα και τις δούλες της και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τη Χαναάν.

Στο μεταξύ ο Ισαάκ εγκαταστάθηκε στα νότια της Χαναάν. Ένα βράδυ κοίταξε μακριά και είδε κάτι καμήλες που πλησίαζαν. Όταν η Ρεβέκκα είδε τον Ισαάκ, ρώτησε το δούλο: «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος που έρχεται να μας συναντήσει;» Ο δούλος απάντησε: «Είναι ο κύριος μου». Τότε εκείνη πήρε το πέπλο και σκεπάστηκε. Ο δούλος διηγήθηκε στον Ισαάκ όλα όσα είχε γίνει. Τότε ο Ισαάκ οδήγησε τη Ρεβέκκα στη σκηνή της μητέρας του της Σάρρας, και την πήρε για γυναίκα του. Την αγάπησε, και έτσι παρηγορήθηκε για το θάνατο της μητέρας του (Γένεση κεφ. 24).

 

 

Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΗΣΑΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΑΚΩΒ

 

Ο Ισαάκ ήταν σαράντα ετών όταν πήρε γυναίκα του τη Ρεβέκκα. Η Ρεβέκκα όμως ήταν στείρα και ο Ισαάκ προσευχήθηκε στον Κύριο γι' αυτό. Ο Κύριος άκουσε την προσευχή του και η Ρεβέκκα έμεινε έγκυος με δίδυμα στην κοιλιά της.

Ο Ισαάκ ήταν εξήντα χρονών όταν γεννήθηκαν οι γιοι του. Αυτός που βγήκε πρώτος ήταν εντελώς κόκκινος και τριχωτός σαν μανδύας, και τον ονόμασαν Ησαύ. Μετά βγήκε ο αδερφός του, που με το χέρι του κρατούσε τη φτέρνα του Ησαύ, και τον ονόμασαν Ιακώβ.

Ο Ησαύ έγινε εξαίρετος κυνηγός, άνθρωπος της υπαίθρου, ενώ ο Ιακώβ ήταν ήσυχος άνθρωπος, που του άρεσε να μένει στη σκηνή. Ο Ισαάκ αγαπούσε τον Ησαύ, γιατί του άρεσαν τα φαγητά του κυνηγιού ενώ η Ρεβέκκα αγαπούσε τον Ιακώβ (Γένεση 25,20-28).

 

 

Ο ΙΣΑΑΚ ΣΤΑ ΓΕΡΑΡΑ

 

Εκείνη την εποχή στη χώρα έπεσε πείνα, και ο Ισαάκ πήγε στον Αβιμέλεχ, το βασιλιά των Φιλισταίων, στα Γέραρα. Ο Κύριος είχε παρουσιαστεί στον Ισαάκ και του είχε πει: «Μην κατεβείς στην Αίγυπτο· Μείνε σαν ξένος σ' αυτήν εδώ τη χώρα, κι εγώ θα είμαι μαζί σου και θα σε ευλογήσω· γιατί σ' εσένα και στους απογόνους σου θα δώσω όλα αυτά τα εδάφη και θα κρατήσω τον όρκο που έδωσα στον πατέρα σου τον Αβραάμ. Θα σου δώσω αναρίθμητους απογόνους σαν τ' αστέρια του ουρανού· σ' εκείνους θα δώσω όλες αυτές τις περιοχές και μέσω αυτών θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης, γιατί ο Αβραάμ με υπάκουσε και τήρησε όλες τις προσταγές μου και τις εντολές μου, τους όρους μου και τους νόμους μου».

Έτσι, ο Ισαάκ εγκαταστάθηκε στα Γέραρα. Όταν οι άνθρωποι του τόπου τον ρωτούσαν για τη γυναίκα του, εκείνος έλεγε ότι ήταν αδερφή του, γιατί φοβόταν μήπως, αν έλεγε πως ήταν γυναίκα του, τον σκότωναν επειδή η Ρεβέκκα ήταν όμορφη.

Όταν ο Αβιμέλεχ έμαθε την αλήθεια, τον κατέκρινε που την παρουσίαζε ως αδερφή του, γιατί υπήρχε κίνδυνος κάποιος από το λαό να κοιμηθεί μαζί της, και να αμάρτανε ο λαός του. Έτσι έδωσε σε όλο το λαό τη διαταγή, πως όποιος πειράξει τον Ισαάκ και τη γυναίκα του θα θανατωθεί.

 

Ο Ισαάκ εκείνη την περίοδο είχε καλές σοδειές. Τα αγαθά του όλο και πλήθαιναν και έγινε πάμπλουτος. Απέκτησε πρόβατα, βόδια και πολλούς δούλους. Για το λόγο αυτό οι Φιλισταίοι τον φθόνησαν. Όλα τα πηγάδια που είχαν ανοίξει οι δούλοι του πατέρα του τον καιρό του Αβραάμ, οι Φιλισταίοι τα έφραξαν και τα γέμισαν με χώμα.

Ο Αβιμέλεχ ζήτησε τότε από τον Ισαάκ να φύγει από την περιοχή τους. Έτσι ο Ισαάκ έφυγε από 'κει και κατασκήνωσε κοντά στην κοιλάδα των Γεράρων και εγκαταστάθηκε εκεί. Απέφραξε τα πηγάδια, που είχαν ανοιχθεί τον καιρό του πατέρα του, και οι Φιλισταίοι τα είχαν κλείσει μετά το θάνατο του.

 

Μια μέρα οι δούλοι του Ισαάκ έσκαψαν και ανακάλυψαν μια πηγή με δροσερό νερό. Οι βοσκοί των Γεράρων άρχισαν τότε να φιλονικούν με τους βοσκούς του Ισαάκ για το νερό. Στη συνέχεια άνοιξαν κι άλλο πηγάδι και φιλονίκησαν και για κείνο. Μετά έφυγε από εκεί και άνοιξε άλλο ένα πηγάδι, που γι' αυτό όμως δεν φιλονίκησαν πια.

Από 'κει ανηφόρισε προς τη Βέερ-Σεβά. Ο Κύριος του παρουσιάστηκε εκείνη τη νύχτα και του είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του πατέρα σου. Μη φοβάσαι! Εγώ θα είμαι μαζί σου· θα σε ευλογήσω και θα σου δώσω πάρα πολλούς απογόνους, για χάρη του Αβραάμ του δούλου μου». Εκεί ο Ισαάκ έχτισε θυσιαστήριο και προσευχήθηκε στον Κύριο. Εκεί κατασκήνωσε, και οι δούλοι του άνοιξαν ένα πηγάδι (Γένεση 26,1-25).

 

Ο Αβιμέλεχ ήρθε από τα Γέραρα να βρει τον Ισαάκ. Μαζί του ήταν ο Οχοζάθ, ο νυμφαγωγός του, κι ο Φιχόλ, ο αρχηγός του στρατού του. Ο Αβιμέλεχ του είπε: «Είδαμε καθαρά ότι ο Κύριος είναι μαζί σου, και γι' αυτό είπαμε να κάνουμε μια ένορκη συμφωνία. Να συνάψουμε δηλαδή συνθήκη μαζί σου, ότι δε θα μας κάνεις κανένα κακό, όπως κι εμείς δε σε πειράξαμε και δε σου κάναμε παρά μόνο καλό, και σε αφήσαμε να φύγεις ειρηνικά. Εσύ τώρα είσαι ο ευλογημένος του Κυρίου».

Ο Ισαάκ τους παρέθεσε πλούσιο γεύμα και την άλλη μέρα σηκώθηκαν νωρίς το πρωί και ορκίστηκαν ο ένας στον άλλο. Έπειτα, ο Ισαάκ τους κατευόδωσε κι εκείνοι έφυγαν ειρηνικά. Την ίδια εκείνη μέρα οι δούλοι του Ισαάκ άνοιξαν ένα πηγάδι και το ονόμασαν το πηγάδι Σεβά (Όρκος). Γι' αυτό και το όνομα της πόλης μέχρι σήμερα είναι Βέερ-Σεβά (Πηγάδι του Όρκου) (Γένεση 26,26-35).

 

 

Ο ΙΣΑΑΚ ΕΥΛΟΓΕΙ ΤΟΝ ΙΑΚΩΒ

 

Ο Ιακώβ παίρνει την ευλογία του Ισαάκ

Στο σημείου αυτό οι διηγήσεις στη Παλαιά Διαθήκη, διακόπτονται απότομα και συνεχίζουν όταν πλέον ο Ισαάκ βρίσκεται σε μεγάλη ηλικία. Έτσι τα χρόνια είχαν περάσει και ο Ισαάκ είχε πια γεράσει. Τα μάτια του είχαν εξασθενήσει τόσο που δεν έβλεπε καθόλου. Μια μέρα κάλεσε τον Ησαύ, το μεγαλύτερο γιο του και του είπε: «Γιε μου! Εγώ γέρασα, και δεν ξέρω ποια μέρα θα πεθάνω. Πάρε, λοιπόν, το κυνηγετικά σου όπλα, και πήγαινε στην εξοχή να μου φέρεις κυνήγι. Ετοίμασε μου ένα νόστιμο φαγητό, όπως μου αρέσει, και φέρε μου να φάω για να σε ευλογήσω πριν πεθάνω».

 

Η Ρεβέκκα άκουσε αυτά που έλεγε ο Ισαάκ στο γιο του τον Ησαύ. Όταν λοιπόν αυτός βγήκε στην εξοχή να κυνηγήσει και να φέρει το κυνήγι στον πατέρα του, εκείνη είπε στο γιο της τον Ιακώβ: «Πήγαινε στο κοπάδι και φέρε δυο καλά κατσικάκια. Εγώ θα τα μαγειρέψω για τον πατέρα σου πολύ νόστιμα, όπως του αρέσουν. Εσύ θα του τα πας, και θα τα φάει, για να σε ευλογήσει πριν πεθάνει».

Ο Ιακώβ της είπε: «Ναι, αλλά ο αδερφός μου ο Ησαύ είναι τριχωτός, ενώ εγώ δεν είμαι. Ίσως ο πατέρας μου με ψηλαφίσει και καταλάβει ότι τον κοροϊδεύω, έτσι θα προκαλέσω κατάρα εναντίον μου αντί για ευλογία».

Αλλά η μητέρα του του είπε: «Η κατάρα πάνω μου, παιδί μου! Μόνο άκουσε αυτά που σου λέω και πήγαινε να μου φέρεις τα κατσίκια».

Ο Ιακώβ πήγε, τα πήρε και τα έφερε στη μητέρα του. Εκείνη του έκανε ένα πολύ νόστιμο φαγητό, όπως το ήθελε ο πατέρας του. Μετά πήρε από τα ρούχα του Ησαύ, του μεγαλύτερου γιου της, τα πιο καλά που υπήρχαν στο σπίτι και έντυσε τον Ιακώβ. Με το δέρμα των κατσικιών κάλυψε τα χέρια του και τον άτριχο λαιμό του και του έβαλε στα χέρια το νόστιμο φαγητό, που είχε ετοιμάσει, καθώς και το ψωμί.

 

Ο Ιακώβ πήγε στον πατέρα του και του είπε: «Πατέρα μου! Είμαι ο Ησαύ, ο πρωτότοκος σου. Έκανα όπως μου είπες. Σήκω, λοιπόν, και κάτσε να φας απ' το κυνήγι μου για να με ευλογήσεις».

Αλλά ο Ιακώβ ρώτησε: «Πώς έγινε γιε μου και το βρήκες τόσο γρήγορα;»

Εκείνος απάντησε: «Ο Κύριος ο Θεός σου το έφερε μπροστά μου».

Ο Ισαάκ του είπε «Πλησίασε λοιπόν να σε ψηλαφίσω, γιε μου, για να δω αν είσαι εσύ το παιδί μου ο Ησαύ ή όχι».

Ο Ιακώβ πλησίασε τον πατέρα του κι εκείνος τον ψηλάφισε και είπε: «Η φωνή είναι του Ιακώβ αλλά τα χέρια του Ησαύ». Και δεν τον αναγνώρισε, γιατί τα χέρια του ήταν τριχωτά σαν τα χέρια του Ησαύ. Και τον ευλόγησε. Μετά όμως ξαναρώτησε: «Εσύ είσαι γιε μου, Ησαύ;» Και ο Ιακώβ απάντησε: «Εγώ είμαι».

Ο Ισαάκ του είπε «Φέρε μου, να φάω απ' το κυνήγι, για να σε ευλογήσω».

Ο Ιακώβ του έφερε κοντά το φαγητό και έφαγε, του έφερε και κρασί και ήπιε. Τότε του είπε ο Ισαάκ: «Πλησίασε και φίλησε με, παιδί μου». Ο Ιακώβ πλησίασε και τον φίλησε. Ο Ισαάκ μύρισε τότε τη μυρωδιά από τα ρούχα του, και τον ευλόγησε.

 

Μόλις ο Ισαάκ τέλειωσε την ευλογία του προς τον Ιακώβ και ο Ιακώβ απομακρύνθηκε από τον πατέρα του, γύρισε ο αδερφός του ο Ησαύ από το κυνήγι. Ετοίμασε κι αυτός ένα νόστιμο φαγητό και το έφερε στον πατέρα του. Είπε στον πατέρα του: «Σήκω, πατέρα μου, να φας απ' το κυνήγι του γιου σου για να με ευλογήσεις».

Ο Ισαάκ ρώτησε: «Ποιος είσαι εσύ;» Κι αυτός απάντησε: «Είμαι ο γιος σου, ο πρωτότοκος σου, ο Ησαύ». Τότε ο Ισαάκ ταράχτηκε βαθιά και είπε: «Ποιος λοιπόν ήταν αυτός που μου έφερε το κυνήγι; Έφαγα πια πριν έρθεις εσύ και τον ευλόγησα, και θα παραμείνει ευλογημένος».

 

Όταν ο Ησαύ άκουσε τα λόγια του πατέρα του, άρχισε να φωνάζει δυνατά, γεμάτος πίκρα: «Ευλόγησε με κι εμένα, πατέρα μου!» Ο Ισαάκ του είπε: «Ο αδερφός σου ήρθε με απάτη και πήρε την ευλογία σου». Ο Ησαύ απάντησε: «Καλά τον είπαν Ιακώβ, αφού δύο φορές με υποσκέλισε. Άρπαξε τα δικαιώματα μου του πρωτοτόκου, και τώρα πήρε και την ευλογία μου! Δεν κράτησες, πατέρα, καμιά ευλογία και για μένα;» Ο Ισαάκ του απάντησε: «Τον έκανα κύριο σου, του έδωσα όλους τους αδερφούς του για δούλους και τον εφοδίασα με στάρι και κρασί. Τι μπορώ να κάνω για σένα γιε μου;» Ο Ησαύ είπε: «Μόνο αυτήν την ευλογία έχεις, πατέρα μου; Ευλόγησε με κι εμένα!» και έκλαιγε με δυνατές φωνές (Γένεση 27,1-40).

 

Έτσι ο Ησαύ μίσησε τον Ιακώβ εξαιτίας της ευλογίας, που του είχε δώσει ο πατέρας του. Η Ρεβέκκα προκειμένου να γλιτώσει τον Ιακώβ από την οργή του Ησαύ, τον έστειλε στον αδελφό της το Λάβαν στη Χαρράν, μέχρι να ξεθυμάνει ο θυμός του.

Ο Ισαάκ ευλόγησε τον Ιακώβ, του πρόσταξε να μην πάρει γυναίκα από τις κόρες της Χαναάν και τον κατευόδωσε ώστε να πάει στη Μεσοποταμία, στο Λάβαν (Γένεση 27,41-46. 28,1-9).

 

 

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΣΑΑΚ

 

Η Ρεβέκκα πέθανε κατά τη διάρκεια που ο Ιακώβ ήτανε στη Μεσοποταμία και τάφηκε στον οικογενειακό τάφο, που ήταν μέσα σε σπηλιά στον αγρό Μαχπελά στη Μαμβρή (Γένεση 49,31). Ο Ισαάκ έζησε μέχρι που είδε τον Ιακώβ να επιστρέφει. Πέθανε σε ηλικία 180 ετών στη Χεβρών, και εκεί οι γιοι του τον έθαψαν στο σπήλαιο Μαχπελά (Γένεση 35,27-29).

 

Η Καινή Διαθήκη αναφέρει συχνά τον Ισαάκ και τη ζωή του: η προσφορά του ως θυσία από τον Αβραάμ (Ιάκωβος 2,21), η αναφορά του Ιησού ως άνθρωπος πίστης (Λουκάς 20,37), όπως και στην επί του Όρους ομιλία (Ματθαίος 8,11). Επίσης στις επιστολές προς Ρωμαίους (9,7), και προς Γαλάτας (4,28). Αναφέρεται και στον κατάλογο των ηρώων της πίστεως (Εβραίους 11,17-20). Η διαθήκη του Θεού με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, αναφέρεται και στο βιβλίο των Ψαλμών (Ψαλμοί 104,9-11).

Το όνομά του αναφέρεται στο γενεαλογικό πίνακα των απογόνων του Αβραάμ (Α' Παραλειπομένων 1,28) και στο γενεαλογικό πίνακα του Ιησού Χριστού (Λουκάς 3,34). Ο Ισαάκ εορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως (Κυριακή των Προπατόρων).

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

 

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Αὐτόμελον.
Χειρόγραφον εἰκόνα μὴ σεβασθέντες, ἀλλ' ἀγράφῳ οὐσίᾳ θωρακισθέντες τρισμακάριοι, ἐν τῷ σκάμματι τοῦ πυρὸς ἐδοξάσθητε, ἐν μέσῳ δὲ φλογὸς ἀνυποστάτου ἱστάμενοι, Θεὸν ἐπεκαλεῖσθε· Τάχυνον ὁ Οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.

 

Κάθισμα


Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ὑμνήσωμεν πιστοί, τοὺς Προπάτορας πάντας, Χριστοῦ τοῦ δι' ἡμᾶς, ἐπὶ γῆς ὁραθέντος, δοξάζοντες ἐν ᾄσμασι, τὸν αὐτοὺς θαυμαστώσαντα, ὡς τὴν ἔλευσιν, προεκτυπώσαντας τούτου, καὶ τὴν γέννησιν, τὴν ἐκ Παρθένου ἀφράστως, τῷ κόσμῳ κηρύξαντας.