ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟΥ ΙΣΡΑΗΛ

 

ΛΑΣΕΝΔΑΚ (ΛΑΪΣΑ ΔΑΝ)

 

ΛΑΣΕΝΔΑΚ (ΛΑΪΣΑ ΔΑΝ, ΛΑΪΣ, ΛΕΣΕΜ)

(Ιησούς του Ναυή 19,48. Κριταί 18,7. 18,27. Γ' Βασιλέων 12,29. 15,20. Β' Παραλειπομένων 16,4)

 

Η Λασενδάκ (Λαϊσά Δαν, Λαΐς, Λεσέμ, Ουλαμαΐς) ήταν αρχαία πόλη του βόρειου Ισραήλ, στα όρια της φυλής Δαν. Η παλιότερη ονομασία της ήταν Λαχίς (Ιησούς του Ναυή 19,48). Λαϊσά Δαν- Χάρτης D2.

 

Ένα μέρος από τη φυλή Δαν μετά την εκδίωξή της από τους Αμορραίους, έστειλαν πέντε γενναίους άντρες από τις πόλεις Σαραά και Εσθαόλ, για να κατασκοπεύσουν τη χώρα και να την εξερευνήσουν. Αυτοί έφτασαν και στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραίμ και σταμάτησαν στο σπίτι του Μιχαία.  Εκεί βρήκαν τον Ιωνάθαν, ένα νεαρό Λευίτη που δούλευε ως ιερέας στο σπίτι του Μιχαία, και του ζήτησαν να μεσολαβήσει στο Θεό για το τι έπρεπε να κάνουν. Ο Λευίτης τους είπε να συνεχίσουν το ταξίδι τους, γιατί είναι αρεστό στον Κύριο.

Οι πέντε άντρες συνέχισαν το ταξίδι τους και έφτασαν ως το βορρά, στην πόλη Λαϊσά. Εκεί είδαν ότι η περιοχή ήταν εύφορη και πλούσια και οι κάτοικοί της ζούσαν ασφαλείς. Δεν φιλονικούσαν μεταξύ τους για διάφορα ζητήματα, ήταν μακριά από τη Σιδώνα και δεν είχαν καμία διαφορά με τους γύρω λαούς. Γύρισαν, λοιπόν, πίσω στους ομοεθνείς τους, στη Σαραά και στην Εσθαόλ, και τους είπαν ότι η χώρα είναι απέραντη και πάρα πολύ εύφορη. Έχει όλα τ' αγαθά της γης και ότι ο Θεός θα την παραδώσει στην εξουσία τους.

Ξεκίνησαν, λοιπόν, από τη Σαραά και την Εσθαόλ 600 άντρες της φυλής Δαν, για να κατακτήσουν την περιοχή που επέλεξαν. Στρατοπέδευσαν στην Καριαθιαρίμ, στην περιοχή της φυλής Ιούδα και γι' αυτό ο τόπος εκείνος ονομάστηκε «Παρεμβολή Δαν». Μετά πήγαν στην ορεινή περιοχή της φυλής Εφραίμ κι έφτασαν ως το σπίτι του Μιχαία.

Έπειτα, οι πέντε άντρες μπήκαν μέσα στο σπίτι και άρπαξαν το εφώδ και τα δύο αγάλματα του Μιχαία. Ο Λευίτης προσπάθησε να τους εμποδίσει και τότε του πρότειναν να τους ακολουθήσει και να γίνει ιερέας μιας ολόκληρης φυλής. Ο Λευίτης χάρηκε και ακολούθησε τους στρατιώτες της φυλής Δαν, η οποία μαζί με τον άμαχο πληθυσμό και τα ζώα τους ξεκίνησαν για το βορρά.

Οι Δανίτες πήγαν, βόρεια της λίμνης Γεννησαρέτ, και επιτέθηκαν στη Λαϊσά (Λαχίς). Κατέσφαξαν τους ήσυχους και φιλειρηνικούς κατοίκους της και έβαλαν φωτιά στην πόλη. Μετά την ξαναέχτισαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα σ' αυτήν. Άλλαξαν το όνομα της πόλης και την ονόμασαν Δαν ή Λασενδάκ ή Λαϊσά Δαν, όπως έλεγαν το γενάρχη τους, το γιο του Ιακώβ. Το προηγούμενο όνομα της πόλης ήταν Ουλαμαΐς. Μετά έστησαν το άγαλμα του Μιχαία για τις τελετουργίες τους και ο Λευίτης Ιωνάθαν μαζί με τους γιους του έγιναν οι ιερείς της φυλής (Κριταί 18,1-31. Ιησούς του Ναυή 19,47-48).

 

Αιώνες αργότερα, την περίοδο της αποστασίας του ισραηλιτικού λαού από την λατρεία του Θεού, η Βαιθήλ μαζί με τη Δαν έγιναν ξακουστές ως κέντρα ειδωλολατρίας καθώς ο βασιλιάς Ιεροβοάμ Α' είχε ανεγείρει σε αυτές χρυσά μοσχάρια ώστε να κάνει τον λαό να πάψει να πηγαίνει για λατρεία στον Ναό της Ιερουσαλήμ. Η πράξη όμως αυτή του Ιεροβοάμ έγινε η αφορμή να παρασυρθεί ο λαός στην ειδωλολατρία και να εγκαταλείψει το ναό του Κυρίου (Γ' Βασιλέων 12,26-33).

 

Όταν βασίλευε ο Ασά στον Ιούδα, επειδή ο Βαασά, βασιλιάς του Ισραήλ, εκστράτευσε  εναντίον του βασιλείου του Ιούδα και οχύρωσε τη Ραμά, έτσι ώστε κανένας από τους κατοίκους του Ιούδα να μη μπορεί να κυκλοφορήσει ελεύθερα από την πλευρά αυτή. Τότε ο Ασά πήρε όλο το ασήμι και το χρυσάφι που υπήρχε στα θησαυροφυλάκια του ναού του Κυρίου και του βασιλικού ανακτόρου και τα έστειλε με τους δούλους του στη Δαμασκό, στο βασιλιά της Συρίας γιο του Άδερ, που ήταν γιος του Ταβερεμμάν και εγγονός του Αζίν, με το μήνυμα να συνάψουν συμφωνία οι δυο τους, έτσι ώστε να διαλύσει τη συμμαχία του με το Βαασά, βασιλιά του Ισραήλ, για ν' αποσύρει το στρατό του από την περιοχή του Ιούδα.

Ο Άδερ δέχτηκε την πρόταση του βασιλιά Ασά κι έστειλε τους στρατηγούς του εναντίον των πόλεων του Ισραήλ. Αυτοί χτύπησαν την Αϊών (Αΐν), τη Δαν, την Αβελμαΐν (Αβελμαά), όλη την περιοχή της Γεννησαρέτ και όλη την περιοχή της φυλής Νεφθαλί. Όταν το έμαθε ο Βαασά σταμάτησε να οχυρώνει τη Ραμά και επέστρεψε στην πόλη Θερσά (Γ' Βασιλέων 15,16-22. Β' Παραλειπομένων 16,1-6).