ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

 

ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

ΧΕΒΡΩΝ

 

Η ΧΕΒΡΩΝ

 

Η Χεβρών ήταν αρχαία πόλη του Ισραήλ, στην ορεινή περιοχή του Ιούδα. Η Χεβρών βρίσκεται περίπου 30 χλμ. νοτιοδυτικά της Ιερουσαλήμ. Ξεχωρίζει ως μια από τις αρχαιότερες τοποθεσίες της Μέσης Ανατολής που εξακολουθούν να κατοικούνται. Το αρχαίο όνομα της Χεβρών, «Κιριάθ‐αρβά» (Πόλη του Αρβά), και προέρχεται από τον Αρβά, τον γίγαντα Ανακίμ, που ήταν ο ιδρυτής της. Χάρτης Β7.

Η πόλη και οι γειτονικοί της λόφοι φημίζονται από παλιά για τα αμπέλια τους, τα ρόδια, τα σύκα, τις ελιές, τα βερίκοκα, τα μήλα και τους ξηρούς καρπούς τους. Η Χεβρών, η οποία είναι ευνοημένη με πολυάριθμες πηγές και πηγάδια, περιβάλλεται από μεγάλη έκταση πρασίνου.

 

 

Η ΧΕΒΡΩΝ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

(Γένεση 13,18. 23,2. 35,27. 37,14. Αριθμοί 13,23)

(Ιησούς του Ναυή 10,3. 12,10. 14,15. 15,54. Α' Παραλειπομένων 2,42)

 

Το αρχαίο όνομα της Χεβρών, ήταν «Αρβόκ» ή «Κιριάθ-αρβά» (Πόλη του Αρβά), και προέρχεται από τον Αρβά, τον Ανακίμ, που ήταν ο ιδρυτής της (Γένεση 23,2. Ιησούς του Ναυή 14,15. 15,54). Η Χεβρών αναφέρεται συχνά στην Αγία Γραφή. Μετά τους Ανακίμ, γενάρχης της Χεβρών ήταν ο Χεβρών, εγγονός του Μαρισά και απόγονος του Χαλέβ (Α' Παραλειπομένων 2,42).

 

Όταν ο Αβραάμ είχε αποχωριστεί από το Λωτ, μετά από εμφάνιση του Κυρίου, έφυγε από τη Βαιθήλ και εγκαταστάθηκε κοντά στη Δρυ Μαμβρή, στη Χεβρών (Γένεση 13,14-18). Η Σάρρα, η γυναίκα του Αβραάμ, πέθανε στη Χεβρών. Ο Αβραάμ αγόρασε έναν αγρό, από τον Εφρών τον Χετταίο, μαζί με το σπήλαιο Μαχπελά, που είναι απέναντι από τη Μαμβρή, και εκεί έθαψε τη Σάρρα (Γένεση κεφ. 23).

Οι πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ έμειναν για κάποιο διάστημα εγκαταστάθηκαν στη Χεβρών (Γένεση 35,27. 37,14). Η Σάρρα πέθανε εκεί και θάφτηκε σε μια σπηλιά στην κοντινή Μαχπελά. Αυτή η σπηλιά, την οποία αγόρασε ο Αβραάμ μαζί με τη γύρω έκταση από τον Εφρών τον Χετταίο, έγινε ο οικογενειακός τάφος τους, και εκεί τάφηκε και ο ίδιος ο Αβραάμ (Γένεση 25,9-10), όπως επίσης και ο Ισαάκ (Γένεση 35,27-29), η Ρεβέκκα, ο Ιακώβ (Γένεση 49,29-30. 50,13) και η Λεία. Ο Ιακώβ, όταν ο Ιωσήφ πουλήθηκε στην Αίγυπτο από τ' αδέρφια του ήταν εγκαταστημένος στη Χεβρών (Γένεση 37,14).

 

Τον καιρό που ο Μωυσής έστειλε τους 12 κατασκόπους στη Γη της Επαγγελίας, κατοικούσαν στη Χεβρών οι γιγαντόσωμοι απόγονοι του Ανάκ (Ενάχ). Οι κατάσκοποι ξεκίνησαν από την έρημο Φαράν, έλεγξαν όλη τη χώρα από την έρημο Σιν έως τη Ροόβ που βρίσκεται βόρεια και πάει ο δρόμος προς την Αϊμάθ. Μετά επέστρεψαν στην έρημο και έφτασαν στη Χεβρών, όπου κατοικούσαν ο Αχιμά (Αχιμάν), ο Σουσί (Σεσσί) και ο Θολαμί (Θελαμί), γιοι του γίγαντα Ανάκ (Ενάκ). Η Χεβρώνα είχε κτιστεί 7 χρόνια πριν χτιστεί η Τάνις (Τανίν) της Αιγύπτου. Έφτασαν ως την Εσκώλ, απ' όπου κατασκόπευσαν την πόλη. Εκεί έκοψαν μια κληματόβεργα με ένα τσαμπί σταφύλι που το σήκωναν δύο, περασμένο σ' ένα ξύλο. Έκοψαν επίσης ρόδια και σύκα (Αριθμοί 13,21-23).

 

Περίπου 40 χρόνια αργότερα, ο Αδωνιβεζέκ, βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, όταν έμαθε τι έκαναν οι Ισραηλίτες στην Ιεριχώ και στη Γαΐ, και την παράδοση της Γαβαών, έστειλε αγγελιαφόρους στον Ελάμ, βασιλιά της Χεβρών, στον Φιδών, βασιλιά της Ιεριμούθ, στον Ιεφθά, βασιλιά της Λαχίς, και στον Δαβίν, βασιλιά της Οδολλάμ, για να πολεμήσουν εναντίον των Γαβαωνιτών, διότι συμμάχησαν με τους Ισραηλίτες. Έτσι οι πέντε Ιεβουσαίοι (Αμορραίοι) βασιλιάδες, επιτέθηκαν και πολιόρκησαν τη Γαβαών με όλα τους τα στρατεύματα (Ιησούς του Ναυή 10,1-5).

Οι Γαβαωνίτες έστειλαν μήνυμα στον Ιησού του Ναυή, στο στρατόπεδο στα Γάλγαλα και του ζητούσαν βοήθεια. Αμέσως ο Ιησούς έφυγε μαζί με όλο το στρατό του και μετά από ολονύκτια πορεία επιτέθηκε αιφνιδιαστικά εναντίον των πέντε Ιεβουσαίων (Αμορραίων) βασιλιάδων.

Οι Ιεβουσαίοι (Αμορραίοι) μόλις αντίκρυσαν τους Ισραηλίτες πανικοβλήθηκαν και οι Ισραηλίτες τους καταδίωκαν και τους σκότωναν. Και καθώς έτρεχαν πανικόβλητοι, ο Θεός έριξε εναντίον τους χοντρό χαλάζι, σαν πέτρες, με αποτέλεσμα πιο πολλοί σκοτώθηκαν από το χαλάζι παρά από τους Ισραηλίτες στη μάχη.  

Και επειδή η μάχη κράτησε ως το βράδυ χωρίς να νικήσουν ολοκληρωτικά, τότε ο Ιησούς του Ναυή παρακάλεσε τον Κύριο να σταματήσει τον ήλιο, ώσπου να τελειώσουν τη μάχη. Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε, καταμεσής του ουρανού και δεν πήγαινε να δύσει κι αυτό κράτησε σχεδόν μια μέρα (Ιησούς του Ναυή 10,6-15).

Οι πέντε βασιλιάδες πανικόβλητοι, τράπηκαν σε φυγή και κρύφτηκαν σε μια σπηλιά. Κάποιοι τους είδαν και το ανάγγειλαν στον Ιησού, ο οποίος διέταξε να κλείσουν την είσοδο με μεγάλες πέτρες και να εγκαταστήσουν φρουρά. Κατόπιν χτύπησαν τους Ιεβουσαίους, την ώρα που έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν. Όσοι απ' αυτούς μπόρεσαν να ξεφύγουν, κατέφυγαν στις οχυρωμένες πόλεις τους. Στο τέλος ο Ιησούς διέταξε να βγάλουν τους πέντε βασιλιάδες από τη σπηλιά και έδωσε εντολή στους αρχηγούς του στρατού να βάλουν τα πόδια τους πάνω στον τράχηλο των βασιλιάδων αυτών, ως ένδειξη εξουσίας και δύναμης. Έπειτα τους θανάτωσε και τους κρέμασε σε πέντε ξύλα, όπου έμειναν κρεμασμένοι ως το βράδυ. Πριν νυχτώσει τους κατέβασαν και τους έριξαν στην ίδια σπηλιά, όπου είχαν κρυφτεί και έφραξαν την είσοδο της σπηλιάς με μεγάλες πέτρες (Ιησούς του Ναυή 10,16-27).

Όταν ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε τις πόλεις της νότιας Χαναάν, μετά την πόλη Οδολλάμ, ο Ιησούς του Ναυή και οι Ισραηλίτες πολιόρκησαν και κατέλαβαν την Χεβρών. Σκότωσαν όλους τους κατοίκους της πόλης και οτιδήποτε ανέπνεε σ' αυτήν (Ιησούς του Ναυή 10,36-37). Ο βασιλιάς της Χεβρών ήταν ένας από τους 29 Χαναναίους βασιλιάδες που νίκησε ο Ιησούς του Ναυή κατά την κατάληψη της Χαναάν (Ιησούς του Ναυή 12,10).

Την πόλη πολιόρκησε και κατέλαβε ο Χάλεβ. Η πόλη κατά τη διανομή της Χαναάν, με εντολή του Ιησού του Ναυή, δόθηκε στο Χάλεβ, ως αντάλλαγμα για την πίστη που έδειξε στο Θεό και την εμπιστοσύνη στο Μωυσή (Ιησούς του Ναυή 14,6-14). Τη Χεβρών την εποχή εκείνη την κατοικούσαν την εποχή εκείνη οι γίγαντες Ενακίτες. Η πόλη λεγόταν τότε Αρβόκ ή Κιριάθ-Αρβά (πόλη του Αρβά, ο Αρβά ήταν ο πιο μεγαλόσωμος άνθρωπος ανάμεσα στους Ενακίτες) (Ιησούς του Ναυή 14,15).

Ο Χάλεβ, σύμφωνα με εντολή του Ιησού του Ναυή,  κατέλαβε τη Χεβρών, η οποία ήταν η πρωτεύουσα των Ενακιτών και εξολόθρευσε τους τρεις γιούς του Ενάκ, τον Αχιμά (Αχιμάν), τον Σουσί (Σεσσί) και τον Θολαμί (Θελαμί) (Ιησούς του Ναυή 10,36-37. 15,13-14). Ο Ιησούς του Ναυή εξολόθρευσε τους γίγαντες Ενακίμ (Ανακίμ), που ζούσαν στη Χεβρών, στη Δαβίρ, στην Αναβώθ και σ' ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα και του Ισραήλ. Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους. Δεν απόμεινε πια απόγονος του γίγαντα Ενάκ (Ανάκ) στη χώρα, παρά μόνο μερικοί στη Γάζα, στη Γεθ και στην Ασεδώθ (Ιησούς του Ναυή 11,21-22).

Η κατάληψη της Χεβρών και της Δαβίρ αναφέρεται στο κεφάλαιο 10,36-39, αλλά και στα κεφάλαια 14,6-15 και 15,13-17. Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές επιχειρήσεις του Ιησού του Ναυή, αλλά για μία. Η πρώτη στο κεφάλαιο 10 αναφέρεται περιληπτικά, ενώ στα κεφάλαια 14 και 15 αναλυτικά, λόγω της σπουδαιότητας των πόλεων αυτών, αλλά και επειδή σχετίζονται με το Χάλεβ.

 

Μετά την κατάληψη της Χαναάν από τον Ιησού του Ναυή και τη διανομή της χώρας, η Χεβρών, μαζί με τις κωμοπόλεις και τις αγροτικές κατοικίες γύρω από αυτή, δόθηκε στη φυλή Ιούδα (Ιησούς του Ναυή 15,54).

 

Η Χεβρών, που αρχικά είχε παραχωρηθεί στον Χάλεβ της φυλής του Ιούδα, στη συνέχεια χαρακτηρίστηκε ιερή ως πόλη καταφυγίου. Υπήρξε επίσης ιερατική πόλη. Ωστόσο, “ο αγρός της πόλης [της Χεβρών]” και οι οικισμοί της ήταν κληρονομική ιδιοκτησία του Χάλεβ.—Ιη 14:13, 14· 20:7· 21:9‐13.

 

Στη Χεβρών, περίπου τέσσερις αιώνες αργότερα, οι άντρες του Ιούδα έχρισαν βασιλιά τον Δαβίδ. Ο Δαβίδ κυβέρνησε από εκεί εφτάμισι χρόνια, και στο μεταξύ έγινε πατέρας έξι γιων, του Αμνών, του Χιλεάβ (Δανιήλ), του Αβεσσαλώμ, του Αδωνία, του Σεφατία και του Ιθραάμ. (2Σα 2:1‐4, 11· 3:2‐5· 1Χρ 3:1‐4) Νωρίτερα, οι κάτοικοι της Χεβρών είχαν προφανώς βοηθήσει τον Δαβίδ, ενόσω αυτός είχε τεθεί εκτός νόμου από τον Βασιλιά Σαούλ. (1Σα 30:26, 31) Προς το τέλος της περιόδου κατά την οποία ο Δαβίδ βασίλευε από τη Χεβρών, προσχώρησε στην παράταξη του Δαβίδ ο Αβενήρ, ο κύριος υποστηρικτής του αντίπαλου βασιλιά, του Ις‐βοσθέ, γιου του Σαούλ. (2Σα 2:8, 9) Όταν ο Ιωάβ, επιστρέφοντας από μια επιδρομή, έμαθε ότι ο Δαβίδ είχε αποστείλει τον Αβενήρ με ειρήνη, έστειλε αγγελιοφόρους με την οδηγία να φέρουν πίσω τον Αβενήρ και τότε τον σκότωσε ο ίδιος στη Χεβρών, όπου στη συνέχεια θάφτηκε ο Αβενήρ. (2Σα 3:12‐27, 32) Αργότερα, ο Ρηχάβ και ο Βαανάχ δολοφόνησαν τον Ις‐βοσθέ και, αναμένοντας ανταμοιβή για την πράξη τους, έφεραν το κεφάλι του στον Δαβίδ στη Χεβρών, αλλά εκείνος φρόντισε να θανατωθούν για την αχρεία πράξη τους. (2Σα 4:5‐12) Έπειτα ο Δαβίδ χρίστηκε βασιλιάς όλου του Ισραήλ και μετέφερε την πρωτεύουσά του από τη Χεβρών στην Ιερουσαλήμ.—2Σα 5:1‐9.

 

Μερικά χρόνια αργότερα, ο γιος του Δαβίδ ο Αβεσσαλώμ επέστρεψε στη Χεβρών, όπου ξεκίνησε την αποτυχημένη του προσπάθεια σφετερισμού της βασιλείας του πατέρα του. (2Σα 15:7‐10) Πιθανότατα λόγω της ιστορικής σημασίας που είχε η Χεβρών ως η πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Ιούδα, αλλά και λόγω του ότι ήταν η γενέτειρά του, ο Αβεσσαλώμ διάλεξε αυτή την πόλη για να ξεκινήσει την προσπάθειά του να αναρριχηθεί στο θρόνο. Αργότερα, ο εγγονός του Δαβίδ, ο Βασιλιάς Ροβοάμ, ανοικοδόμησε τη Χεβρών. (2Χρ 11:5‐10) Μετά την ερήμωση του Ιούδα από τους Βαβυλωνίους και την επιστροφή των Ιουδαίων εξορίστων, μερικοί από τους επαναπατρισμένους Ιουδαίους εγκαταστάθηκαν στη Χεβρών (Κιριάθ‐αρβά).—Νε 11:25.

 

 

ΑΣΤΑΡΩΘ

 

Η ΑΣΤΑΡΩΘ

(Γένεση 14,5. Δευτερονόμιο 1,4. Ιησού του Ναυή 13,12. 13,31)

 

Η Ασταρώθ ήταν αρχαία πόλη της Βασάν (Δευτερονόμιο 1,4. Ιησούς του Ναυή 9,10. 13,12). Στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης την πόλη την κατοικούσαν οι Γίγαντες Ραφαείμ. Ήταν καλά οχυρωμένη, με τείχη ψηλά και στερεές πύλες και μοχλούς πίσω απ' αυτές (Δευτερονόμιο 3,4-5). Μετά τη διανομή της Χαναάν η Ασταρώθ ήταν μια από τις πόλεις της μισής φυλής Μανασσή (Ιησούς του Ναυή 13,31). Χάρτης E3.

 

Στην Παλαιά Διαθήκη η Βασάν ονομάζεται "γη γιγάντων" (Δευτερονόμιο 3,13). Πρόκειται για μία ορεινή περιοχή ανατολικά της θάλασσας της Γαλιλαίας. Εκεί, οι Γίγαντες υπήρχαν πριν και μετά από τον Κατακλυσμό.

Στην εποχή του Αβραάμ, κατά το 19ο και 18ο αιώνα π.Χ., όταν ο βασιλιάς του Ελάμ ο Χοδολλογομόρ και οι σύμμαχοί του, πήγαιναν για να πολεμήσουν με το στρατό των Σοδόμων και των Γομόρρων, στο πέρασμά τους κατέκοψαν τους Γίγαντες των πόλεων Ασταρώθ και Καρναΐν, στη Βασάν (Γένεση 14,5).

Η Ασταρώθ και η Εδραΐν ήταν οι πόλεις στις οποίες κατοικούσε ο γίγαντας Ωγ, ο βασιλιάς της Βασάν (Δευτερονόμιο 1,4. Ιησούς του Ναυή 9,10. 13,12). Κατά τη διανομή της Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή έδωσε στη μισή φυλή Μανασσή και στους απογόνους του Μαχίρ τη μισή Γαλαάδ, καθώς και τις πόλεις Ασταρώθ και Εδραΐν, που άλλοτε αποτελούσαν την έδρα του Ωγ, βασιλιά της Βασάν (Ιησούς του Ναυή 13,29-32).

 

 

ΕΔΡΑΪΝ

 

ΕΔΡΑΕΙΝ Ή ΕΔΡΑΪΝ (ΕΔΡΑΪΜ Ή ΕΔΡΕΪ)

(Αριθμοί 21,33. Δευτερονόμιο 1,4. 3,1. Ιησού του Ναυή 13,12. 13,31)
 

Η Εδραΐν (Εδραείν, Εδραΐμ ή Εδρεΐ) ήταν αρχαία πόλη της Βασάν (Δευτερονόμιο 1,4. Ιησούς του Ναυή 9,10. 13,12). Στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης την πόλη την κατοικούσαν οι Γίγαντες. Ήταν καλά οχυρωμένη, με τείχη ψηλά και στερεές πύλες και μοχλούς πίσω απ' αυτές (Δευτερονόμιο 3,4-5). Είναι γνωστή με τα ονόματα Εδραείν, Εδραΐμ και Εδρεΐ. Μετά τη διανομή της Χαναάν η Εδραΐν ήταν μια από τις πόλεις της μισής φυλής Μανασσή (Ιησούς του Ναυή 13,31). Εδρεΐ- Χάρτης E5.

 

Ήταν μια από τις πόλεις του βασιλείου του Ωγ, βασιλιά της Βασάν, ο οποίος κατοικούσε στις πόλεις Ασταρώθ και η Εδραΐν (Δευτερονόμιο 1,4. Ιησούς του Ναυή 9,10. 13,12). Οι Ισραηλίτες πριν μπουν στη Χαναάν, έφτασαν στη περιοχή της Βασάν. Ο βασιλιάς της Βασάν, ο Ωγ, βγήκε με το στρατό του να τους πολεμήσει. Οι Ισραηλίτες, με τη βοήθεια του Θεού, χτύπησαν τη Βασάν και το στρατό της στην Εδραείν. Θανάτωσαν τον Ωγ και τους γιους του, όπως και όλο το λαό και κυρίεψαν τη χώρα της Βασάν και της Γαλαάδ, όλες τις πεδινές πόλεις της περιοχής Μισώρ, μέχρι τις πόλεις Ελχά και Εδραείν. Πήραν τα ζώα της χώρας κι άλλα λάφυρα από τις πόλεις τους (Αριθμοί 21,33-35. Δευτερονόμιο 3,1-11).

Κατά τη διανομή της Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή έδωσε στη μισή φυλή Μανασσή και στους απογόνους του Μαχίρ τη μισή Γαλαάδ, καθώς και τις πόλεις Ασταρώθ και Εδραΐν, που άλλοτε αποτελούσαν την έδρα του Ωγ, βασιλιά της Βασάν (Ιησούς του Ναυή 13,29-32).

 

 

ΚΑΡΝΑΪΝ

 

ΚΑΡΝΑΪΝ (ΚΑΡΝΑΪΜ)

(Γένεση 14,5)

 

Η Καρναΐν (Καρναΐμ) ήταν αρχαία πόλη της Βασάν. Στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης την πόλη την κατοικούσαν οι Γίγαντες Ραφαείμ. Ήταν καλά οχυρωμένη, με τείχη ψηλά και στερεές πύλες και μοχλούς πίσω απ' αυτές (Δευτερονόμιο 3,4-5). Μετά τη διανομή της Χαναάν η Καρναΐν ήταν μια από τις πόλεις της μισής φυλής Μανασσή (Ιησούς του Ναυή 13,30-31). Καρναΐμ- Χάρτης E3.

 

Στην εποχή του Αβραάμ, κατά το 19ο και 18ο αιώνα π.Χ., όταν ο βασιλιάς του Ελάμ ο Χοδολλογομόρ και οι σύμμαχοί του, πήγαιναν για να πολεμήσουν με το στρατό των Σοδόμων και των Γομόρρων, στο πέρασμά τους κατέκοψαν τους Γίγαντες των πόλεων Ασταρώθ και Καρναΐν, στη Βασάν (Γένεση 14,5).

Κατά τη διανομή της Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή έδωσε στη μισή φυλή Μανασσή όλες τις πόλεις της Βασάν και τη μισή Γαλαάδ, που άλλοτε που άλλοτε ανήκαν στον Ωγ, βασιλιά της Βασάν (Ιησούς του Ναυή 13,29-32).

 

 

ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΩΝ ΓΙΓΑΝΤΩΝ

 

ΑΝΑΒΩΘ (ΑΝΑΒ Ή ΑΝΑΘΩΘ)

(Ιησούς του Ναυή 11,21)

 

Η Αναβώθ (Ανάβ, Αναθώθ) ήταν αρχαία πόλη του Ισραήλ, βόρεια της Ιερουσαλήμ, στα όρια της φυλής Βενιαμίν. Αναθώθ- Χάρτης Β1.

 

Όταν ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε τις πόλεις της νότιας Χαναάν εξολόθρευσε τους γίγαντες Ενακίμ (Ανακίμ), που ζούσαν στη Χεβρών, στη Δαβίρ, στην Αναβώθ και σ' ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα και του Ισραήλ. Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους (Ιησούς του Ναυή 11,21-22).

 

 

 

ΔΑΒΙΡ (ΔΕΒΕΙΡ)

(Ιησούς του Ναυή 10,38. 12,13. 15,49)

 

Η Δαβίρ (Δεβείρ) ήταν αρχαία πόλη του Ισραήλ, νότια της Χεβρών. Τ' όνομα της Δαβίρ ήταν πριν καταληφθεί από τους Ισραηλίτες ''Πόλις Γραμμάτων'' (Ιησούς του Ναυή 15,15. 15,49). Δεβείρ- Χάρτης Β7.

 

Την εποχή του Μωυσή και του Ιησού του Ναυή την πόλη την κατοικούσαν οι Γίγαντες (Ιησούς του Ναυή 11,21-22). Όταν ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε τις πόλεις της νότιας Χαναάν, μετά τη Χεβρών πολιόρκησε και κατέλαβε την πόλη Δαβίρ (Δεβείρ), καθώς και όλες τις γύρω πόλεις. Την πόλη την κυρίεψε ο Γοθονιήλ, γιος του Κενέζ και ανιψιός του Χάλεβ. Οι Ισραηλίτες σκότωσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, το βασιλιά της και οτιδήποτε ανέπνεε σ' αυτή (Ιησούς του Ναυή 10,38-39. 15,15-19). Ο βασιλιάς της Δαβίρ ήταν ένας από τους 29 Χαναναίους βασιλιάδες που νίκησε ο Ιησούς του Ναυή κατά την κατάληψη της Χαναάν (Ιησούς του Ναυή 12,13).

Ακόμη ο Ιησούς του Ναυή εξολόθρευσε τους γίγαντες Ενακίμ (Ανακίμ), που ζούσαν στη Χεβρών, στη Δαβίρ, στην Αναβώθ και σ' ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα και του Ισραήλ. Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους (Ιησούς του Ναυή 11,21-22).

Μετά την κατάληψη της Χαναάν από τον Ιησού του Ναυή και τη διανομή της χώρας, η πόλη Δαβίρ, μαζί με τις κωμοπόλεις και τις αγροτικές κατοικίες γύρω από αυτή, δόθηκε στη φυλή Ιούδα (Ιησούς του Ναυή 15,49).

 

 

 

ΣΕΛΧΑ (ΕΛΧΑ, ΣΕΛΛΑ)

(Δευτερονόμιο 3,10. Α' Παραλειπομένων 5,11. Ιησού του Ναυή 12,5. 13,11)

 

Η Σελχά (Ελχά, Σελλά) ήταν αρχαία πόλη στην ανατολική Βασάν. Στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης την πόλη την κατοικούσαν οι Γίγαντες. Ήταν καλά οχυρωμένη, με τείχη ψηλά και στερεές πύλες και μοχλούς πίσω απ' αυτές (Δευτερονόμιο 3,4-5). Μετά τη διανομή της Χαναάν η Ελχά ήταν μια από τις πόλεις της μισής φυλής Μανασσή (Ιησούς του Ναυή 13,30-31). Σήμερα η περιοχή αυτή ανήκει στην Ιορδανία.

 

Στην Αγία Γραφή εμφανίζεται ως το ανατολικό όριο της Βασάν (Α' Παραλειπομένων 5,11). Η πόλη ανήκε στο βασίλειο του Ωγ, βασιλιά της Βασάν. Η κυριαρχία του εκτείνονταν από το όρος Αερμών και από τη Σελχά (Σελχούς) σε όλη την περιοχή της Βασάν, μέχρι τα όρια των χωρών Γεσουρί και Μαχί και η μισή χώρα της Γαλαάδ, που ήταν το βασίλειο του Σηών (Ιησούς του Ναυή 12,4-5).

Οι Ισραηλίτες πριν μπουν στη Χαναάν, έφτασαν στη περιοχή της Βασάν. Ο βασιλιάς της Βασάν, ο Ωγ, βγήκε με το στρατό του να τους πολεμήσει. Οι Ισραηλίτες, με τη βοήθεια του Θεού, χτύπησαν τη Βασάν και το στρατό της στην Εδραείν. Θανάτωσαν τον Ωγ και τους γιους του, όπως και όλο το λαό και κυρίεψαν τη χώρα της Βασάν και της Γαλαάδ, όλες τις πεδινές πόλεις της περιοχής Μισώρ, μέχρι τις πόλεις Ελχά και Εδραείν. Πήραν τα ζώα της χώρας κι άλλα λάφυρα από τις πόλεις τους (Αριθμοί 21,33-35. Δευτερονόμιο 3,1-11).

 

Αργότερα, κατά τη διανομή της Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή έδωσε όλη τη Βασάν έως τη Σελχά (Σελλά) στις φυλές Γαδ και μισή Μανασσή. Η πόλη θα πρέπει να συμπεριλήφθηκε στη φυλή Μανασσή και αργότερα στη φυλή Γαδ. Τα όρια των φυλών άλλαζαν από καιρό σε καιρό (Ιησούς του Ναυή 13,11-12. 13,29-32).

 

 

 

ΣΑΥΗ

(Γένεση 14,5)

 

Η Σαυή ήταν αρχαία πόλη των Γιγάντων, βορειοανατολικά της Νεκράς θάλασσας. Στα χρόνια της Παλαιάς Διαθήκης την πόλη την κατοικούσαν οι Γίγαντες Εμμαίοι (Ομμαίοι). Μετά τη διανομή της Χαναάν η Σαυή ήταν μια από τις πόλεις της μισής φυλής Μανασσή (Ιησούς του Ναυή 13,30-31).

 

Στην εποχή του Αβραάμ, κατά το 19ο και 18ο αιώνα π.Χ., όταν ο βασιλιάς του Ελάμ ο Χοδολλογομόρ και οι σύμμαχοί του, πήγαιναν για να πολεμήσουν με το στρατό των Σοδόμων και των Γομόρρων, στο πέρασμά τους κατέκοψαν τους Γίγαντες των πόλεων Ασταρώθ και Καρναΐν, στη Βασάν και τους Εμμαίους της πόλεως Σαυή (Γένεση 14,5).

Κατά τη διανομή της Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή έδωσε στη μισή φυλή Μανασσή όλες τις πόλεις της Βασάν και τη μισή Γαλαάδ, που άλλοτε που άλλοτε ανήκαν στον Ωγ, βασιλιά της Βασάν (Ιησούς του Ναυή 13,29-32).