ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ - ΠΑΝΑΓΙΑ

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΘΗΝΙΩΤΙΣΣΑ

  

Παναγία η Αθηνιώτισσα

και η μετατροπή του Παρθενώνα σε χριστιανικό ναό

 

Ο Παρθενώνας ως Παναγία η Αθηνιώτισσα

«Κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του, ο Παρθενώνας υπήρξε χριστιανικός ναός. Από το 500 ως το 1450, για κάτι λιγότερο από μία χιλιετία, ο ναός της παρθένου Παλλάδας λειτούργησε ως ναός της Θεοτόκου Παρθένου και υπήρξε θρησκευτικό προσκυνηματικό κέντρο μεγάλης σημασίας καθ’ όλη την ιστορία του Βυζαντίου.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της μετατροπής του αρχαίου ναού σε χριστιανικό, είναι πως τίποτε δεν πειράχθηκε, τίποτε δεν αλλάχθηκε. Ακόμη και τα αετώματα δεν σκεπάστηκαν – αφέθηκαν ως είχαν. Ο περίφημος φόβος των «δαιμονικών» αρχαίων θεών, απ ότι φαίνεται δεν περιελάμβανε την Ακρόπολη. Όχι μόνο τον Παρθενώνα: κατοικία του επισκόπου των Αθηνών ήταν τα Προπύλαια.

 

Το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών αναφέρει: Κατά τη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων και για πολλούς αιώνες εφεξής, ο Παρθενών διατηρήθηκε σχεδόν ανέπαφος και η μορφή του παρέμεινε βασικά αναλλοίωτη. Το 334 π.Χ., ο Μέγας Αλέξανδρος ανέθεσε στο ανατολικό επιστύλιο ασπίδες από τα λάφυρα της νίκης του επί των Περσών στο Γρανικό ποταμό (το μαρτυρούν οι ορθογώνιες οπές που σώζονται στο επιστύλιο). Στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας (61 μ.Χ.), οι Αθηναίοι ανέθεσαν στο ίδιο σημείο ψήφισμα προς τιμήν του Νέρωνος, σώζονται οι οπές για τη στερέωση των χάλκινων γραμμάτων), για να κερδίσουν την εύνοια του αυτοκράτορα. Κατά την ύστερη αρχαιότητα, μετά την επικράτηση του Χριστιανισμού, σε μια δυσπροσδιόριστη για μας εποχή, το εσωτερικό του σηκού και τμήματα των κιόνων της περίστασης υπέστησαν σοβαρές ζημιές από πυρκαγιά (ίσως εξαιτίας της επιδρομής των Ερούλων στην Αθήνα το 267 μ.Χ.) είτε από σεισμό. Τον 5ο αι. ο Παρθενών μετατράπηκε σε τρίκλιτη χριστιανική βασιλική αφιερωμένη αρχικά στην Αγία Σοφία και εν συνεχεία (στα μεσοβυζαντινά χρόνια) στην Παναγία την Αθηνιώτισσα· εκτός από την αλλαγή της εισόδου, προστέθηκε αψίδα στην ανατολική πλευρά (κόγχη του ιερού), τα γλυπτά του ανατολικού αετώματος κατεδαφίστηκαν, ο οπισθόδομος έγινε νάρθηκας που συνδέθηκε με τον σηκό με τρίφυλλη θύρα και ο ναός γέμισε με τοιχογραφίες. Στα 1018 ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος προσκύνησε στον Παρθενώνα, του οποίου η ακτινοβολία εξακολουθούσε να είναι μεγάλη. Με την κατάκτηση του Βυζαντίου από τους Σταυροφόρους κατά την διάρκεια της Δ΄ Σταυροφορίας (1204) και την ανάληψη της διακυβέρνησης της Αθήνας από τη δουκική οικογένεια των De la Roche, ο ναός αφιερώθηκε στη Notre Dame και στη νοτιοδυτική του γωνία χτίστηκε ψηλό κωδωνοστάσιο. Έπειτα από την κατάληψη της Αθήνας από τους Τούρκους του Μωάμεθ Β΄ του Πορθητού το 1458, ο Παρθενών μετατράπηκε σε τζαμί, το δέ φραγκικό κωδωνοστάσιο σε μιναρέ. Παρά τις κατά καιρούς αλλαγές και τις καταστροφές που υπέστη, το κτίριο διατηρούσε ως τον 17ο αι. την αρχιτεκτονική του συνοχή και το μεγαλύτερο μέρος του πλαστικού του διακόσμου. Μόλις το 1687, μεσούντος του Β΄ Ενετο-τουρκικού πολέμου, οβίδα του πυροβολικού του Morosini έπεσε στον Παρθενώνα, όπου οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει πυριτιδαποθήκη, προξενώντας την ανατίναξη του ναού και εκτεταμένες καταστροφές στο γλυπτό του διάκοσμο.

 

Πηγή: Διακόνημα

 

 

Το προσκύνημα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας

 

Η Παναγία και ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός

Η μοναδική πόλη στην οποία αναφέρεται επικριτικά για την φιλοσοφία και την εν γένει ειδωλολατρία της, ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός με τον Ακάθιστό του Ύμνο (..Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα...), μετετράπη σε ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα της Ρωμαίικης Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Κωνσταντινούπολη, η Αθήνα είχε τα πρεσβεία τιμής της Παναγία μας, στο ιερό της Παναγίας της Αθηνιώτισσας στον Παρθενώνα.


Όσον αφορά το προσκύνημα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα λατρευτικά κέντρα της αυτοκρατορίας, οι ιστορικοί αδυνατούν να σχηματίσουν μια σαφή εικόνα, ελλείψει ιστορικών πηγών. Προτάθηκαν κατά καιρούς διάφορες θεωρίες, οι οποίες όμως δεν φαίνονται να είναι ισχυρές. Συγκεκριμένα, κατά μία θεωρία λόγος της επικεντρώσεως της λατρείας των πιστών σε αυτόν τον συγκεκριμένο τόπο, οφείλεται σε ένα Θεϊκό Φως που αναδιδόταν από το εσωτερικού του Παρθενώνα. Οι σχετικές όμως μαρτυρίες εμφανίζονται μόλις τον 12ο αιώνα μ.Χ.. Κατά άλλη θεωρία η ανά την αυτοκρατορία φήμη του προσκυνήματος οφείλεται στην θαυματουργική εικόνα της Παναγίας Σουμελά, αλλά ο εν λόγω ισχυρισμός προσκρούει σε σειρά αναχρονισμών. 

 

Τον Παρθενώνα λάμπρυνε εσωτερικά η εφέστιος εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου – Αθηνιώτισσας και ένα εντυπωσιακό ψηφιδωτό της Παναγίας μας στην ιερά κόγχη αλλά και πολλές περίτεχνες εικόνες και τοιχογραφίες. Όμως, ο σπουδαίος αυτός εικονογραφικός διάκοσμος από μόνος του δεν ήταν δυνατόν εκ των πραγμάτων να προσελκύσει  το πλήθος των προσκυνητών.

Εξ άλλου, δεν υπάρχουν πηγές, που να αναφέρονται στην προσέλκυση ταξιδιωτών για την προσκύνηση Ιερών Λειψάνων στην Παναγιά την Αθηνιώτισσα, αλλά ούτε και η πόλη των Αθηνών φημιζόταν για το πλήθος των Αγίων της κατά την Βυζαντινή περίοδο, γεγονός που θα μπορούσε να εξηγήσει την ανάδειξη της πόλεως σε λατρευτικό κέντρο.

Το βέβαιο είναι πάντως, ότι ο Παρθενώνας δεν είχε υπάρξει επίκεντρο τόσης προσοχής ποτέ κατά την αρχαιότητα, συγκρινόμενο με τα βυζαντινά έτη. Το προσκύνημα της Παναγίας στην Αθήνα δεχόταν τις τιμές αυτοκρατόρων και τις επισκέψεις αγίων, τους εγκωμιαστικούς λόγους ρητόρων, ενώ πολυάριθμοι προσκυνητές χάραζαν τα ονόματα τους στους τοίχους και στου κίονές της. Η Θεοτόκος η Αθηνιώτισσα ήταν ξακουστή στη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη και στην Ανατολή εν γένει, ως ένα από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κέντρα του βυζαντινού κόσμου.

 

Ο Παρθενώνας, δεν ήταν μια κοινή εκκλησία, αλλά αποτελούσε ταυτόχρονα αρχαίο ναό και μνημείο, καθότι από την ύστερη αρχαιότητα και εντεύθεν οι χριστιανοί άρχιζαν να εκτιμούν την αισθητική αξία της ειδωλολατρικής τέχνης, τόσο σε ιδιωτικό όσο και σε δημόσιο επίπεδο. Όταν λοιπόν, ένας βυζαντινός αντίκριζε τον αρχαίο ναό του Παρθενώνα, έβλεπε σε αντίθεση με εμάς σήμερα, μια εκκλησία της Θεοτόκου. Γνώριζε όμως ταυτόχρονα, ότι η συγκεκριμένη εκκλησία είχε κάποτε υπάρξει κάτι εντελώς διαφορετικό. Κατά την είσοδό του στον ναό, αντίκριζε στο δυτικό αέτωμα τον αγώνα μεταξύ της θεάς Αθηνά και του Ποσειδώνα, ενώ στην δυτική πλευρά, δέσποζε η γλυπτή σύνθεση με τη γέννηση της θεάς Αθηνάς. 

Οι πιστοί που προσερχόταν στο ναό έκαναν ένα πολιτιστικό ταξίδι στο χωροχρόνο του Ρωμαϊκού πολιτισμού, συνδεόμενοι άμεσα με το παρελθόν τους.  Προσπερνώντας τους θεούς των ειδωλολατρών «θυραθεν» εισέρχονταν στο χριστιανικό εσωτερικό του κτιρίου για να εναποθέσουν τις προσευχές τους, τις θλίψεις τους και ελπίδες τους στην Υπεραγία Θεοτόκο. Το βίωμα ότι συναποτελούν και αυτοί ένα μικρό κρίκο του μεγαλείου της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, υπό την αέναη Σκέπη και προστασία της Παναγίας, θα ήταν αναμφισβήτητα ένα ισχυρότατο κίνητρο για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου προσκυνήματος.

 

Παναγία η Αθηνιώτισσα

Το μεγαλύτερο μυστήριο που περιβάλει τον χριστιανικό Παρθενώνα αφορά το Θεϊκό Φως, που ακτινοβολούσε είτε μέσα από το εσωτερικό του ναού είτε από το ίδιο το οικοδόμημα. Αν και υφίστανται αρκετές καταγεγραμμένες γραπτές μαρτυρίες για αυτό το γεγονός, καμιά από αυτές δεν χρονολογείται νωρίτερα από του 12ου αιώνος μ.Χ..

 

Δυστυχώς, οι συγκεκριμένες πληροφορίες και νύξεις για το Θεϊκό Φως που υπάρχουν σε διάφορες πηγές, είναι ανάμεικτες με λογοτεχνικά ευρήματα και θεολογικές αλληλογρίες σε τέτοιο σημείο, που να μην είναι σαφές πότε οι συγγραφείς κάνουν λόγο συγκεκριμένα για ένα υπερκόσμιο φως και πότε επιδίδονται σε ρητορικούς ακκισμούς. Έτσι καταλήγουν να γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια της πραγματικότητας όσον αφορά το γεγονός του θαυματουργού Φωτός και της λογοτεχνικής ρητορικής.
Παρά ταύτα, οι αναφορές αποκτούν νόημα με την παραδοχή της υπάρξεως μιας θαυματουργικής λυχνίας, που έκαιγε αέναα μέσα στον χριστιανικό Παρθενώνα. Τόσο ο χρόνος και ο τρόπος εμφανίσεως της λυχνίας αυτής, όσο και η μορφή της παραμένουν παντελώς άγνωστες, καθότι οι πηγές δεν επαρκούν.
 

Ενδεικτικά αναφέρουμε τις τρεις σημαντικότερες εξ αυτών: Η πρώτη πληροφορία για το θαύμα της Παναγιάς της Αθηνιώτισσας, προέρχεται από τον αγγλοσάξονα προσκυνητή Saewulf. Κατά την διάρκεια του προσκυνηματικού του ταξιδιού στην Ιερουσαλήμ τα έτη 1.102 – 1.103 μ.Χ., λοξοδρομώντας πέρασε από την Αθήνα για να πατήσει τα ίδια χώματα που πάτησε ο Απόστολος των Εθνών μερικούς αιώνες νωρίτερα. Σε ένα απόσπασμα της περιγραφής του ταξιδιού αυτού αναφέρει για την Αθήνα: «Στην πόλη βρίσκεται και η εκκλησία της Υπεραγίας Παρθένου Μαρίας, στην οποία το λάδι μιας άσβεστης λυχνίας δεν τελειώνει ποτέ».

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1119 μ.Χ., ο Λατίνος συγγραφέας Guido συνέθεσε ένα απάνθισμα από αποσπάσματα γεωγραφικών έργων, συνοδευόμενο από ένα χάρτη της οικουμένης. Εκεί η Αθήνα αναφέρεται «ως γενέτειρα φιλοσόφων και ρητόρων, η οποία πλέον διακρινόταν για το Θείο και άσβεστο φως που έλαμπε στο ναό του προφήτη, τον οποίο οικοδόμησε ο Ιάσονας (!) με εντυπωσιακή πολυτέλεια και αστραφτερό μάρμαρο και τον αφιέρωσε στην Παρθένο Θεομήτορα Μαρία».

Δεν θα μπορούσε βέβαια η εμβληματική φυσιογνωμία της Βυζαντινής Αθήνας, ο Μιχαήλ Χωνιάτης, να μην είχε αναφερθεί πολλάκις στο Θεϊκό Φως του Ναού, που λάτρευε με όλη του την ύπαρξη. Ενδεικτικά παραθέτουμε ένα απόσπασμα από την κατακλείδα του εισβατηρίου (εθρονιστήριου) λόγου του. Σε αυτό κάνει πολλαπλές αναφορές στο Θείο Φώς του ναού της Θεοτόκου, το οποίο διαπλέκει ρητορικά με παλαιοδιαθητικές αναφορές στο φως και στη φωτιά. «Τι τρομερός τόπος αλήθεια! Και δεν είναι άλλο, παρεκτός οίκος του Θεού και πύλη του ουρανού, από όπου το υπερούνιο Φως το ακούραστο χύνεται εδώ μέσα, χωρίς να ξεθωριάζει από το φέγγος της ημέρας, μήτε να παύει μες στη νύχτα, χωρίς να τρέφεται από ξύλο, ένα φως άυλο, καθάριο, αείλαμπρο και αείφωτο στα μάτια τα πιστά και αβέβηλα……Τέτοιο είναι ετούτο το τέμενος, περίκαλλο, ακλόφεγγο, ανάκτορο της φωτοδόχου και φωτοδότιδας Παρθένου γεμάτο χάρη, άγιο σκήνωμα του αληθινού φωτός που έλαμψε από μέσα της».

Τέλος, λοιπές αναφορές για το Θεϊκό Φως του Παρθενώνα, καταγράφονται τον 12ο αιώνα μ.Χ. από τους βυζαντινούς Τορνίκη, Μαλάκη, και Ευστάθιο, την περίοδο 12-14 αιώνα μ.Χ., από το μοναχό Ακάκιο και τους δυτικούς περιηγητές, Nicolo De Martoni, Ewdard Lear και Henry Miller.

 

Πηγή: Βυζαντινή Αθήνα