ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ - ΠΑΝΑΓΙΑ

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΛΑΤΣΑΤΙΑΝΗ

 

Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΑΛΑΤΣΑΤΙΑΝΗ
 

Παναγία η Αλατσατιανή

Η γνωστή σε πάρα πολλούς Νεοερυθραιώτες Αλατσατιανή Παναγιά, η μητρόπολη των Αλατσάτων της Ερυθραίας, εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να λειτουργεί ως μουσουλμανικό τέμενος. Τις ώρες της προσευχής μάλιστα, τους κλείνεται η κουρτίνα που έχει τοποθετηθεί γι αυτό το λόγο μπροστά από το τέμπλο, δεδομένου ότι τους απαγορεύεται η απεικόνιση θείων μορφών.

Η εκκλησιά αυτή ήταν η πρώτη από τις τρεις μεγάλες εκκλησίες των Αλατσάτων. Σύμφωνα με δύο ιδρυτικές επιγραφές του ναού που αποκαλύφθηκαν, (μεταξύ των οποίων και η κτητορική) μαθαίνουμε ότι ο ναός κτίστηκε στη διάρκεια ενός έτους και τα εγκαίνια έγιναν την 1η Αυγούστου του 1832. Ο ναός αυτός είναι νεότερος και χτίστηκε στη θέση του προηγούμενου ναού, ο οποίος κρίθηκε μικρός και μη επαρκής.

 

Πρόκειται για μια πολύ χαρακτηριστική εκκλησία της ύστερης Τουρκοκρατίας, σημαντικό έργο του περίφημου μάστορα Στράτου Καλονάρη, ο οποίος εργάστηκε μαζί με το γιο του Μανόλη στις Κυκλάδες και στην περιοχή της Σμύρνης, χτίζοντας πολλούς ναούς (Παναγία της Τήνου, Βαγγελίστρα του Τσεσμέ, Παναγιά της Κάτω Παναγιάς, Παναγιά Βουρλιώτισσα κλπ.). Όλα τα μάρμαρα του ναού είναι τηνιακά και φορτώθηκαν με τη φροντίδα του Ευστρ. Καλονάρη, του Ιωάν. Χαλεπά και του Μάρκ. Λαμπαδίτη στην Τήνο και παραλήφθηκαν στον όρμο της Αγριλιάς, στο λιμάνι των Αλατσάτων.

 

 

 

 

 ΤΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΧΤΙΣΙΜΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

 

Έχει το σχέδιο τρίκλιτης βασιλικής μεγάλων διαστάσεων, με υπερυψωμένο το κεντρικό τμήμα της στέγης και πολλά παράθυρα. Δυο σειρές από έξι μαρμάρινες μονοκόμματες κολόνες χωρίζουν το ναό σε τρία κλίτη. Το κεντρικό είναι διπλάσιο σχεδόν από τα άλλα. Στα δυτικά, τρεις μεγάλες θύρες (μία σε κάθε κλίτος) οδηγούν στον κυρίως ναό. Περιβάλλεται από ένα περίστωο με γυναικωνίτη που στηρίζουν εξωτερικά 10 μαρμάρινες κολόνες.

Το έξοχο κι εντυπωσιακό τέμπλο του ναού, από τα ωραιότερα στο είδος του, σε ρυθμό νεοκλασικό, φιλοτεχνήθηκε σε τηνιακό μάρμαρο το 1874 και φέρει εγγράφως την υπογραφή του Ιωάννη Χαλεπά, πατέρα του περίφημου γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά και στοίχισε 750 χρυσές λίρες. Οι Χαλεπάδες με το συνεργείο τους είχαν δουλέψει σε πολλές εκκλησίες τις Ερυθραίας και της Ιωνίας, μα δυστυχώς το μόνο άρτια σωζόμενο έργο τους στη Μικρασία είναι το τέμπλο της Αλατσατιανής Παναγιάς.

 

 

 

 ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΑΤΣΑΤΙΑΝΗ

 

Ωραίες αλατσατιανές παραδόσεις σχετικές με το κτίσιμο του ναού διασώθηκαν μέχρι σήμερα από γριές Αλατσατιανές της Νέας Ερυθραίας. Σύμφωνα με την παράδοση τις κολόνες του ναού τις βρήκανε στον πάτο της θάλασσας, πολύ μακριά από τα Αλάτσατα, κοντά στα Ντεμερτζιλιά, και τις έβγαλαν νησιώτες βουτηχτάδες. Ήταν πανάλαφρες σαν μπαμπάκι, γιατί βοηθούσε η Παναγιά στην ανέλκυση και τη μεταφορά τους. Επίσης άλλα μάρμαρα έφεραν από τις αρχαιότητες του Λυθριού και τα μουλάρια, λέει, πήγαιναν μοναχά τους στον τόπο για το φόρτωμα, χωρίς ν’ αγκομαχούνε με το βαρύτατο φορτίο τους.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση ολάκερο φέσι γεμάτο χρυσές λίρες και μαλαματικά έστειλαν οι Αλατσατιανοί στην Ιταλία, για να τα χύσουν οι μαστόροι μέσα στο μέταλλο της καμπάνας που παρήγγειλαν για την Παναγιά, για να ‘ναι γλυκόλαλη και ν’ ακούγεται ίσαμε την Αγριλιά, το Ρεΐσντερέ και τα Λίτζια κι ακόμα μακρύτερα, σαν χτυπά.

 

 

 

Η ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

 

Ο ναός κατέστη το εκκλησιαστικό, κοινοτικό και εθνικό κέντρο της ερυθραιώτικης πόλης. Στο πανηγύρι της Μεσοσπορίτισσας (21 Νοεμβρίου) έσπευδαν χιλιάδες προσκυνητές από ολόκληρη την Ερυθραία, τη Χίο και από τα χωριά της Σμύρνης ακόμη.

 

Οι περιπέτειες του ναού από το 1922 είναι πολλές. Εκείνον τον καταραμένο Σεπτέμβρη του ’22, η Παναγιά έγινε για 15-20 μέρες ο Γολγοθάς των Αλατσατιανών. Στις 3 Σεπτεμβρίου 1922 μπήκαν οι Τσέτες και στη συνέχεια ο τούρκικος στρατός όπου με τελάλη κλήθηκαν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι της πόλης να μαζευτούν εντός του ναού, ενώ οι άντρες ηλικίας 18-45 ετών στο προαύλιο.

Κάθε βράδυ Τούρκοι στρατιώτες ξεδιάλεγαν τις ωραιότερες κοπέλες και τις βίαζαν μέσα στο ιερό, μπροστά στα μάτια όλων των άλλων. Όσες αντιστέκονταν, σφάζονταν επί τόπου, ενώ άλλες απαγόμενες κάθε νύχτα, εξαφανίζονταν μυστηριωδώς. Οι Αλατσατιανές έπεσαν και πνίγηκαν στα πηγάδια και στις στέρνες της πόλης, για να γλιτώσουν από τους Τσέτες. Στο πηγάδι πίσω από το ιερό του ναού δεκάδες Αλατσατιανές έπεσαν και πνίγηκαν, άλλες για να μην υποστούν το βιασμό και άλλες επειδή βιάστηκαν. Το πηγάδι από τότε σφραγίστηκε και δεν ξαναλειτούργησε. Μετά από τη δυσοσμία των πτωμάτων οι Τούρκοι έριξαν πετρέλαιο και μολύνθηκε ο υδροφόρος ορίζοντας της περιοχής.

 

Αμέσως μετά άρχισε η λεηλασία του ναού. Οι φορητές εικόνες, τα ιερά σκεύη καθώς και μικροεξαρτήματα μαρμάρινα (περιστέρι άμβωνος, σταυροί, χερουβίμ), αποσπάστηκαν και πουλήθηκαν σε Εβραίους εμπόρους της Σμύρνης που κατέφθαναν με αραμπάδες αμέσως μετά την εγκατάλειψη της πόλης από τον πληθυσμό της.

Κάποιες εικόνες καταστράφηκαν και όσες υπήρχαν πάνω στο μαρμάρινο τέμπλο καλύφθηκαν με φρικώδη χρώματα, κόκκινα και πράσινα. Τα μεγάλα μαρμάρινα εικονοστάσια και οι κίονες του κυρίως ναού βάφτηκαν με πράσινες και γκρίζες λαδομπογιές. Οι νέοι χρήστες έσπασαν τις γλυπτές μορφές των αγγέλων κι ασβέστωσαν τα χριστιανικά σύμβολα (σταυρούς, χριστογράμματα, δισκοπότηρο κλπ.) στο τέμπλο. Στο νότιο τοίχο του ναού δημιουργήθηκε το μιχράμπ (το μουσουλμανικό ιερό), με κατεύθυνση προς τη Μέκκα.


Οι Τούρκοι από την Κρήτη, την Ανατ. Μακεδονία και τη Βοσνία που ήρθαν πρόσφυγες στα Αλάτσατα γκρέμισαν τις άλλες δυο εκκλησίες (Αγ. Τριάδα κι Άγ. Κων/νο) και πούλησαν τα οικοδομικά υλικά τους. Επειδή όμως δεν υπήρχε στα Αλάτσατα μεγάλο τζαμί, αφού το κατοικούσαν 10-13.000 Έλληνες κι ελάχιστοι Τούρκοι, μετέτρεψαν το 1938 την εκκλησία των Εισοδίων, που βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν της πόλης, σε τέμενος, για να εξυπηρετούνται οι λιγοστοί νέοι κάτοικοι. Κατεδάφισαν επίσης όλα τα κοινοτικά κτίρια που υπήρχαν ολόγυρα στον περίβολο (καμπαναριό, δημογεροντία, επιτροπείο, Σχολή Αλατσάτων κ. ά.) και δημιούργησαν στο δυτικό περίστωο πολλά μικρά καταστήματα, που με τα νοίκια τους συντηρούσαν το τζαμί. Μετέφεραν την κεντρική είσοδο στο βόρειο τοίχο του ναού και το 1953 προσέθεσαν στη βορειοδυτική γωνία του ναού ένα μιναρέ. Τα ασπρόμαυρα βολάκια της δυτικής αυλής, με τα υπέροχα γεωμετρικά σχήματα και το δικέφαλο αετό (έργα νησιωτών μαστόρων το 1833-1838), διατηρήθηκαν σε αρκετά καλή κατάσταση, αλλά τα τελευταία χρόνια φθάρηκαν επικίνδυνα.
 

 

 

Ο ΝΑΟΣ ΣΗΜΕΡΑ

 

Σήμερα η τουρκική κυβέρνηση, για λόγους τουριστικής προβολής και για λόγους πολιτικούς, θέλοντας να δείξει προς τα έξω ένα πιο ‘’ευρωπαϊκό’’ πρόσωπο, ανεξίθρησκο, τάχα, και ‘’πολιτισμένο’’, αποφάσισε να ανακηρύξει ιστορικό μνημείο το ναό των Εισοδίων και να προβεί στις εργασίες αποκατάστασης και συντήρησης του κτιρίου. Το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού, δεν συνεργάστηκε στην ανακαίνιση του ναού παρά μόνο έδωσε την άδεια. Το έργο εκπονήθηκε με απ’ ευθείας ανάθεση μετά από διαγωνισμό του δήμου και το ανέλαβε ιδιωτική αρχιτεκτονική εταιρεία.

Για τις θρησκευτικές ανάγκες τέθηκε και πάλι σε λειτουργία το μικρό τζαμί του Χατζή Μεμίς αγά (του 18ου αι.), που βρίσκεται στις νότιες ακρινές συνοικίες, μεταξύ Μπατζακέικων και Νταλακλήδικων, και μέχρι τώρα ήταν υπό εγκατάλειψη.

 

Σήμερα ο ναός κυριολεκτικά λάμπει, αποκαλυμμένος σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Απομακρύνθηκαν όλα τα μαγαζιά και οι ψευτοκατασκευές που τα εξυπηρετούσαν. Αναδείχθηκε όλη η δυτική πλευρά του ναού στην αρχική της κατάσταση. Αποκαλύφθηκαν σχεδόν όλες οι εικόνες στο ανώτερο τμήμα του τέμπλου.
Ας σημειωθεί ότι από τις 69 ενοριακές εκκλησίες και τα 254 παρεκκλήσια που υπήρχαν ως το 1922 στην ιωνική Ερυθραία, παραμένουν όρθιες σήμερα μόνο 5 όλες κι όλες: ο Άη-Χαράλαμπος του Τσεσμέ (‘’πολιτιστικό’’ κέντρο), η Παναγιά η Γουρνά στην Αγιά-Παρασκευή (τζαμί), ο Άη-Γιώργης στον Γκιούλμπαξε (τζαμί), ο Άης Γιώργης ο Αρφανός στα Βουρλά (αποθήκη) και η Αλατσατιανή Παναγιά, που τις ξεπερνά όλες στη λαμπρότητα και στην καλλιτεχνία.