ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ - ΠΑΝΑΓΙΑ

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΒΡΕΣΘΕΝΙΤΙΣΣΑ

  

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΡΕΣΘΕΝΙΤΙΣΣΑΣ

 

Παναγία η Βρεσθενίτισσα

Λίγο έξω από τα Βρέσθενα, δεξιά του δρόμου προς Σπάρτη, βρίσκεται πάνω σε χαμηλό ύψωμα μέσα σε συστάδα κυπαρισσιών και πεύκων, η ιστορική μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ευρύτερα γνωστή ως Παναγία Βρεσθενίτισσα.

Η ίδρυση της Μονής ανάγεται στον 14ο αιώνα, κρίνοντας από τις αξιόλογες τοιχογραφίες που διακοσμούν το εσωτερικού του ναού. Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, ιδρύθηκε η Επισκοπή Βρεσθένης, με έδρα τα Βρέσθενα. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι εκάστοτε επίσκοποι Βρεσθένης είχαν την οικία τους στο κτίριο όπου εν συνεχεία στεγάσθηκε το Πιλάλειο Σχολείο στα Βρέσθενα. Εν τούτοις, τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, ορισμένοι έμεναν και στην Μονή, που για τον λόγο αυτόν πήρε την ονομασία «Επισκοπή». Κατά τον 17ο αιώνα, το μοναστήρι είχε περιπέσει σε κακή κατάσταση και οι επίσκοποι αναγκάσθηκαν να το εγκαταλείψουν. Στις αρχές του 18ου αιώνος, όμως, το μοναστήρι ανακαινίσθηκε και τα κελλιά του ξανακτίσθηκαν εκ βάθρων από τον μοναχό Ιωακείμ το 1704, με αποτέλεσμα ο Επίσκοπος Αγαθάγγελος να κατοικήσει εκεί (αν και ο Επίσκοπος Ιωάσαφ, που ακολούθησε, διατήρησε την έδρα της Επισκοπής στα Χρύσαφα.

 

Στις αρχές του 19ου αιώνος η μονή της Παναγίας είχε τρία κελλιά, χώρους για τα ζώα, μία κατοικία εντός του περιβόλου (που προφανώς αποτελούσε την κατοικία του εκάστοτε Επισκόπου) και μία πηγή. Το μοναστήρι της Παναγίας της Βρεσθενίτισσας πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς από τις ορδές του Ιμπραήμ Πασά τον Ιούλιο του 1826. Η καταστροφή αυτή θα οδηγήσει στην ραγδαία παρακμή της και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1830 η μονή παρέμενε μισοκατεστραμένη.

Το 1833, κατά την εφαρμογή του νόμου του Όθωνος περί διαλύσεως των μονών που είχαν λιγότερους από έξι μοναχούς, διαλύθηκε ουσιαστικά και η Παναγία η Βρεσθενίτισσα. Μετά τη διάλυσή της, η μονή υπέστη και νέες ζημιές, λόγω καθιζήσεως του εδάφους. Τελικώς ανακαινίσθηκε για δεύτερη φορά στις αρχές του 20ού αιώνος, όταν σκεπάσθηκαν με ασβέστη και πολλές από τις παλαιότερες τοιχογραφίες της.

 

Το πότε ακριβώς κτίσθηκε η Παναγία η Βρεσθενίτισσα για πρώτη φορά είναι άγνωστο (λόγω των πολλαπλών καταστροφών που υπέστη το μοναστήρι στην ιστορία του, αλλά και λόγω της απώλειας των βιβλίων της μονής κατά τη διάλυσή της το 1833. Κατά την αναχώρησή του για την Αθήνα (όπου απεβίωσε το 1843) ο τελευταίος Επίσκοπος Βρεσθένης, Θεοδώρητος Β', πήρε μαζί του όλη την αλληλογραφία του, καθώς και τους κώδικες της μονής και ιστορικό υλικό για τα Βρέσθενα, τα οποία έκτοτε αγνοούνται. Πάντως, όπως και οι περισσότερες εκκλησίες στην Ελλάδα, φαίνεται ότι κτίσθηκε στον χώρο αρχαίου ναού, του οποίου μάρμαρα χρησιμοποιήθηκαν και ως οικοδομικά υλικά. Σύμφωνα, πάντως, με παλαιότερη επιγραφή επάνω από τον αρχιερατικό θρόνο, κτήτωρ της μονής ήταν ο Επίσκοπος Νίκων, που πιθανολογείται ότι ήκμασε στα τέλη του 16ου αιώνος. Η παλαιότερη επιγραφή που έχει βρεθεί στην εκκλησία φέρει χρονολογία 14 Απριλίου 1604.

 

 

Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

 

Σήμερα σώζεται από τη Μονή το καθολικό της και ένα διώροφο κτίριο εντός του περιβόλου της, το οποίο κατά πάσα πιθανότητα εξυπηρετούσε τις ανάγκες των μοναχών. Το καθολικό της Μονής ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο της τρίκλιτης, καμαροσκέπαστης, ανατολίζουσας βασιλικής με τετράρριχτη στέγη. Η στέγη του κεντρικού κλίτους σηκώνεται ψηλότερα από αυτές των πλαγιών. Το ιερό απολήγει σε τρεις τρίπλευρες εξωτερικά αψίδες, τις οποίες διατρυπούν δίλοβο παράθυρο τη μεσαία και από ένα μονόλοβο τις δυο πλαγιές. Στην πλευρά αυτή του ναού, λίγο χαμηλότερα από τα παράθυρα, προέχει σειρά οπτόπλινθων. Η μεσαία αψίδα αμέσως κάτω από τη στέγη περιτρέχετε από οδοντωτή ταινία.

Ο ναός είναι λιθόκτιστος με τοιχοποιία η οποία συνιστάται σε ακατέργαστους λίθους. Οι πλάγιοι τοίχοι του ναού υποστηρίζονται από μεταγενέστερες αντηρίδες. Ο δυτικός τοίχος κορυφώνεται σε δίλοβο, μάλλον νεότερο κωδωνοστάσιο.

 

Η προσπέλαση στο εσωτερικό του πραγματοποιείται από δυο τοξωτές θύρες, μια στη νότια και μια στη δυτική πλευρά του ναού. Στη νότια θύρα οδηγεί κλίμακα με πέντε βαθμίδες. Ο φωτισμός επιτυγχάνεται με δυο παράθυρα, ένα ορθογώνιο στη βόρεια πλευρά και ένα τοξωτό στη νότια. Αρχικά υπήρχε και ένα τρίτο δίλοβο παράθυρο στο δυτικό τοίχο του πάνω από τη θύρα εισόδου το οποίο στη συνέχεια κλείστηκε.

Εσωτερικά ο ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη από δύο ζεύγη πεσσών και ζεύγος παραστάδων οι οποίες συμφύονται με τη δυτική του πλευρά. Τους διαχωριστικούς τοίχους του Ιερού, τους πεσσούς και τις παραστάδες συνδέουν μεταξύ τους τόξα. Στο εσωτερικό της μεσαίας αψίδας του ιερού και είναι προσκολλημένο σύνθρονο με τρεις βαθμίδες, οι οποίες πλαισιώνουν τον επισκοπικό θρόνο. Τις πλευρές του θρόνου καλύπτουν μαρμάρινες ακόσμητες πλάκες.

Το αρχικό μαρμάρινο τέμπλο, το οποίο δε σώζεται σήμερα, διατηρεί μόνο το κεντρικό τμήμα του εμπρός από το Ιερό Βήμα. Αποτελείται από δύο θωράκια και δύο πεσσίσκους εκατέρωθεν της Ωραίας Πύλης και κοσμήτη, τα οποία φέρουν ανάγλυφη διακόσμηση από ταινίες, σταυρούς, ρόδακες, έλικες, ανθέμια και κομβία.

 

Γραπτό διάκοσμο διασώζει μόνο το μεσαίο κλίτος του ναού και το Ιερό Βήμα. Τα δύο πλάγια κλίτη με την Πρόθεση και το Διακονικό δεν ετοιχογραφίθηκαν ποτέ. Οι τοιχογραφίες αυτές κατά το μέγιστο μέρος τους ανάγονται στον 14ο αιώνα και αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής λόγω της αξιόλογης τέχνης τους. Μεταβυζαντινές (18ου αιώνα) είναι οι τοιχογραφίες που έχουν εντοιχιστεί στο βόρειο και στο νότιο κλίτος δίπλα από το τέμπλο μετά την αποτοίχισή τους από τη δυτική όψη των ανατολικών πεσσών του ναού και τη συντήρησή τους.

 

Το δεύτερο οικοδόμημα της Μονής, το οποίο βρίσκεται στη νότια πλευρά του περιβόλου της, αποτελείται από ένα χαμηλό ενιαίο καμαροσκέπαστο ισόγειο και οροφή, επίσης καμαροσκέπαστο, χωρισμένο σε τρία δωμάτια, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Τα δωμάτια αυτά κατά πάσα πιθανότητα υπήρξαν τα κελιά των τελευταίων μοναχών της Μονής. Ο όροφος φέρει τέσσερες τοξωτές χαμηλές θύρες στη βόρεια πλευρά και τοξωτά παράθυρα στη νότια.