ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 

ΑΡΧΙΚΗ

ΒΥΖΑΝΤΙΟ

ΕΙΚΟΝΕΣ

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

 

Κωνσταντινούπολη

Η Κωνσταντινούπολη, διεθνώς γνωστή ως Ιστανμπούλ είναι η μεγαλύτερη πόλη και λιμάνι της Τουρκίας, με πληθυσμό 12.000.000 κατοίκους περίπου. Υπήρξε πρωτεύουσά της μέχρι το 1923 και είναι το σημαντικότερο οικονομικό και πολιτισμικό κέντρο της.

Η σημερινή τοποθεσία της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται στη θέση της αρχαίας πόλης Βυζάντιο, που πήρε την ονομασία της από τον Βύζαντα των Μεγάρων, ιδρυτή της πόλης το 667 π.Χ.. Είναι κτισμένη στις δύο πλευρές του Κερατίου Κόλπου στη νότια είσοδο του στενού πορθμού του Βοσπόρου που συνδέει τη Μαύρη Θάλασσα στο βορρά με τη θάλασσα του Μαρμαρά στο νότο. Αποτελεί τη μοναδική πόλη στον κόσμο που βρίσκεται σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη (Ανατολική Θράκη) και την Ασία.

Η σύγχρονη πόλη χωρίζεται σε τρεις κύριες ζώνες που περιλαμβάνουν την παλαιά Κωνσταντινούπολη, την περιοχή του Μπέηογλου με τη συνοικία του Γαλατά, καθώς και το Σκούταρι μαζί με άλλα προάστια που βρίσκονται στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου. Στην περιοχή που εκτείνεται η πόλη, υψώνονται εφτά λόφοι (γι' αυτό ονομάστηκε Επτάλοφος) που διαχωρίζουν φυσικά τις διάφορες περιοχές της.

 

Στη μακραίωνη ιστορία της, υπήρξε πρωτεύουσα τριών διαδοχικών αυτοκρατοριών: της Ρωμαϊκής (324-395), της Βυζαντινής (395 -1453) και της Οθωμανικής (1453-1922). Ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, υπήρξε κέντρο του ελληνικού στοιχείου για περισσότερο από χίλια χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου το ελληνικό στοιχείο ανθούσε υπό την προστασία της αυτοκρατορίας και η Κωνσταντινούπολη ήταν το κέντρο ανάπτυξής του.

 

 

Ονομασία: Η πόλη ονομαζόταν από την ίδρυσή της το 658/7 π.Χ. έως και το 330 μ.Χ. Βυζάντιο. Το 196 μ.Χ, και για σύντομο χρονικό διάστημα, έλαβε επίσης την ονομασία Αυγούστα Αντωνίνα από τον αυτοκράτορα Σεπτίμιο Σεβήρο, προς τιμή του γιου του Αντωνίου. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄, στα εγκαίνιά της το 330, την μετονόμασε Νέα Ρώμη, όνομα που όμως δεν επικράτησε, καθώς η πόλη έγινε γρήγορα γνωστή ως Κωνσταντινούπολη, από το όνομα του ιδρυτή της. Με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη», όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από τους Έλληνες. Άλλες ονομασίες που της αποδόθηκαν είναι "Βασιλεύουσα", "Βασιλίς των πόλεων", "Μεγαλόπολις" και "Επτάλοφος", ενώ αναφορά γίνεται και στο όνομα "Ανθούσα".

 

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας, η πόλη άλλαξε αρκετές ονομασίες που αποτελούσαν παραφθορά της λέξης Κωνσταντινούπολη (π.χ. Κωνσταντινιέ). Αργότερα πήρε την ονομασία "Πόλη της Ευτυχίας" (Ντερ Σαδέτ).  Η επίσημη σημερινή ονομασία της πόλης είναι Ιστανμπούλ και καθιερώθηκε το 1926. Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την Πόλη».

 

Η σύγχρονη πόλη: Η Κωνσταντινούπολη αποτελεί ένα τεράστιο πολεοδομικό συγκρότημα και διαιρείται σε τέσσερα διαμερίσματα (η κυρίως πόλη, η περιοχή ανατολικά του Κεράτιου κόλπου, τα προάστια, τα Πριγκηπονήσια). 

α) Η κυρίως πόλη: Εκτείνεται από τη μεριά της δυτικής ακτής του Κεράτιου κόλπου και καταλαμβάνει την τριγωνική χερσόνησο που αποτελούσε την παλιά βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Η κυρίως πόλη είναι το πιο πυκνοκατοικημένο διαμέρισμα της Κωνσταντινούπολης. Είναι η περιοχή όπου υψώνονται οι περίφημοι εφτά λόφοι που της έδωσαν την ονομασία "Επτάλοφος".

β) Η περιοχή ανατολικά του Κεράτιου κόλπου: Είναι το λεγόμενο "ευρωπαϊκό" τμήμα της πόλης. Η ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι η περιοχή αυτή αποτελούσε, από τα χρόνια του Βυζάντιου, τόπο κατοικίας και δραστηριότητας των ξένων εμπόρων, των διπλωματών και των πλουσιότερων κατοίκων. Με την πάροδο του χρόνου εγκαταστάθηκε εκεί το ελληνικό στοιχείο της Κωνσταντινούπολης και δημιουργήθηκαν αρκετές ελληνικές συνοικίες που άκμασαν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Ονομαστότερες απ' αυτές είναι το Πέραν (Μπεΐογλου) κι ο Γαλατάς.

γ) Τα προάστια: Είναι τα οικοδομικά συγκροτήματα που βρίσκονται στις δυο ακτές του Βοσπόρου και στις ακτές της θάλασσας του Μαρμαρά. Από την ασιατική πλευρά του Βοσπόρου σημαντικότερα προάστια είναι το Σκούταρι, η Χαλκηδόνα και το Κουσγιουντζούκ, ενώ από την ευρωπαϊκή πλευρά το Μπεσίκτας, το Κουρουτσεσμές, το Ταράπιες Μπουγιούκντερε και το Αρναούτκιοϊ. Στην ευρωπαϊκή πλευρά του Μαρμαρά αξιόλογα προάστια είναι το Μπακίρκιοϊ (Μακροχώρι) και το Γεσίλκιοϊ (Άγιος Στέφανος), ενώ στην ασιατική το Γκιόλτεπε, το Φενέρμπαχτσε και το Μποσταντζί.

δ) Τα Πριγκιπονήσια. Ομάδα εννιά μικρών νησιών που βρίσκονται στη θάλασσα του Μαρμαρά νοτιοανατολικά της Πόλης. Αποτελούν το θέρετρο των εύπορων τάξεων της πόλης. Σπουδαιότερα είναι το Μπουγιούκ Αντά (Πριγκιπόνησος), το Μπουργάζ (Αντιγόνη), το Χειμπελί (Χάλκη) και το Κιναλί.

Η δυτική και η ανατολική πλευρά της πόλης (που χωρίζονται από τον Κεράτιο κόλπο) συνδέονται με δυο μεγάλες γέφυρες.

 

Ιστορία: Η Κωνσταντινούπολη ήταν για αιώνες το ιστορικό κέντρο της ανθρωπότητας. Στη διάρκεια των χρόνων αυτών, η Κωνσταντινούπολη γνώρισε εποχές μεγάλης οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ακμής, αλλά και εποχές παρακμής, μεγάλων φυσικών και πολεμικών καταστροφών και εμφύλιων πολέμων. Η Κωνσταντινούπολη οριοθετεί μια ολόκληρη ιστορική περίοδο, τη βυζαντινή, κι αποτελεί κέντρο ιδιαίτερων μελετών ειδικού κλάδου της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας.

 

α) Προϊστορία - Ίδρυση της πόλης: Η περιοχή που βρίσκεται σήμερα η Κωνσταντινούπολη έχει εποικιστεί από τους προϊστορικούς χρόνους. Ως πρώτοι κάτοικοι αναφέρονται οι Μιλήσιοι. Το 658/7 π.Χ. η περιοχή του Κεράτιου κόλπου κατοικήθηκε από Μεγαρείς αποίκους, με επικεφαλής τον Βύζαντα, από τον οποίο και πήρε το όνομά της Βυζάντιο (επίσης Βυζαντίς). Ο μυθικός ήρωας Βύζας θεωρείται γιος του βασιλιά Νίσου από τα Μέγαρα ή γιος του Ποσειδώνα και της Κερόεσσας, κόρης της Ιούς και του Δία, την οποία η μητέρα της γέννησε στον Κεράτιο κόλπο. Άλλη εκδοχή εμφανίζει τον Βύζαντα ως γιο της νύμφης Σεμέστρας. Ο Βύζας αναφέρεται μαζί με τους Άντες και εικάζεται ότι πιθανός συνδυασμός των δύο ονομάτων οδήγησε στο τοπωνύμιο Βυζάντιο.

Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο του Βυζαντίου, όπως παραδίδεται από τον Στράβωνα, οι άποικοι ακολούθησαν χρησμό, πιθανώς του Μαντείου των Δελφών, ο οποίος τούς προέτρεπε να κτίσουν την πόλη τους έναντι της πόλης των "τυφλών". Ως τυφλοί υπονοούνταν οι κάτοικοι της Χαλκηδόνας, οι οποίοι είχαν ιδρύσει την πόλη τους νωρίτερα στην απέναντι ασιατική ακτή του Βοσπόρου δίχως να αντιληφθούν τα εξαιρετικά πλεονεκτήματα της απέναντι τοποθεσίας. Το Βυζάντιο αναπτύχθηκε γρήγορα, περιτειχίστηκε και κατέλαβε εδάφη στα ασιατικά παράλια. Κατά τον Παυσανία, υπήρξε μία από τις καλύτερα οχυρωμένες πόλεις της αρχαιότητας. Ιστορικές πληροφορίες για το Βυζάντιο αντλούμε επίσης από τον Ηρόδοτο. O τύραννος της πόλης, Αρίστων, υποστήριξε μαζί με άλλους Έλληνες στρατηγούς τον Πέρση βασιλιά Δαρείο στην εκστρατεία του εναντίον των Σκυθών. Στη διάρκεια της Ιωνικής επανάστασης καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις και μετά το τέλος της, οι κάτοικοί της μετοίκησαν, ιδρύοντας τη Μεσηβρία στις δυτικές ακτές του Εύξεινου Πόντου.

 

Κατά τους κλασικούς χρόνους, μετά τη νικηφόρο για τους Έλληνες έκβαση των Μηδικών Πολέμων, το Βυζάντιο καταλήφθηκε από το νικητή των Πλαταιών Παυσανία, o οποίος μετά από συμφωνία με τον Ξέρξη παρέμεινε διοικητής της πόλης πριν εκδιωχθεί από τους Αθηναίους. To Βυζάντιο υπήρξε μέλος της Δηλιακής συμμαχίας, ενώ κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-405 π.Χ.) τάχθηκε αρχικά στο πλευρό των Αθηναίων. Το 411 π.Χ. αποστάτησε από τον αθηναϊκό συνασπισμό και τον επόμενο χρόνο καταλήφθηκε από τον σπαρτιάτη στρατηγό Κλέαρχο, προφασιζόμενος ο τελευταίος την ανάγκη να εμποδιστεί η αποστολή σιτηρών προς την Αθήνα από τον Εύξεινο πόντο. Πολιορκήθηκε εκ νέου το 409 π.Χ από τους Αθηναίους, με επικεφαλής τον Αλκιβιάδη και όταν ο Κλέαρχος εγκατέλειψε την πόλη, ορισμένοι Βυζαντινοί άνοιξαν τις πύλες στους Αθηναίους, οι οποίοι, τελικά, μετά από μάχη εντός των τειχών κατέλαβαν την πόλη. Μετά την ήττα του Αλκιβιάδη στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι υπέγραψαν συνθήκη ειρήνης που τους υποχρέωνε, μεταξύ άλλων, να εγκαταλείψουν το Βυζάντιο. Παράλληλα, οι πολίτες του Βυζαντίου που είχαν προδώσει την πόλη, παραδίδοντάς τη στα χέρια του Αλκιβιάδη, εξορίστηκαν, λαμβάνοντας αργότερα τιμητικά την αθηναϊκή πολιτεία. H σπαρτιατική παρουσία στην πόλη έληξε περίπου το 390 π.Χ, όταν ο αθηναίος στρατηγός Θρασύβουλος επανέφερε το Βυζάντιο στην αθηναϊκή σφαίρα επιρροής, ωστόσο δεν έλειψαν κρίσεις στις σχέσεις των δύο πόλεων, όπως το 357 π.Χ, όταν το Βυζάντιο συντάχθηκε με τις δυνάμεις του Μαυσώλου.

 

Κατά την περίοδο της εξάπλωσης του Φιλίππου Β', το Βυζάντιο υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με το μακεδόνα βασιλιά, ωστόσο εκείνος πολιόρκησε την πόλη, το 341 π.Χ, μετά από άρνηση των Βυζαντινών να στραφούν εναντίον της Αθήνας. Οι κάτοικοί της πόλης απέδωσαν τη σωτηρία της σε θαύμα της θεάς Εκάτης, όπως μαρτυράται από άγαλμα που έστησαν προς τιμή της, αλλά και σε παραστάσεις της σε νομίσματα της εποχής. Η ημισέληνος που απεικονίστηκε σε βυζαντινά νομίσματα έγινε σύμβολο της πόλεως, γεγονός που θεωρείται πως επιζεί έως σήμερα με την υιοθέτησή της στη σημαία της τουρκικής δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα, το Βυζάντιο υποστηρίχθηκε από τους Αθηναίους και αρκετές ακόμα ελληνικές πόλεις που συντάχθηκαν μαζί τους. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η πόλη διατήρησε ένα προνομιακό καθεστώς αυτονομίας. Κατά την εκστρατεία του Αλεξάνδρου προς το Δούναβη, τον υποστήριξε στέλνοντας πλοία. Μετά το θάνατό του, οι Βυζαντινοί, αν και αρχικά υποστήριζαν τον Αντίγονο Α', τελικά διατήρησαν ουδέτερη στάση στη μάχη του με τον Κάσσανδρο και τον Λύσανδρο. To 279 π.Χ., η πόλη αναγκάστηκε να πληρώνει βαρύ φόρο στους Γαλάτες. Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι Βυζαντινοί επιδίωξαν την επέκταση της κυριαρχίας τους, κυρίως μέσω του ελέγχου του εμπορίου.

 

β) Ρωμαϊκή περίοδος: Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, το Βυζάντιο απολάμβανε αρχικά προνόμια ελεύθερης πόλης, καθώς διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στους αγώνες εναντίον των Θρακών. Ενδεικτικά, ο Κλαύδιος εκχώρησε πενταετή ατέλεια, ενώ όπως παραδίδεται από τις επιστολές του Πλίνιου του νεότερου, ο Τραϊανός κατάργησε στην περίπτωση του Βυζαντίου εισφορές για την αυτοκρατορική λατρεία. Ωστόσο, τα προνόμια αυτά καταργήθηκαν επί αυτοκρατορίας του Βεσπασιανού, ο οποίος υποβίβασε το Βυζάντιο στο επίπεδο μιας κοινής ρωμαϊκής επαρχίας. Στα τέλη του 2ου αιώνα, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ του αυτοκράτορα Σεπτίμιου Σεβήρου και του διεκδικητή του θρόνου Πεσκένιου Νίγηρα, το Βυζάντιο τάχθηκε στο πλευρό του τελευταίου. Ο Σεβήρος προέβη σε συστηματική πολιορκία της πόλης, την οποία τελικά κατέλαβε το 196. Χρειάστηκε τριετής μάχη που συνοδεύτηκε από ολοσχερή καταστροφή, σκληρή τιμωρία των κατοίκων, αλλά και διοικητική υποβάθμιση του Βυζαντίου, αφού παραχωρήθηκε στην Πέρινθο. Ο Σεβήρος προέβη αργότερα σε εκτεταμένη ανοικοδόμηση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε από το γιο του Αντωνίνο, υψώνοντας νέα τείχη που διπλασίασαν την έκτασή της, ενώ εκχώρησε επίσης προνόμια που ο ίδιος είχε παλαιότερα αφαιρέσει. Μεταξύ των σημαντικότερων κτισμάτων συγκαταλέγονται τα λουτρά στο ιερό του ναού του Διός, που ονομάστηκαν "Ζεύξιππον", θέατρο και ιπποδρόμιο, ενώ ανακαινίστηκε και το λεγόμενο "Στρατήγιον". Την ίδια περίοδο, η πόλη έλαβε προσωρινά την ονομασία "Αυγούστα Αντονίνα", προς τιμή του γιου του Σεβήρου.

Το Βυζάντιο έζησε μια νέα καταστροφή, όταν ο Γαλιηνός κατέστρεψε τις οχυρώσεις της, οι οποίες αργότερα κτίστηκαν εκ νέου από τον Διοκλητιανό. Την εποχή αυτή, οι συχνές επιδρομές φυλών, κυρίων των Γότθων, έφεραν το Βυζάντιο αρκετές φορές σε θέση άμυνας, χωρίς ωστόσο να υποστεί σημαντικό πλήγμα. Εκεί κατέφυγε ο Λικίνιος μετά την ήττα του από τον Κωνσταντίνο Α' στη Χρυσούπολη. Ο Κωνσταντίνος τον καταδίωξε αναγκάζοντάς τον τελικά να παραδοθεί. Προέβη σε πολιορκία της πόλης, την οποία και κατέλαβε το Σεπτέμβριο του 324. Φαίνεται πως ο Κωνσταντίνος αντιλήφθηκε τα σημαντικά πλεονεκτήματα της θέσης του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να αποφασίσει να μεταφέρει εκεί την πρωτεύουσα του.

 

Χάρτης της Κωνσταντινούπολης

γ) Ίδρυση της πόλης: Η Κωνσταντινούπολη χτίστηκε από το 324 μέχρι το 336 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνο. Τα εγκαίνιά της έγιναν στις 11 Μαΐου του 330. Ο χώρος που καταλάμβανε η νέα πόλη ήταν τετραπλάσιος σε έκταση από την πόλη του παλιού Βυζάντιου και διαρρυθμισμένος από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Παράλληλα, τα νέα τείχη που ξεκίνησαν να κτίζονται επί Κωνσταντίνου και αποπερατώθηκαν επί Κωνστάντιου Α' (337-361), προεκτείνονταν κατά δεκαπέντε στάδια σε σύγκριση με τα παλαιότερα τείχη του Σεβήρου. Η Κωνσταντινούπολη (που τον πρώτο καιρό ονομάστηκε Νέα Ρώμη) ήταν διακοσμημένη με αριστουργήματα που, με εντολή του αυτοκράτορα, είχαν μεταφερθεί εκεί από ολόκληρη την αυτοκρατορία.

 

Τα αίτια της μεταφοράς της πρωτεύουσας πολλά. Ο Κωνσταντίνος, ικανός στρατιωτικός και πολιτικός, είχε διακρίνει ότι η άμυνα της αυτοκρατορίας κατά των ισχυρών ανατολικών εχθρών (Περσών, Γότθων κ.λπ.), θα μπορούσε να επιτευχθεί καλύτερα με μια πόλη φυσικά οχυρωμένη, όπως το Βυζάντιο. Είχε ακόμα διακρίνει ότι το Βυζάντιο μπορούσε να μετατραπεί σε ουσιαστικό οικονομικό και πολιτικό κέντρο λόγω της τοποθεσίας του. Έβλεπε, τέλος, ότι η παρακμασμένη Ρώμη δε θα μπορούσε πια ν' αποτελέσει το κέντρο μιας γενικότερης αναγέννησης της αυτοκρατορίας. Οι υπολογισμοί του Κωνσταντίνου δικαιώθηκαν. Η παλιά Ρώμη και γενικότερα το δυτικό ρωμαϊκό κράτος σύντομα εκφυλίστηκε, ενώ η Κωνσταντινούπολη μετατράπηκε σε στρατιωτικό οχυρό της αυτοκρατορίας και σε κέντρο έντονης οικονομικής και πνευματικής ζωής.

 

Περιτριγυρισμένη από επτά λόφους, η Κωνσταντινούπολη, όπως και η Ρώμη, διαιρέθηκε σε 14 περιοχές. Το κέντρο του παλαιού Βυζαντίου, το Τετράστωον, μαζί με τον κοντινό ιππόδρομο, επαναπροσδιορίστηκε αρχιτεκτονικά και μετονομάστηκε σε Αυγουσταίον, προς τιμή της μητέρας του Κωνσταντίνου. Συνδυάστηκε με το νέο φόρο (αγορά) του Κωνσταντίνου, κοντά στον οποίο διακλαδωνόταν η Μέση οδός, ο κύριος οδικός άξονας της πόλης που οδηγούσε μέχρι την πρώτη Χρυσή Πύλη. Στη δυτική πλευρά του Αυγουσταίου βρισκόταν ο ναός της Θείας Σοφίας, αφιερωμένος στην Αγία Σοφία, και στα ανατολικά ανεγέρθηκε το πρώτο μέγαρο της Συγκλήτου. Ανατολικά του ιπποδρόμου βρισκόταν το αυτοκρατορικό παλάτι, το οποίο μέχρι τον 6ο αιώνα δεν υπέστη σημαντικές αλλαγές και παρέμενε περιορισμένων σχετικά διαστάσεων. Η Νέα Ρώμη του Κωνσταντίνου, μόλις από την ημέρα των εγκαινίων της, ήταν φαινομενικά και επισήμως μια χριστιανική πόλη, αν και τα ολιγάριθμα χριστιανικά κτίρια που ανεγέρθηκαν με την ίδρυσή της, μειοψηφούσαν σαφώς σε σχέση με τους ιερούς τόπους της ελληνορωμαϊκής θρησκείας. Η Κωνσταντινούπολη αποτέλεσε επίσης εκκλησιαστικό κέντρο, καθώς από το 381 αποτελούσε έδρα του πατριάρχη.

  

γ) Βυζαντινοί χρόνοι (330 - 1453):

1) Ρωμαϊκή περίοδος (324-457). Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τα έργα του αυτοκράτορα Ιουλιανού (361-363), που εκτός από τις νίκες κατά των εξωτερικών εχθρών, κόσμησε την πόλη με κλασικά ελληνικά έργα και προστάτεψε τις τέχνες και τα γράμματα. Επίσης, χαρακτηρίζεται από τα έργα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου (379-395), που προσέδωσε στην πόλη θρησκευτικό χριστιανικό χαρακτήρα (καταστρέφοντας και αρκετά αρχαία αριστουργήματα). Στα χρόνια του η αυτοκρατορία αντιμετώπισε νικηφόρα πολλούς εχθρούς.

Σημαντική επέκταση της πόλης δρομολογήθηκε επί της αυτοκρατορίας του Θεοδόσιου Β' (408-450) και υπό την επίβλεψη του επάρχου των πραιτωρίων της Ανατολής Ανθέμιου, ο οποίος καθ' υπερβολή μπορεί να χαρακτηριστεί και δεύτερος ιδρυτής της Κωνσταντινούπολης. Το δυτικό τμήμα της πρωτεύουσας προωθήθηκε σε απόσταση ενός ρωμαϊκού μιλίου, ενώ συνολικά η εντός των τειχών έκτασή της διπλασιάστηκε. Η ασφάλειά της ενισχύθηκε με μεσοπύργια που χτίστηκαν κατά μήκος των θαλάσσιων μετώπων, ενώ παράλληλα υιοθετήθηκε ένα καινοτόμο σχέδιο για τα χερσαία τείχη, γνωστά σήμερα ως Θεοδοσιανά.

 

2) Δυναστεία του Λέοντα (457-518). Η εποχή σημαδεύεται από μεγάλες εξωτερικές περιπέτειες (ήττα από τους Βανδάλους) και από τη διάλυση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας (476). Στην περίοδο του αυτοκράτορα Βασιλίσκου (475-477), χτίστηκε ο περίφημος πύργος του Γαλατά, ενώ στην περίοδο του Αναστασίου του Α΄(491-518) κατασκευάστηκε νέο ανατολικό τείχος.

 

3) Δυναστεία του Ιουστινιανού (518-610). Θεωρείται από τις λαμπρότερες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565), η αυτοκρατορία γνώρισε μεγάλες νίκες και η πόλη πνευματική άνθιση και οικοδομική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός της έφτανε περίπου τους 500.000 κατοίκους. Σε αυτή την περίοδο επιχειρήθηκε μια νέα αναδιοργάνωση του αστικού τοπίου της πρωτεύουσας, όπως άλλωστε απαιτούσαν οι συνθήκες, με δεδομένες τις εκτεταμένες καταστροφές που επέφεραν η πυρκαϊά του 532 και τα γεγονότα της στάσης του Νίκα. Ξεχωριστή συνεισφορά του Ιουστινιανού A' υπήρξε η ανέγερση αρκετών μοναστηριών και εκκλησιών, με πιο επιβλητική εκείνη της Αγίας Σοφίας που η οικοδόμησή της άρχισε το 532 και τελείωσε το 537. Ο ναός αυτός έγινε το σύμβολο της χριστιανικής Κωνσταντινούπολης. Κατασκευάστηκαν επίσης και άλλα έργα (ναοί, υδραγωγεία, σχολεία κ.λπ.). Η νομική επιστήμη την περίοδο του Ιουστινιανού απέκτησε την τελική της συγκρότηση που αποτέλεσε μέχρι το 1938 το ισχύον Αστικό Δίκαιο. 

Στα χρόνια της δυναστείας του Ιουστινιανού, η αυτοκρατορία κατανίκησε πολλούς εχθρούς (Βανδάλους, Οστρογότθους, Βησιγότθους, Πέρσες κ.λπ.). Το 542 στην πόλη εξαπλώθηκε η νόσος της πανώλης που προκάλεσε το θάνατο των 3/5 του πληθυσμού και σηματοδότησε μια περίοδο παρακμής της Κωνσταντινούπολης.

 

4) Δυναστεία του Ηράκλειου (610-717). Στα χρόνια του Ηράκλειου (610-641), η Κωνσταντινούπολη αντιμετώπισε πολλούς εξωτερικούς εχθρούς (616 Πέρσες, 626 Πέρσες και Αβάρους) από τους οποίους κινδύνεψε σοβαρά. Ο Ηράκλειος κατάργησε το διοικητικό σύστημα του Μ. Κωνσταντίνου και θεωρείται από τους ιστορικούς ως θεμελιωτής του εξελληνισμού της αυτοκρατορίας. Στα χρόνια των διαδόχων του, η Κωνσταντινούπολη απέκτησε την καθαρά βυζαντινή μορφή της, η ελληνική γλώσσα έγινε επίσημη και η χριστιανική θρησκεία κυριάρχησε παντού. Την ίδια εποχή εγκαταστάθηκαν οι Βούλγαροι στη χερσόνησο του Αίμου και εμφανίστηκε ο μωαμεθανικός κίνδυνος στο πρόσωπο των Αράβων.

 

5) Δυναστεία των Ισαύρων (717-867). Την εποχή αυτή η πόλη συγκλονίστηκε από εμφύλιες διαμάχες θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα (εικονομαχία), που τελείωσαν με ήττα των μεταρρυθμιστών. Ακόμα, η αυτοκρατορία αντιμετώπισε νικηφόρα τους Άραβες και τους Ρώσους και προχώρησε σε διοικητικές μεταρρυθμίσεις.

 

6) Δυναστεία των Μακεδόνων (867-1081). Θεωρείται η "χρυσή εποχή" της βυζαντινής περιόδου. Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται επίσης από υπέρμετρη στρατικοποίηση της δημόσιας ζωής και διαρκείς πολέμους εναντίον των εχθρών της αυτοκρατορίας (εκστρατείες Νικηφόρου Φωκά, Τσιμισκή κ.λπ.). Πνευματική άνθιση γνώρισε η πόλη στα χρόνια του Λέοντα του Σοφού (886-916), οπότε συντελέστηκε τεράστιο νομοθετικό και πολιτιστικό έργο. Η περίοδος, επίσης χαρακτηρίζεται και από το Βασίλειο Β΄ το Βουλγαροκτόνο (976 - 1025), που με τις στρατιωτικές του νίκες κατά των Βουλγάρων, Αράβων, Σαρακηνών κ.λπ., βοήθησε στην εξάπλωση του χριστιανισμού.

 

7) Δυναστεία των Κομνηνών (1081-1185). Εποχή εσωτερικής κάμψης και εξωτερικών καταστροφών. Η αυτοκρατορία χάνει σημαντικές περιοχές.

 

8) Δυναστεία των Αγγέλων (1185-1204). Η πόλη και η αυτοκρατορία διοικούνταν από μια σειρά ανίκανων αυτοκρατόρων. Η πόλη στα χρόνια τους υπέκυψε στους σταυροφόρους (πρώτη άλωση 1204) και έπαθε φοβερές καταστροφές και λεηλασίες.

 

9) Η φραγκική Κωνσταντινούπολη. Οι Λατίνοι κυριάρχησαν στην Κωνσταντινούπολη για 57 χρόνια. Στα χρόνια αυτά έγιναν σοβαρές πολεοδομικές αναδιαρθρώσεις (χτίστηκαν πολλά νέα οχυρωματικά έργα) και επιχειρήθηκε, χωρίς επιτυχία, προσπάθεια εκλατινισμού των κατοίκων. Οι Λατίνοι αυτοκράτορες έκαναν πολλούς πολέμους εναντίον των Βουλγάρων και φρόντισαν για τη διανομή των κτήσεων της αυτοκρατορίας μεταξύ των Λατίνων βασιλιάδων. Στα χρόνια τους, η Κωνσταντινούπολη γνώρισε μέρες παρακμής και έντονων κοινωνικών αναστατώσεων.

 

10) Οι Παλαιολόγοι (1260-1453). Η ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άλωση, χαρακτηρίζονται ως τελευταία περίοδος ακμής της Κωνσταντινούπολης από πνευματική άποψη. Η διοικητική και στρατιωτική κατάσταση ήταν όμως άθλια. Τα νέα οχυρωματικά έργα στον Κεράτιο δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν τις ατέλειωτες ορδές των Τούρκων, που μετά από αλλεπάλληλες επιδρομές, βρέθηκαν μπροστά στην πόλη τον Απρίλιο του 1453 με 300.000 στρατό. 

 

11) Η άλωση. Η πολιορκία και η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους εξιστορείται από πολλές πηγές, ελληνικές, λατινικές, σλαβικές και τουρκικές. Οι πληροφορίες που παίρνουμε από τις πηγές είναι σε πολλά σημεία αντιφατικές. Αυτό οφείλεται στην παρεμβολή θρύλων και παραδόσεων, καθώς και στις προσωπικές εκτιμήσεις των συγγραφέων. Ο μεγάλος αριθμός των πηγών δείχνει τον τεράστιο αντίκτυπο της άλωσης της Κωνσταντινούπολης στην Ανατολή και στη Δύση.

Ο Μωάμεθ Β΄, αμέσως μόλις ανέβηκε στο θρόνο, στα είκοσι του χρόνια, άρχισε την προετοιμασία για την κατάληψη της Πόλης. Νύχτα και μέρα, πηγαίνοντας να κοιμηθεί ή ξυπνώντας, μέσα στο παλάτι κι έξω απ αυτό, σκεφτόταν τη στρατιωτική δράση και τα μέσα με τα οποία θα κατακτούσε την Κωνσταντινούπολη. Ο Μωάμεθ έχτισε στις ευρωπαϊκές ακτές του Βοσπόρου ένα ισχυρά φρούριο με πύργους και κανόνια, που σώζεται ακόμα (Ρούμελι Χισάρ). Έτσι, έκοψε κάθε επικοινωνία της πρωτεύουσας με τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, απ' όπου εφοδιαζόταν με σιτηρά, και έλεγχε τη διακίνηση των πλοίων στο Βόσπορο. Απέναντι, στις ασιατικές ακτές, βρίσκονταν οι οχυρώσεις που έχτισε ο Βαγιαζίτ στο τέλος του 14ου αι. (Ανατολί Χισάρ). Οι προετοιμασίες του Μωάμεθ σκόρπισαν την απελπισία στον πληθυσμό της Θράκης και της Κωνσταντινούπολης, που πίστευαν ότι έφτανε το τέλος της Πόλης. Οι υπερασπιστές της Πόλης έφταναν τις 6.000. Ο αυτοκράτορας μάταια είχε ζητήσει τη βοήθεια της Δύσης. Μόνο μερικοί Ενετοί και Γενουάτες βοήθησαν στην υπεράσπιση της πρωτεύουσας, με σημαντικότερη μορφή το Γενουάτη στρατιωτικό Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι, που ήρθε με δυο μεγάλα πλοία και 700 πολεμιστές. Οι προσπάθειες για την ένωση των Εκκλησιών είχαν δημιουργήσει όξυνση της διαμάχης ενωτικών και ανθενωτικών. Ανθενωτικοί καλόγεροι, με επικεφαλής το Γεννάδιο, διέδιδαν πως η Πόλη θα πέσει στα χέρια των Τούρκων εξαιτίας των ενωτικών, που έκαναν "μιασμένη" λειτουργία στην Αγία Σοφία με αντιπρόσωπο του πάπα.

 

Η Άλωση της Πόλης

Στις αρχές Απριλίου του 1453 άρχισε η πολιορκία. Οι Τούρκοι δε διέθεταν μονάχα πολυάριθμο στρατό, αλλά και οργανωμένο πυροβολικά, με τεράστια κανόνια που εκτόξευαν σε μεγάλη απόσταση πέτρινα βλήματα. Οι υπόγειοι διάδρομοι που έφτιαξαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη αποδείχτηκαν άχρηστοι, μια και τα κανόνια τους έδωσαν τη λύση του προβλήματος. Στις 20 Απριλίου συνέβη το μόνο ευχάριστο γεγονός για τους Βυζαντινούς, όταν τέσσερα πλοία Γενουατών, που είχαν έρθει για ενίσχυση, νίκησαν τον τουρκικό στόλο. Στις 22 Απριλίου η Κωνσταντινούπολη βρέθηκε μπροστά σε τρομερό θέαμα γιατί την προηγούμενη νύχτα τα τουρκικά πλοία μεταφέρθηκαν από το Βόσπορο στον Κεράτιο κόλπο, από τη στεριά, κι έτσι η πολιορκία έγινε στενότερη. Στις 12 Μαΐου έγινε μεγάλη έφοδος των Τούρκων, που αποκρούστηκε με δυσκολία. Ο συνεχής βομβαρδισμός είχε ανοίξει πολλές ρωγμές στα τείχη. Στις προτάσεις του αυτοκράτορα για συνθηκολόγηση ο Μωάμεθ απάντησε αρνητικά.

Η μεγάλη επίθεση των Τούρκων ορίστηκε για τις 29 Μαΐου. Την παραμονή της 29ης Μαΐου ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος μίλησε στο λαό της πόλης, προτρέποντάς τον σε μια τελευταία γενναία προσπάθεια. Η ομιλία του, που διέσωσε ο Φραντζής, τελείωνε έτσι: "Εάν ειλικρινά υπακούσετε σε ότι σας διέταξα, ελπίζω ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία του, που κρέμεται πάνω μας". Το βράδυ της 28ης Μαΐου έγινε λειτουργία στην Αγία Σοφία. Η μεγάλη ακολουθία εκείνης της βραδιάς ήταν η τελευταία χριστιανική ακολουθία που έγινε στην Αγία Σοφία... Ο πατριάρχης και ο καρδινάλιος, το πλήθος των ιερέων που εκπροσωπούσαν τόσο την Ανατολική όσο και τη Δυτική Εκκλησία, ο αυτοκράτορας και οι ευγενείς, ιερείς και στρατιώτες, όλοι μαζί, βρίσκονταν εκεί ανακατεμένοι... Ο αυτοκράτορας και η ακολουθία του μετάλαβαν των Αχράντων Μυστηρίων και αποχαιρέτησαν τον πατριάρχη. Η ιερή ακολουθία ήταν στην πραγματικότητα μια επιθανάτια λειτουργία. Η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε την αγωνία και έπρεπε η σχετική με το πνεύμα της, που έσβηνε, ακολουθία να γίνει δημόσια, στην πιο ωραία της εκκλησία και μπροστά στον τελευταίο γενναίο της αυτοκράτορα.

 

Η επίθεση άρχισε τα ξημερώματα της 29ης Μαΐου. Οι Τούρκοι έριξαν τις μεγαλύτερες δυνάμεις τους στα τείχη που ήταν κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο Τζιουστινιάνι, βαριά τραυματισμένος, εγκατέλειψε τη μάχη και μεταφέρθηκε με ένα πλοίο στη Χίο, όπου πέθανε. Στον τάφο του υπήρχε η επιγραφή: "Αυτός είναι ο τάφος του περίφημου Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι του οποίου ο τραυματισμός έφερε την άμεση άλωση της Κωνσταντινούπολης". Πάνω στην αντάρα της μάχης, βρέθηκε ανοιχτή μια πόρτα στο βόρειο μέρος του κάστρου, η Κερκόπορτα. Από κει μπήκαν οι Τούρκοι και χτυπούσαν τους Βυζαντινούς από τα μέσα. Ο αυτοκράτορας σκοτώθηκε στη μάχη. Οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη και άρχισε η λεηλασία. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε καταφύγει στην Αγία Σοφία. Οι Τούρκοι έσπασαν με τσεκούρια τις πόρτες της εκκλησίας και έσφαξαν όλους όσους βρήκαν μέσα. Η άγρια λεηλασία και οι σφαγές κράτησαν τρεις μέρες. Πολλά ιερά βιβλία φορτώθηκαν σε αμάξια και μεταφέρθηκαν σε διάφορες χώρες, ενώ τα πολύτιμα καλύμματα των Ευαγγελίων καταστράφηκαν και οι εικόνες κάηκαν.

 

Η πτώση της Κωνσταντινούπολης είχε μεγάλο αντίκτυπο στη Δυτική Ευρώπη. Διασώζονται πολλές επιστολές ευγενών και ιερέων που κάνουν έκκληση για σταυροφορία κατά του Ισλάμ, και όπου η άλωση της Πόλης θεωρείται καταστροφή του κέντρου του πολιτισμού. Ο Ένεα Σίλβιο Πικολάμινι, ο μελλοντικός πάπας Πίος ο Β΄, χαρακτήρισε την άλωση ως "δεύτερο θάνατο του Ομήρου και του Πλάτωνα", ενώ ο Φρειδερίκος Γ΄, σε επιστολή του προς τον πάπα Νικόλαο Ε΄, ονομάζει την Κωνσταντινούπολη "πραγματική κατοικία της φιλολογίας και των σπουδών όλης της ανθρωπότητας".

  

δ) Η Τουρκοκρατία: Στα χρόνια αυτά η Κωνσταντινούπολη άλλαξε ραγδαία πληθυσμιακή συγκρότηση. Στην πόλη κατοίκησαν χιλιάδες Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Σλάβοι και Έλληνες από την κεντρική Ελλάδα. Το 1477 η Πόλη είχε 70.000 κατοίκους (40.000 πριν την Άλωση). Τότε δημιουργήθηκε και η συνοικία του Φαναρίου από Πελοποννήσιους αποίκους που πολλοί διατέλεσαν αργότερα έμπιστοι σύμβουλοι και υπουργοί των σουλτάνων. Το 16ο αιώνα η πόλη είχε φτάσει το μισό εκατομμύριο κατοίκους και το ελληνικά στοιχείο είχε και πάλι καταλάβει επίκαιρες θέσεις. Σ' όλη την περίοδο μέχρι το 19ο αιώνα, η Κωνσταντινούπολη στάθηκε οικονομικό κέντρο και πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, καθώς και θρησκευτικό κέντρο του ελληνισμού.

Η εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου, οδήγησε στη νεοτουρκική επανάσταση του 1909. Η επανάσταση αυτή δημιούργησε νέες πληθυσμιακές μεταβολές στη Κωνσταντινούπολη, γιατί ένας μεγάλος αριθμός ξένων και ιδιαίτερα Ελλήνων την εγκατέλειψαν. Μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο (1921-1922) και την ήττα της Ελλάδας, η τουρκική κυβέρνηση αποφάσισε πως η πρωτεύουσα του κράτους θα ήταν καλύτερα να βρίσκεται στην κεντρική Τουρκία και για λόγους ασφάλειας και για λόγους ανάπτυξης της περιοχής αυτής. Έτσι, το 1923 πρωτεύουσα έγινε η Άγκυρα, ενώ το 1926 η Πόλη ονομάστηκε επίσημα Ιστανμπούλ.

 

Βυζαντινά μνημεία: α) ο ναός της Αγίας Σοφίας (532-537 μ.Χ.), το πιο αξιόλογο βυζαντινό οικοδόμημα. Χτίστηκε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό με αρχιτέκτονες τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο και είναι ρυθμού βασιλικής με τρούλο. Μετά την άλωση του 1453 έγινε τζαμί και από το 1935 λειτουργεί ως μουσείο. Στην αρχιτεκτονική της κατασκευή εντυπωσιάζει ο τρόπος μετάβασης από το τετράγωνο του κτίσματος στον κύκλο του τρούλου, ο οποίος βασίζεται σε τέσσερα στηρίγματα (πεσσούς). Στο εσωτερικό της, όπου χρησιμοποιήθηκαν πολύχρωμα μάρμαρα και χρυσός, ξεχωρίζουν τα κιονόκρανα, οι θόλοι, τα τόξα και τα περίφημα ψηφιδωτά (9ος-13ος αιώνας), με αρχαιότερο το ψηφιδωτό της ένθρονης Παναγίας με το Χριστό (β΄ μισό του 9ου αιώνα). Στις εργασίες αποκατάστασης της Αγίας Σοφίας, που έχουν πάρει από το 1993 συστηματική μορφή, συμμετείχε και το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

 

β) το Φανάρι, συνοικία της Κωνσταντινούπολης στη νότια πλευρά του Κεράτιου κόλπου. Μετά την κατάληψη της πόλης από τους Οθωμανούς η συνοικία παραχωρήθηκε στους Έλληνες, και το 1603 εγκαταστάθηκε στην περιοχή αυτή το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Φανάρι στα τέλη του 17ου αιώνα εξελίχθηκε σε πολιτισμικό και θρησκευτικό κέντρο του ελληνισμού. Εκεί βρίσκονται η Μεγάλη του Γένους Σχολή, το Ιωακείμιο Παρθεναγωγείο και το Μαράσλειο Δημοτικό Σχολείο. Τον Δεκέμβριο του 1989 έγιναν τα εγκαίνια του νέου κτιρίου του Πατριαρχείου, το οποίο ανεγέρθη στη θέση του παλιού, που καταστράφηκε από φωτιά το 1941.

 

γ) τα τείχη της πόλης, που κατασκευάστηκαν την εποχή του αυτοκράτορα Θεοδοσίου (408-450) και στη συνέχεια επεκτάθηκαν από άλλους βυζαντινούς αυτοκράτορες, καθώς και από Φράγκους και Οθωμανούς. Σήμερα σώζονται μεγάλα τμήματα του τείχους, το οποίο ήταν διπλό με αρκετές πύλες (Κερκόπορτα, Χρυσή πύλη, πύλη του Ρωμανού κ.ά.), και το οχυρό επταπύργιο που αργότερα ονομάστηκε από τους Οθωμανούς Γεντικουλέ. Τα τελευταία χρόνια γίνονται έργα για την αναπαλαίωση των τειχών στη μορφή που είχαν τον 5ο αιώνα.