ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ 4

 

Η Γ’ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤ. ΠΑΥΛΟΥ

(Πράξεις 18,18-20,38)

 

Ο Παύλος στην Μικρά Ασία

(Πράξεις 18,18-23)

 

Ο Απόστολος Παύλος

Ο Απόστολος Παύλος, ο ακούραστος αυτός εργάτης του Ευαγγελίου, πάλι από την Αντιόχεια της Συρίας άρχισε την τρίτη Περιοδεία του το 52 μ.Χ.

Αρχικά ο Παύλος επισκέφτηκε τις πόλεις της Μικράς Ασίας στις οποίες είχε κηρύξει και ιδρύσει στις δυο προηγούμενες περιοδείες του. Έτσι θα ενίσχυε ακόμη περισσότερο στην πίστη τους Χριστιανούς των Εκκλησιών αυτών. Χωρίς να υπολογίζει κόπους και κινδύνους πέρασε από τη Γαλατία, τη Φρυγία και άλλες επαρχίες της Μικράς Ασίας.  Πέρασε από τις Κολοσσές και τη Λαοδίκεια ιδρύοντας σημαντικές εκκλησίες στις πόλεις αυτές. Κατόπιν πιστός στην υπόσχεση που είχε δώσει στους Εφεσίους ότι θα τους ξανάβλεπε, κατέληξε στην Έφεσο το 53 μΧ..

 

 

Ο Παύλος στην Έφεσο

(Πράξεις Κεφ. 19)

 

Η Έφεσος ήταν μεγάλη ελληνική πόλη με σπουδαία εμπορική κίνηση. Για τον Απόστολο Παύλο έγινε το κέντρο, απ' όπου θα μπορούσε να κηρύξει το Ευαγγέλιο πιο εύκολα στα διάφορα μέρη της Μικράς Ασίας και στην Ελλάδα.

Ο Παύλος παρέμεινε στην Έφεσο τρία ολόκληρα χρόνια. Εκεί εργάζονταν ο Ακύλας και η Πρίσκιλλα, και για τρεις περίπου μήνες κήρυττε στη Συναγωγή. Αφού συνάντησε μεγάλες αντιδράσεις από Εβραίους και ειδωλολάτρες, των οποίων θίγονταν τα συμφέροντα, περιόρισε για δυο χρόνια περίπου τη διδασκαλία του στους Χριστιανούς.

 

Στην Έφεσο ο Παύλος βάπτισε πρώην οπαδούς του Ιωάννη του Προδρόμου που αγνοούσαν το Άγιο Πνεύμα. Έκανε επίσης πολλά θαύματα. Οι άνθρωποι έπαιρναν ακόμη ρούχα και αντικείμενα που χρησιμοποιούσε ο Παύλος  και τα έβαζαν πάνω σε ασθενείς και αυτοί θεραπεύονταν. Άλλοι πάλι τα έβαζαν πάνω σε δαιμονισμένους και γίνονταν καλά.

Υπήρχαν και περιοδεύοντες Ιουδαίοι εξορκιστές που θεράπευαν χρησιμοποιώντας το όνομα του Ιησού Χριστού. Αυτό το έκαναν και οι γιοί κάποιου Ιουδαίου αρχιερέα Σκευά. Αυτοί μάλιστα κακοποιήθηκαν από τα πονηρά πνεύματα διότι δεν είχαν την απαιτούμενη προετοιμασία γι’ αυτό.

 

Στην Έφεσο υπήρχε μεγάλος ναός της Αρτέμιδας. Από τη λατρεία της είχαν συμφέροντα ιερείς, μουσικοί, αγαλματοποιοί κι άλλοι πολλοί. Ορισμένοι λοιπόν από αυτούς, όπως κάποιος Δημήτριος, πωλητής ειδωλίων της θεάς Άρτεμης, παρέσυραν το λαό εναντίον των Χριστιανών. Τελικά όμως με την ειρηνευτική επέμβαση του Γραμματέα της Πόλεως (κάτι σαν Δημάρχου), ο λαός ηρέμησε και οι Χριστιανοί αφέθηκαν ελεύθεροι.

 

 

Ο Παύλος στην Ελλάδα

(Πράξεις 20,1-6)

 

Τον Παύλο τον απασχολούσε, καθώς μας βεβαιώνει ο ίδιος, η μέριμνα για όλες τις Εκκλησίες. Ιδιαιτέρως ανησυχούσε για τις Εκκλησίες της Ελλάδας. Γι' αυτό αποφάσισε να τις επισκεφτεί για μια ακόμη φορά. Από την Έφεσο πήγε στην Τρωάδα και μετά στους Φιλίππους. Εκεί συνάντησε με μεγάλη χαρά τους αγαπημένους του Χριστιανούς και τους συνεργάτες του Τιμόθεο, Λουκά κι Αρίσταρχο. Με ακόμη μεγαλύτερη χαρά έμαθε από τον Τίτο ευχάριστα νέα για την Εκκλησία της Κορίνθου.

Μετά επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια, όπου οι Χριστιανοί τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Στη συνέχεια έφυγε για την Κόρινθο, όπου έμεινε τρεις μήνες, εξαιτίας της χαλαρότητας των ηθών που παρατηρήθηκε στην πόλη. Ο Τίτος με δυο άλλους αδελφούς θα συγκέντρωναν τη βοήθεια της Κορίνθου προς τους αδελφούς των Ιεροσολύμων, πριν φτάσει ο ίδιος  εκεί. Στη διάρκεια της παραμονής του στην πόλη ο Παύλος υπέστη και ατιμωτική προσβολή από κάποιο μέλος της Εκκλησίας. Από εκεί έγραψε και την «Προς Ρωμαίους Επιστολή».

 

 

Το ταξίδι στα Ιεροσόλυμα

(Πράξεις 21,1-16)

 

Κατόπιν σκόπευε να πάει με πλοίο στη Συρία, Επειδή όμως οι Ιουδαίοι σχεδίαζαν να τον σκοτώσουν, αποφάσισε να επιστρέψει περνώντας ξανά από τη Μακεδονία. Στο ταξίδι αυτό τον συνόδευαν ο Σώπατρος από τη Βέροια, ο Αρίσταρχος και ο Σεκούνδος από τη Θεσσαλονίκη, ο Γάϊος από τη Δέρβη, ο Τιμόθεος από τα Λύστρα, ο Τυχικός και ο Τρόφιμος από την Ασία.  Έμειναν λίγες μέρες στους Φιλίππους και στη συνέχεια πήγαν στην Τρωάδα.. Εκεί ο Παύλος ανέστησε κάποιον Εύτυχο, ο οποίος έπεσε από το τρίτο πάτωμα και σκοτώθηκε.

Με πλοίο αποπλεύσανε για την Άσσο, από κει πήγαν στη Μυτιλήνη, στη Χίο και στη Σάμο. Κατόπιν έφτασαν στη Μίλητο όπου έμειναν για λίγες μέρες. Εκεί ο Παύλος κάλεσε να έρθουν κοντά του οι πρεσβύτεροι της Εκκλησίας της Εφέσου. Αφού τους έδωσε πολύτιμες συμβουλές για το έργο τους, τους αποχαιρέτησε με συγκίνηση.

Ξανά με πλοίο πέρασαν από την Κω, τη Ρόδο και από κει στα Πάταρα. Με άλλο πλοίο πήγαν απέναντι στη Φοινίκη και αράξανε στην Τύρο για λίγες μέρες. Από κει πήγαν στην Πτολεμαΐδα και από κει στην Καισάρεια της Παλαιστίνης το 56 μΧ., όπου τον φιλοξένησε ο διάκονος Φίλιππος. Εκεί κάποιος Άγαβος, Ιουδαίος προφήτης, του φανέρωσε ότι στα Ιεροσόλυμα τον περίμεναν μεγάλες δοκιμασίες. Ο Παύλος όμως, παρά τις παρακλήσεις των συνοδών του και των άλλων χριστιανών, έμεινε αμετάπειστος και αποφάσισε  να πάει στα Ιεροσόλυμα.

 

 

Η ΣΥΛΛΗΨΗ ΚΑΙ Η ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤ. ΠΑΥΛΟΥ 

(Πράξεις 21,27-26,32)

 

Η σύλληψη και η φυλάκιση του Παύλου στα Ιεροσόλυμα

(Πράξεις 21,27-22,29)

 

Ο Παύλος μαζί με το Λουκά και τους άλλους συνοδούς του έφτασαν στα Ιεροσόλυμα, όπου τους υποδέχτηκαν με αγάπη κι εγκαρδιότητα. Η χαρά όλων έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν άκουσαν όσα θαυμαστά έγιναν στα έθνη με τη βοήθεια του Θεού.

Τις ημέρες εκείνες όμως είχαν έρθει στα Ιεροσόλυμα για τη γιορτή της Πεντηκοστής Ιουδαίοι από διάφορα μέρη του κόσμου. Ανάμεσα τους ήταν και φανατικοί εχθροί του Παύλου από την Έφεσο, την Κόρινθο κι αλλού.

Η αρχή των συμβάντων έγινε με την εμφάνιση του Παύλου στο Ναό των Ιεροσολύμων η οποία ξεσήκωσε σφοδρές αντιδράσεις από τη μεριά των αντιπάλων του. Αυτοί λοιπόν άρχισαν ν' απευθύνουν ανύπαρκτες κατηγορίες εναντίον του Παύλου. Έλεγαν ότι δε σεβόταν το εβραϊκό έθνος και το Μωσαϊκό Νόμο κι άλλα πολλά ψέματα. Μ' αυτές τις συκοφαντίες παρέσυραν τον όχλο εναντίον του Παύλου, με αποτέλεσμα να τον συλλάβουν. Όλοι μαζί του επιτέθηκαν και τον ξυλοκόπησαν. Είχαν σκοπό να τον σκοτώσουν επί τόπου.

Την κρίσιμη εκείνη ώρα ειδοποιήθηκε κι έφτασε ο Ρωμαίος Χιλίαρχος Κλαύδιος Λυσίας με τη φρουρά του. Με κόπο κατόρθωσε ν' αρπάξει τον Παύλο από τα φονικά χέρια των Ιουδαίων. Αφού τον έδεσε με δυο χοντρές αλυσίδες, τον ρώτησε ποιος είναι και τι είχε κάνει. Ο Χιλίαρχος επειδή λόγω της οχλοβοής δεν μπορούσε να σχηματίσει γνώμη για τον Παύλο, διέταξε να τον οδηγήσουν στο στρατόπεδο. Το στρίμωγμα του όχλου ήταν τόσο, ώστε οι στρατιώτες αναγκάστηκαν να τον σηκώσουν στα χέρια, ενώ ο όχλος φώναζε «θάνατος, θάνατος».

 

Καθώς πήγαιναν να τον βάλουν μέσα στο στρατόπεδο ο Παύλος παρακάλεσε το Χιλίαρχο να του επιτρέψει να μιλήσει στο πλήθος. Το αίτημά του έγινε δεκτό οπότε ο Απόστολος απέκρουσε τις κατηγορίες και φέρθηκε στους εχθρούς του με μεγαλοψυχία κι αγάπη. Αναφέρθηκε στην καταγωγή του, στον Γαμαλιήλ, στην αφοσίωσή του προς την πατρώα θρησκεία, τη μεταστροφή του και την εντολή του Χριστού να κηρύξει το ευαγγέλιο. Όμως οι Ιουδαίοι αρνούνταν να ακούσουν περισσότερα και δε δέχτηκαν την ευκαιρία που τους έδωσε Ο Παύλος, να μετανοήσουν και να σωθούν. Ο όχλος ζητούσε επίμονα τη θανάτωσή του, οπότε ο διοικητής μετέφερε τον Παύλο στο στρατόπεδο όπου ήταν ασφαλής και διέταξε να τον μαστιγώσουν ανακρίνοντάς τον και την επόμενη ημέρα να μεταφερθεί προ του Μεγάλου Συνεδρίου για να απολογηθεί.

 

Ο Παύλος βρέθηκε τότε στην ανάγκη να επικαλεστεί την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη, όπως είχε κάνει και στους Φιλίππους. Ο Χιλίαρχος, όταν το άκουσε αυτό, φοβήθηκε, γιατί δεν επιτρεπόταν να κακοποιούν Ρωμαίους πολίτες. Γι' αυτό τον έκλεισε στη φυλακή και κάλεσε τα μέλη του εβραϊκού συνεδρίου, να τον δικάσουν. Από τότε άρχισε η φυλάκιση του Παύλου, πού κράτησε πάνω από τέσσερα χρόνια.

 

 

Ο Παύλος μπροστά στο Μεγάλο Συνέδριο

(Πράξεις 22,30-23,11)

 

Την άλλη ήμερα πήγαν τον Παύλο στο Συνέδριο, του οποίου Πρόεδρος ήταν ο αρχιερέας Ανανίας. Τη δίκη, που άρχισε, την παρακολούθησε και ο ίδιος ο Χιλίαρχος.

Ο Παύλος στην απολογία του μπροστά στο Συνέδριο, επανέλαβε όσα είχε πει στο πλήθος την προηγούμενη ημέρα. Είπε ακόμη ότι δικαζόταν, επειδή πίστευε κι έλπιζε στην ανάσταση των νεκρών.

 

Τα μέλη του συνεδρίου Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι, διαφώνησαν μεταξύ τους και άρχισαν να φιλονικούν. Αιτία ήταν η ανάσταση, την οποία δέχονταν οι Φαρισαίοι και που δεν τη δέχονταν οι Σαδδουκαίοι. Ήταν τόσο μεγάλη η αναστάτωση στο Συνέδριο, που ο Χιλίαρχος, για να σώσει τον Παύλο που κινδύνευε, διέταξε τους στρατιώτες να τον μεταφέρουν ξανά στο δεσμωτήριο. Τη νύχτα που ακολούθησε ο Κύριος του φανέρωσε με όραμα ότι δε θα πάθαινε κανένα κακό και ότι θα κήρυττε το Ευαγγέλιο στη Ρώμη. Ο Παύλος αισθανόταν πια να τον πλημμυρίζουν νέες δυνάμεις, αφού ο Κύριος θα ήταν μαζί του.

 

 

Η μεταγωγή του Παύλου στην Καισάρεια

(Πράξεις 23,12-26,32)

 

Οι φανατικοί εχθροί του Παύλου με όρκους αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν. Ζήτησαν μάλιστα από τους αρχιερείς να τον ξαναφέρουν σε δίκη. Είχαν σκοπό να τον δολοφονήσουν στο δρόμο. Η πρόνοια όμως του Θεού ματαίωσε τα εγκληματικά τους σχέδια. Ο Χιλίαρχος πληροφορήθηκε τη συνωμοσία από τον ανεψιό του Παύλου. Τότε για να τον προστατέψει, τον έστειλε με μεγάλη στρατιωτική φρουρά στο Ρωμαίο ανθύπατο της Καισαρείας, Αντώνιο Φήλικα. Εκεί κρατήθηκε ο Παύλος με την εντολή όμως να του παρασχεθεί άνεση και άδεια να βλέπει τους δικούς του ανθρώπους. Έτσι ο Θεός έσωσε τον Παύλο από τα μαχαίρια των εχθρών του.

 

Ύστερα από λίγες μέρες ο αρχιερέας Ανανίας, μαζί με συνοδεία και κάποιον δικηγόρο Τέρτυλλο πήγαν στον Φήλικα και διέβαλαν τον Παύλο. Ο Παύλος αντέκρουσε τις κατηγορίες των Ιουδαίων.

Πολλές φορές ο Φήλικας μαζί με τη γυναίκα του Δρουσίλλα καλούσε τον Παύλο για να ακούσει από αυτόν για την χριστιανική διδασκαλία. Και τούτο, γιατί ο τυραννικός και φιλάργυρος ανθύπατος Φήλικας έλπιζε να πάρει χρήματα, για να ελευθερώσει τον Παύλο.

 

Στις φυλακές της Καισαρείας ο Παύλος πέρασε δυο μονότονα χρόνια, από το 57 ως το 59 μ.Χ.. Το 60 μ.Χ. όμως ο αυ­τοκράτορας της Ρώμης τον αντικατέστησε με άλλο ανθύπατο, τον Πόρκιο Φήστο.

Οι άρχοντες των Ιουδαίων προσπάθησαν να πείσουν το νέο ανθύπατο Φήστο, να τους αποστείλει τον Παύλο στα Ιεροσόλυμα, δήθεν για να τον δικάσουν αυτοί. Σκοπός τους ήταν να τον πάρουν από τα χέρια των Ρωμαίων και να τον σκοτώσουν στο δρόμο, καθώς είχαν σχεδιάσει κι άλλοτε. Ο Φήστος τους κάλεσε ν' αποστείλουν εκπροσώπους στη νέα δίκη του Παύλου που θα γινόταν στην Καισάρεια.

Στη δίκη αυτή πού έγινε στην Καισάρεια, φάνηκε η αθωότητα του Παύλου. Αλλά ο Φήστος προκειμένου να γίνει αρεστός στους Ιουδαίους, ζήτησε από τον Παύλο αν ήθελε  να πάει στα Ιεροσόλυμα και να δικαστεί από το Μέγα Συνέδριο. Τότε ο Παύλος διαμαρτυρήθηκε και απαίτησε, καθώς είχε δικαίωμα, να δικαστεί ως Ρωμαίος πολίτης που ήταν, στη Ρώμη από τον αυτοκράτορα.

 

Ο Φήστος το δέχτηκε αυτό με δυσφορία. Ζήτησε μάλιστα και την έγκριση του υποτελούς στους Ρωμαίους Βασιλιά των Ιουδαίων, Ηρώδη Αγρίππα.

Ο Παύλος απολογήθηκε μπροστά στον Αγρίππα και του παρουσίασε με συντομία τη χριστιανική διδασκαλία. Η απολογία του ήταν τόσο πειστική ώστε ο Αγρίππας πείστηκε για την αθωότητα του Παύλου και μάλιστα του είπε ότι «λίγο ακόμη Παύλε και θα με πείσεις να γίνω Χριστιανός». 

Ο Φήστος με τον Αγρίππα αποφάσισαν να πάει ο Παύλος στη Ρώμη. Έτσι θα γινόταν πραγματικότητα αυτό που του είχε φανερώσει με όραμα ο Κύριος.

 

 

Η ΜΕΤΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤ. ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗ ΡΩΜΗ 

(Πράξεις 27,1-28,31)

 

Το περιπετειώδες ταξίδι του Παύλου στη Ρώμη

(Πράξεις 27,1-28,15)

 

Το φθινόπωρο του 60 μ.Χ. ο Παύλος μαζί με άλλους κρατούμενους και τους αγαπητούς του συνεργάτες Αρίσταρχο το Μακεδόνα και το Λουκά επιβιβάστηκαν από το Αδραμύττιο σε πλοίο για τη Ρώμη.

Με πολλές δυσκολίες εξαιτίας του αντίθετου ανέμου, πέρασαν από τη Σιδώνα και έφτασαν στα Μύρα της Λυκίας. Εκεί οι ταξιδιώτες επιβιβάστηκαν σ' άλλο φορτηγό και μεγαλύτερο πλοίο, που μετέφερε σιτάρι στη Ρώμη. Από την πολλή τρικυμία όμως, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, παρασύρθηκαν στη νότια πλευρά της Κρήτης. Κατέληξαν σ' έναν τόπο, που λεγόταν «Καλοί λιμένες», κοντά στην αρχαία πόλη Λασαία. Ήταν Νοέμβριος μήνας. Ο Παύλος τους συμβούλεψε να ξεχειμωνιάσουν εκεί. Αλλά ο κυβερνήτης του πλοίου μαζί με τον ιδιοκτήτη του αποφάσισαν να πλεύσουν για άλλο ασφαλέστερο λιμάνι, το Φοίνικα. Εκεί σκέφτονταν να περάσουν το χειμώνα. Αλλιώς όμως τους τα έφερε ο ισχυρός αέρας, που τον έλεγαν «Ευροκλύδωνα». Παρέσυρε το πλοίο και τ' άφησε ακυβέρνητο στην τύχη των κυμάτων.

 

Δεκατέσσερα ημερόνυχτα το πλοίο πάλευε με τα κύματα, χωρίς να φαίνονται ούτε ήλιος, ούτε αστέρια, ούτε σημάδια στεριάς. Οι ταξιδιώτες είχαν εξαντληθεί από τις ταλαιπωρίες και την πείνα, γιατί από τα κύματα δεν είχαν όρεξη να φάνε. Ο Παύλος, με το κύρος που είχε, ματαίωσε την απόπειρα των ναυτών ν' αφήσουν το πλοίο αβοήθητο. Στο μεταξύ για να αλαφρώσει το πλοίο έριξαν όλο το εμπόρευμα στη θάλασσα. Ο Παύλος, καθώς τον είχε πληροφορήσει Άγγελος Κυρίου, τους διαβεβαίωνε πώς θα σώζονταν όλοι τους.

 

Όταν ξημέρωσε αντιλήφτηκαν ότι πλησίαζαν σε κάποια στεριά. Τελικά το πλοίο έπεσε σ’ έναν ύφαλο από άμμο  και κόλλησε με την πλώρη στο βυθό. Από την μανία των κυμάτων άρχισε να διαλύεται. Οι στρατιώτες αποφάσισαν να σκοτώσουν όλους τους κρατούμενους, επειδή φοβούνταν μήπως δραπέτευαν όταν θα έφταναν στην ξηρά. Ο αξιωματικός όμως επειδή συμπαθούσε τον Παύλο τους εμπόδισε να εκτελέσουν την απόφασή τους.  Οι επιβάτες, 276 άτομα, με κάθε τρόπο σώθηκαν όλοι τους ναυαγοί πια στην παραλία ενός νησιού. Ήταν η Μελίτη, η σημερινή Μάλτα. Με νεότερες έρευνες το νησί ταυτίζεται με την Κεφαλονιά.

 

Οι αγαθοί κάτοικοι του νησιού περιποιήθηκαν τους ναυαγούς κι άναψαν μεγάλη φωτιά, για να τους ζεστάνουν. Αλλά όταν ο Παύλος δοκίμασε να ρίξει λίγα φρύγανα στη φωτιά, τον δάγκωσε μια οχιά, χωρίς να πάθει τίποτε με τη βοήθεια του Θεού. Οι κάτοικοι τον νόμισαν για θεό, καθώς είχε γίνει κι άλλοτε στα Λύστρα.

Εκεί κοντά ήταν το σπίτι του άρχοντα του νησιού που λεγόταν Πόπλιος. Αυτός τους φιλοξένησε με καλοσύνη. Τότε συνέβαινε να είναι άρρωστος ο πατέρας του Πόπλιου. Ο Παύλος αφού προσευχήθηκε, ακούμπησε πάνω του τα χέρια του και τον γιάτρεψε. Ύστερα από αυτό έρχονταν όλοι οι άρρωστοι του νησιού και θεραπεύονταν. Ο Παύλος όλα αυτά τα περιστατικά τα θεώρησε ως ευκαιρία, για να τους διδάξει το θέλημα του Θεού.

 

Ύστερα από τρεις μήνες οι ναυαγοί μ’ ένα αλεξανδρινό πλοίο που πέρασε από εκεί, έφυγαν για τη Ρώμη. Έμειναν τρεις μέρες στις Συρακούσες, περιέπλευσαν τη Σικελία και έφτασαν στο Ρήγιο. Από εκεί το πλοίο κατέληξε στους Ποτιόλους. Έμειναν εκεί κοντά στους Χριστιανούς εφτά μέρες και κατόπιν το 61 μ.Χ. μετά από τόσες ταλαιπωρίες ο Παύλος έφτασε στην Ρώμη, όπου οι Χριστιανοί τον υποδέχτηκαν με πολύ σεβασμό. Χωρίς να τον ξέρουν είχαν συνδεθεί μαζί του με τη θεόπνευστη Επιστολή, πού τους είχε αποστείλει από την Κόρινθο.

 

 

Ο Παύλος στη Ρώμη

(Πράξεις 28,16-31)

 

Στη Ρώμη επέτρεψαν στον Παύλο να μένει σε ιδιωτικό σπίτι κοντά στις φυλακές μαζί με το στρατιώτη, που θα τον φρουρούσε. Σ' αυτό βοήθησαν οι καλές  συστάσεις του εκατόνταρχου Ιουλίου, που είχε συνοδεύσει τον Παύλο στο ταξίδι, καθώς και η αναφορά του ανθύπατου της Παλαιστίνης Φήστου. Έτσι με τα ελαφρά αυτά δεσμά, καθώς τα ονομάζει ο ίδιος, πέρασε δυο χρόνια στη Ρώμη. Το αυτοκρατορικό δικαστήριο καθυστέρησε πολύ ν' ασχοληθεί μαζί του.

 

Ο Θεός ανάδειξε το δεσμωτήριο του Παύλου στη Ρώμη σε άμβωνα του Ευαγγελίου. Εκεί τον επισκέφτηκαν οι Ιουδαίοι της Ρώμης για να ακούσουν από τον Παύλο για τη χριστιανική διδασκαλία. Άλλοι από τους Ιουδαίους πίστεψαν σ’ αυτά που τους έλεγε και άλλοι διαφωνούσαν.

Εκεί τον επισκέπτονταν οι εκλεκτοί συνεργάτες του Λουκάς, Τιμόθεος, Μάρκος, Αρίσταρχος και άλλοι πολλοί Χριστιανοί. Ακόμη τον επισκέπτονταν άνθρωποι από τ' ανάκτορα του Νέρωνα, στρατιωτικοί,

ελεύθεροι, δούλοι κ.ά. Έτσι στο φτωχικό εκείνο σπίτι, πού έμενε ο μεγάλος δέσμιος, πολλοί γνώρισαν τη Χάρη του Θεού και βρήκαν τη σωτηρία. Σ' όλους αυτούς ο σεβάσμιος Απόστολος κήρυττε για τη βασιλεία του Θεού και δίδασκε για τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Σε αυτό το σημείο τελειώνει την εξιστόρηση του, στις «Πράξεις των Αποστόλων», ο αυτόπτης μάρτυρας και Ευαγγελιστής Λουκάς, χωρίς να μας πληροφορεί για την έκβαση της φυλακίσεως του Αποστόλου. Μένουν έτσι τα γεγονότα που περιγράφονται στις Ποιμαντικές επιστολές ώστε να εξαχθούν τα συμπεράσματα για το βίο του Παύλου από το τέλος των Πράξεων και μετά.

 

 

Ο ΠΑΥΛΟΣ ΣΤΗ ΡΩΜΗ 

 

ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ

 

Όσο διάστημα ο Παύλος ήταν φυλακισμένος, σκεφτόταν τις τόσες Εκκλησίες, που με τη χάρη του Θεού είχε ιδρύσει. Επειδή όμως του ήταν αδύνατο να τους επισκεφτεί, αποφάσισε να επικοινωνήσει μαζί τους με «Επιστολές».

Έτσι το δεσμωτήριο της Ρώμης έγινε τόπος θεόπνευστης συγγραφής. Με το φωτισμό του Θεού εκεί γράφτηκαν οι Επιστολές: 1) Προς Κολασσαείς, 2) προς Εφεσίους, 3) Προς Φιλιππησίους και 4) Προς Φιλήμονα.

Αυτές λέγονται και Επιστολές της αιχμαλωσίας. Στη χρυσή αλυσίδα των άλλων Επιστολών του αποστόλου Παύλου προστέθηκαν κι αυτές, για να διδάσκουν όλες, δεκατέσσερις συνολικά, το λόγο του Θεού στις αναρίθμητες γενιές των ανθρώπων.

 

 

Η ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ

 

Ύστερα από δυο χρόνια το αυτοκρατορικό δικαστήριο ασχολήθηκε με τον Παύλο. Ακόμη ο Χριστιανισμός δεν ήταν απαγορευμένη θρησκεία. Και πιο πολύ δεν τόλμησε κανείς, να καταθέσει κάτι εναντίον του. Αλλά και η αναφορά του ανθύπατου Φήστου ήταν ευνοϊκή. Όλα αυτά έκαμαν να λάμψει η αλήθεια, ν' αθωώσουν τον Παύλο και να τον αποφυλακίσουν.

Έτσι τέλειωσε η φυλάκιση του Παύλου, που κράτησε περίπου μια πενταε­τία. Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο μεγάλος Απόστολος υπόμεινε αμέτρητες ταλαιπωρίες για την Εκκλησία και το Ευαγγέλιο του Χριστού.

 

 

ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ

 

Ἀπολυτίκιον

Ἦχος δ’.
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι, καὶ τῆς Οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῆ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

 

Κοντάκιον

Ἦχος β’. Τοὺς ἀσφαλεῖς.
Τοὺς ἀσφαλεῖς καὶ θεοφθόγγους κήρυκας, τὴν κορυφὴν τῶν Μαθητῶν σου Κύριε, προσελάβου εἰς ἀπόλαυσιν, τῶν ἀγαθῶν σου καὶ ἀνάπαυσιν, τοὺς πόνους γὰρ ἐκείνων καὶ τὸν θάνατον, ἐδέξω ὑπὲρ πᾶσαν ὁλοκάρπωσιν, ὁ μόνος γινώσκων τὰ ἐγκάρδια.