ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ

 

Η ΘΕΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ 

 

ΟΡΙΣΜΟΣ  

 

Θεία αποκάλυψη είναι η φανέρωση του Θεού στην κτίση και την ιστορία. Ο απρόσιτος κατά την ουσία Θεός γίνεται με την ελεύθερη ενέργεια του προσιτός και με αυτήν αποκαλύπτεται στους ανθρώπους. Η αποκάλυψη αυτή νοείται ως φανέρωση του θελήματος, και της άκτιστης φυσικής δόξας του. Αυτή η συνεχής φανέρωση του Θεού πραγματώνεται με τις Θεοφάνειες. Η αποκάλυψη γίνεται κατά δύο τρόπους: 

Α) Στην κτίση. Εδώ έχουμε μερική φανέρωση της δημιουργικής, συνεκτικής και προνοητικής ενέργειας του Θεού μέσα από την κτίση και τη συνείδηση του ανθρώπου.

Β) Στην ιστορία. Εδώ πρόκειται για την ιστορική φανέρωση των ενεργειών του Θεού τόσο στα πλαίσια της Παλαιάς Διαθήκης, όσο και στα πλαίσια της Καινής Διαθήκης και της ζωής της Εκκλησίας.

Και με τους δύο τρόπους η αποκάλυψη του Θεού είναι το υπερφυσικό γεγονός, αφού οι αποκαλυπτόμενες φυσικές και ουσιώδεις ενέργειες του Θεού είναι άκτιστες και υπερφυσικές.


 

ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ  


Κατά την ορθόδοξη θεώρηση πηγή της θείας αποκαλύψεως είναι ο ίδιος ο Τριαδικός Θεός. Η θεία αποκάλυψη διατυπώνεται αυθεντικά στην Αγία Γραφή και την Ιερή Παράδοση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί ως Ιερή Παράδοση την αποστολική διδασκαλία, φορέας της οποίας ήταν κατά τους πρώτους αιώνες η αρχαία αδιαίρετη Εκκλησία, της οποίας αποτελεί συνέχεια. Η αποστολική αυτή διδασκαλία, παραδόθηκε αρχικά προφορικά στην Εκκλησία από το Χριστό και τους Αποστόλους, και στη συνέχεια διατυπώθηκε  γραπτώς τόσο στην Καινή Διαθήκη, όσο και στα γραπτά μνημεία των οικουμενικών και ορθοδόξων τοπικών συνόδων, στα συγγράμματα των πατέρων, στη θεία λατρεία και στην όλη πράξη της Εκκλησίας . Έτσι η Ιερή παράδοση μεταβλήθηκε από αποστολική σε εκκλησιαστική . Η Ιερή Παράδοση νοείται ως η αδιάλειπτη ενέργεια του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία και συνδέεται στενότατα με τις συνεχείς θεοφάνειες.


Η Αγία Γραφή αποτελεί αδιάσπαστο κομμάτι της Ιερής Παραδόσεως της Εκκλησίας. Μόνο
ένα μέρος  της θείας αποκαλύψεως καταγράφηκε στην Αγία Γραφή, από τους θεόπνευστους συγγραφείς της. Κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία η Αγία Γραφή γίνεται πλήρης και αυτάρκης φορέας των θείων αληθειών μόνο κάτω από το φως της Ιερής Παραδόσεως, η οποία την ερμηνεύει και την συμπληρώνει. Ο χαρακτήρας λοιπόν της Παραδόσεως είναι κατά πρώτο λόγο ερμηνευτικός. Η Παράδοση ερμηνεύει και αποσαφηνίζει ασαφή και δυσνόητα χωρία της Αγίας Γραφής. Κατά δεύτερο λόγο ο χαρακτήρας της Παραδόσεως είναι συμπληρωματικός . Αυτό σημαίνει ότι η Παράδοση συμπληρώνει και διαφωτίζει όσα λέγονται μόνο αμυδρά στην Αγία Γραφή ή λείπουν και τελείως, αλλά δεν αντιφάσκουν με αυτήν, όπως είναι π.χ. ο νηπιοβαπτισμός, ο κανόνας της Αγίας Γραφής, το αειπάρθενο της Θεοτόκου, η επίκληση των αγίων, η τιμή των λειψάνων και των εικόνων των αγίων κ.λ.π.


 

ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ


Κατά την ορθόδοξη άποψη ο αυθεντικός ερμηνευτής της θείας αποκαλύψεως είναι η Εκκλησία καθοδηγούμενη από το Άγιο Πνεύμα. Η Εκκλησία έχει την αρμοδιότητα να ερμηνεύει την Αγία Γραφή, επειδή είναι ο φύλακας της αποστολικής παραδόσεως. Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην Εκκλησία εγγυάται τη σωστή κατανόηση της Αγίας Γραφής και διατηρεί ζωντανή την παράδοση της.

Η Εκκλησία τέλος αναπτύσσει τη δογματική διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τη διατυπώνει αυθεντικά και επίσημα στις οικουμενικές συνόδους της. Με βάση λοιπόν τις αποφάσεις των εκκλησιαστικών συνόδων και τις διδασκαλίες των πατέρων εξηγεί τα δυσνόητα χωρία της Αγίας Γραφής που διαστρέφονται από τους αιρετικούς. Οι αιρετικοί στερούνται το Άγιο Πνεύμα, το οποίο και εγγυάται όχι απλώς τα λόγια της Αγίας Γραφής αλλά και τα. νοήματα της.

 

  

 

ΠΗΓΗ

«Δυτική θεολογία και πνευματικότητα»

Δημητρίου Τσελεγγίδη, Θεσσαλονίκη 1988.

 

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

 

Η Θεία Αποκάλυψη στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Η Θεία Αποκάλυψη στην Προτεσταντική Εκκλησία

Δογματικές διαφορές μεταξύ των Εκκλησιών