ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Δ'- ΚΕΦ. 9-13

 

 

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΕΩΝ ΙΟΥΔΑ ΚΑΙ ΙΣΡΑΗΛ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9-  Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥ ΣΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ

                                    Ο Ιού βασιλιάς του Ισραήλ

Δ Βασ. 9,1         Καὶ Ἑλισαιὲ ὁ προφήτης ἐκάλεσεν ἕνα τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν καὶ εἶπεν αὐτῷ· ζῶσαι τὴν ὀσφύν σου καὶ λαβὲ τὸν φακὸν τοῦ ἐλαίου τούτου ἐν τῇ χειρί σου καὶ δεῦρο εἰς Ῥεμμὼθ Γαλαάδ·

Δ Βασ. 9,1                 Ο προφήτης Ελισαίος εκάλεσεν ένα από τους νεαρούς προφήτας και του είπε· “δέσε την ζώνην σου γύρω από την μέσην σου και ετοιμάσου· πάρε στο χέρι σου αυτό το δοχείον του ελαίου και πήγαινε εις την Ρεμμώθ Γαλαάδ.

Δ Βασ. 9,2         καὶ εἰσελεύσῃ ἐκεῖ καὶ ὄψῃ ἐκεῖ Ἰοὺ υἱὸν Ἰωσαφὰτ υἱοῦ Ναμεσσὶ καὶ εἰσελεύσῃ καὶ ἀναστήσεις αὐτὸν ἐκ μέσου τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ εἰσάξεις αὐτὸν εἰς τὸ ταμιεῖον ἐν ταμιείῳ·

Δ Βασ. 9,2                Θα εισέλθης εις την πόλιν και εκεί θα ίδης τον Ιού, υιόν του Ιωσαφάτ, υιού του Ναμεσσί. Θα εισέλθης εκεί, όπου ευρίσκεται, θα τον πάρης ανάμεσα από τους συναδέλφους του τους στρατιωτικούς και θα τον οδηγήσης μέσα στο ιδιαίτερον και πλέον απόκρυφον δωμάτιον.

Δ Βασ. 9,3         καὶ λήψῃ τὸν φακὸν τοῦ ἐλαίου καὶ ἐπιχεεῖς ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ εἰπόν· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ· καὶ ἀνοίξεις τὴν θύρα καὶ φεύξῃ καὶ οὐ μενεῖς.

Δ Βασ. 9,3                 Θα πάρης το δοχείον αυτό του ελαίου και θα χύσης το έλαιον επάνω στο κεφάλι του και θα του είπης· αυτά λέγει ο Κυριος· Σε έχω χρίσει βασιλέα του ισραηλιτικού λαού. Αμέσως δε κατόπιν θα ανοίξης την θύραν και θα φύγης και δεν θα μείνης εκεί πλέον”.

Δ Βασ. 9,4         καὶ ἐπορεύθη τὸ παιδάριον ὁ προφήτης εἰς Ῥεμμὼθ Γαλαὰδ

Δ Βασ. 9,4                Ο νεαρός προφήτης επήγεν εις την Ρεμμώθ Γαλαάδ,

Δ Βασ. 9,5         καὶ εἰσῆλθε, καὶ ἰδοὺ οἱ ἄρχοντες τῆς δυνάμεως ἐκάθηντο, καὶ εἶπε· λόγος μοι πρὸς σέ, ὁ ἄρχων. καὶ εἶπεν Ἰού· πρὸς τίνα ἐκ πάντων ἡμῶν; καὶ εἶπε· πρὸς σέ, ὁ ἄρχων.

Δ Βασ. 9,5                 εισήλθεν εις την πόλιν και στον οίκον, όπου οι στρατιωτικοί αρχηγοί εκάθηντο, και είπε προς τον Ιού ο προφήτης· “θέλω να σου ανακοινώσω κάτι, στρατηγέ”. Ο Ιού απήντησε· “προς ποίον από όλους μας;” Εκείνος του είπε· “προ σέ, στρατηγέ”.

Δ Βασ. 9,6         καὶ ἀνέστη καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον, καὶ ἐπέχεε τὸ ἔλαιον ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· κέχρικά σε εἰς βασιλέα ἐπὶ λαὸν Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἰσραήλ,

Δ Βασ. 9,6                Ο Ιού εσηκώθη και εισήλθε μαζή με τον προφήτην στο εσωτερικόν του οίκου. Εκεί δε ο προφήτης έχυσε το έλαιον επάνω εις την κεφαλήν του και είπεν εις αυτόν· “αυτά λέγει Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Σε έχω χρίσει βασιλέα επί τον λαόν Κυρίου, επί τον ισραηλιτικόν λαόν.

Δ Βασ. 9,7         καὶ ἐξολοθρεύσεις τὸν οἶκον Ἀχαὰβ τοῦ κυρίου σου ἐκ προσώπου μου καὶ ἐκδικήσεις τὰ αἵματα τῶν δούλων μου τῶν προφητῶν καὶ τὰ αἵματα πάντων τῶν δούλων Κυρίου ἐκ χειρὸς Ἰεζάβελ

Δ Βασ. 9,7                 Σου δίδω εντολήν να εξολοθρεύσης την οικογένειαν του Αχαάβ, του κυρίου σου, από ενώπιόν μου και να τιμωρήσης εκείνους, οι οποίοι έχυσαν το αίμα των δούλων μου, των προφητών και τα αίματα όλων των δούλων του Κυρίου δια της χειρός της Ιεζάβελ

Δ Βασ. 9,8         καὶ ἐκ χειρὸς ὅλου τοῦ οἴκου Ἀχαὰβ καὶ ἐξολοθρεύσεις τῷ οἴκῳ Ἀχαὰβ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον καὶ συνεχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν Ἰσραήλ·

Δ Βασ. 9,8                και δια των άλλων ανθρώπων του βασιλικού οίκου του Αχαάβ. Θα εξολοθρεύσης λοιπόν όλους τους άρρενας της οικογενείας Αχαάβ, δούλον η ελεύθερον, από τους απογόνους του, που έχουν απομείνει μεταξύ του ισραηλιτικού λαού.

Δ Βασ. 9,9         καὶ δώσω τὸν οἶκον Ἀχαὰβ ὡς τὸν οἶκον Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ὡς τὸν οἶκον Βαασὰ υἱοῦ Ἀχιά·

Δ Βασ. 9,9                Εγώ ο Θεός θα παραδώσω εις καταστροφήν τον οίκον του Αχαάβ, όπως κατέστρεψα τον οίκον Ιεροβοάμ, υιού Ναβάτ, και όπως επίσης έπραξα εναντίον του οίκου Βαασά, του υιού Αχιά.

Δ Βασ. 9,10        καὶ τὴν Ἰεζάβελ καταφάγονται οἱ κύνες ἐν τῇ μερίδι Ἰεζράελ, καὶ οὐκ ἔστιν ὁ θάπτων. καὶ ἤνοιξε τὴν θύραν καὶ ἔφυγε.

Δ Βασ. 9,10               Την δε Ιεζάβελ θα καταφάγουν τα σκυλιά στον αγρόν Ιεζράελ. Και δεν θα ευρεθή άνθρωπος να την θάψη”. Κατόπιν ο προφήτης ήνοιξε την θύραν και έφυγε.

Δ Βασ. 9,11        καὶ Ἰοὺ ἐξῆλθε πρὸς τοὺς παῖδας τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ εἶπαν αὐτῷ· εἰρήνη; τί ὅτι εἰσῆλθεν ὁ ἐπίληπτος οὗτος πρὸς σέ; καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς οἴδατε τὸν ἄνδρα καὶ τὴν ἀδολεσχίαν αὐτοῦ.

Δ Βασ. 9,11               Ο Ιού εβγήκεν από το δωμάτιον και επήγε προς τους αξιωματικούς συναδέλφους του, τους υπηρετούντας τον βασιλέα. Εκείνοι τον ηρώτησαν· “δια το καλόν ήτο η επίσκεψις του ανθρώπου αυτού; Τι συμβαίνει; Διατί ήλθε προς σε αυτός ο επιληπτικός;” Ο Ιού είπε προς αυτούς· “σεις γνωρίζετε ασφαλώς τον άνθρωπον αυτόν και τον λόγον, τον οποίον μου είπε”.

Δ Βασ. 9,12        καὶ εἶπον· ἄδικον· ἀπάγγειλον δὴ ἡμῖν. καὶ εἶπεν Ἰοὺ πρὸς αὐτούς· οὕτω καὶ οὕτω ἐλάλησε πρός με λέγων· τάδε λέγει Κύριος· κέχρικά σε εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ.

Δ Βασ. 9,12               Εκείνοι του απήντησαν· “ακατανόητος η απάντησίς σου. Πές μας, λοιπόν, τι ακριβώς συνέβη;” Ο Ιού είπε προς αυτούς· “αυτά και αυτά μου είπεν ο άνθρωπος του Θεού λέγων· Ταδε λέγει Κυριος. Σε έχω χρίσει βασιλέα στον ισραηλιτικόν λαόν”.

Δ Βασ. 9,13        καὶ ἀκούσαντες ἔσπευσαν καὶ ἔλαβεν ἕκαστος τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἔθηκαν ὑποκάτω αὐτοῦ ἐπὶ τὸ γαρὲμ τῶν ἀναβαθμῶν καὶ ἐσάλπισαν ἐν κερατίνῃ καὶ εἶπαν· ἐβασίλευσεν Ἰού.

Δ Βασ. 9,13               Εκείνοι, όταν ήκουσαν αυτά, επήρεν ο καθένας το ιμάτιόν του, το έβαλεν εις σημείον υποταγής εις την ανωτάτην βαθμίδα της κλίμακος, εσάλπισαν με κερατίνην σάλπιγγα και διεκήρυξαν· “ο Ιού είναι βασιλεύς”.

 

                                    Ο Ιού θανατώνει τον Ιωράμ

Δ Βασ. 9,14        καὶ συνεστράφη Ἰοὺ υἱὸς Ἰωσαφὰτ υἱοῦ Ναμεσσὶ πρὸς Ἰωρὰμ καὶ Ἰωρὰμ αὐτὸς ἐφύλασσεν ἐν Ῥεμμὼθ Γαλαάδ, αὐτὸς καὶ πᾶς Ἰσραὴλ ἀπὸ προσώπου Ἀζαὴλ βασιλέως Συρίας,

Δ Βασ. 9,14               Ο Ιού, ο υιός του Ιωσαφάτ υιού του Ναμεσσί, οργάνωσε μίαν συνωμοσίαν εναντίον του βασιλέως Ιωράμ. Ο δε Ιωράμ είχε τότε εκστρατεύσει εις Ρεμμώθ Γαλαάδ, αυτός και όλος ο στρατός του, και ήσαν έτοιμοι προς πόλεμον εναντίον Αζαήλ, του βασιλέως της Συρίας.

Δ Βασ. 9,15        καὶ ἀπέστρεψεν Ἰωρὰμ ὁ βασιλεὺς ἰατρευθῆναι ἐν Ἰεζράελ ἀπὸ τῶν πληγῶν, ὧν ἔπαισαν αὐτὸν οἱ Σύριοι ἐν τῷ πολεμεῖν αὐτὸν μετὰ Ἀζαὴλ βασιλέως Συρίας· καὶ εἶπεν Ἰού· εἰ ἔστι ψυχὴ ὑμῶν μετ᾿ ἐμοῦ, μὴ ἐξελθέτω ἐκ τῆς πόλεως διαπεφευγὼς τοῦ πορευθῆναι καὶ ἀπαγγεῖλαι ἐν Ἰεζράελ.

Δ Βασ. 9,15               Ο Ιωράμ μετά την μάχην είχεν επιστρέψει εις Ιεζράελ, δια να θεραπευθή από τας πληγάς, τας οποίας του είχαν προξενήσει στο σώμα του οι Συροι, όταν αυτός επολεμούσεν εναντίον του Αζαήλ, βασιλέως των Συρων. Ο Ιού είπε προς τους αξιωματικούς συναδέλφους του· “εάν η καρδιά σας είναι με το μέρος μου, κανείς ας μη εξέλθη από την πόλιν, ας μη διαφύγη από εδώ και πορευθή και αναγγείλη στον βασιλέα, ο οποίος ευρίσκεται εις Ιεζράελ, όσα γνωρίζομεν”.

Δ Βασ. 9,16        καὶ ἵππευσε καὶ ἐπορεύθη Ἰοὺ καὶ κατέβη εἰς Ἰεζράελ, ὅτι Ἰωρὰμ βασιλεὺς Ἰσραὴλ ἐθεραπεύετο ἐν τῷ Ἰεζράελ ἀπὸ τῶν τοξευμάτων, ὧν κατετόξευσαν αὐτὸν οἱ Ἀραμὶν ἐν τῇ Ῥαμμὰθ ἐν τῷ πολέμῳ μετὰ Ἀζαὴλ βασιλέως Συρίας, ὅτι αὐτὸς δυνατὸς καὶ ἀνὴρ δυνάμεως, καὶ Ὀχοζίας βασιλεὺς Ἰούδα κατέβη ἰδεῖν τὸν Ἰωράμ.

Δ Βασ. 9,16               Ο Ιού ανέβη εις ένα ίππον και κατέβηκε με την συνοδείαν του εις την Ιεζράελ. Εις την πόλιν αυτήν ο βασιλεύς του Ισραήλ, ο Ιωράμ, εθεραπεύετο από τας πληγάς, τας οποίας έλαβεν από τα τοξεύματα των Αραμαίων εις Ραμμάθ, κατά τον πόλεμον εναντίον του Αζαήλ, βασιλέως της Συρίας, διότι αυτός ήτο γενναίος και αρχηγός μεγάλης στρατιωτικής δυνάμεως. Ο Οχοζίας, ο βασιλεύς των Ιουδαίων, κατέβη και αυτός να επισκεφθή και ίδη τον Ιωράμ.

Δ Βασ. 9,17        καὶ ὁ σκοπὸς ἀνέβη ἐπὶ τὸν πύργον Ἰεζράελ καὶ εἶδε τὸν κονιορτὸν Ἰοὺ ἐν τῷ παραγίνεσθαι αὐτὸν καὶ εἶπε· κονιορτὸν ἐγὼ βλέπω. καὶ εἶπεν Ἰωράμ· λαβὲ ἐπιβάτην καὶ ἀπόστειλον ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ εἰπάτω, εἰ εἰρήνη.

Δ Βασ. 9,17               Ο φρουρών στρατιώτης ανέβη εις ένα πύργον της πόλεως Ιεζράελ και είδε τον κονιορτόν, που εσήκωνεν ο Ιού καθώς ήρχετο με καλπασμόν, και είπε· “βλέπω εγώ κονιορτόν”. Ο Ιωράμ του είπε· “πάρε ένα ιππέα και στείλε αυτόν εμπρός από εκείνους, που έρχονται, και ας ερωτήσουν εάν έρχωνται δι' ειρηνικούς σκοπούς”.

Δ Βασ. 9,18        καὶ ἐπορεύθη ἐπιβάτης ἵππου εἰς ἀπαντὴν αὐτῶν καὶ εἶπε· τάδε λέγει ὁ βασιλεύς, εἰ εἰρήνη. καὶ εἶπεν Ἰού· τί σοι καὶ εἰρήνη; ἐπίστρεφε εἰς τὰ ὀπίσω μου. καὶ ἀπήγγειλεν ὁ σκοπὸς λέγων· ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἕως αὐτῶν καὶ οὐκ ἀνέστρεψε.

Δ Βασ. 9,18               Ο έφιππος απεσταλμένος εκάλπασεν εις απάντησιν αυτών και είπε· “αυτά ερωτά ο βασιλεύς· Εάν έρχεσθε δι' ειρηνικούς σκοπούς”. Ο Ιού απήντησε· “τι ενδιαφέρεσαι συ δια την ειρήνην; Ελα και συ κοντά μου”. Ο φρουρός της πόλεως Ιεζράελ είπεν προς τον Ιωράμ· “ο αγγελιαφόρος έφθασε μέχρις αυτών, αλλά δεν επέστρεψε”.

Δ Βασ. 9,19        καὶ ἀπέστειλεν ἐπιβάτην ἵππου δεύτερον, καὶ ἦλθε πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε· τάδε λέγει ὁ βασιλεύς· εἰ εἰρήνη. καὶ εἶπεν Ἰού· τί σοι καὶ εἰρήνη; ἐπιστρέφου εἰς τὰ ὀπίσω μου.

Δ Βασ. 9,19               Ο βασιλεύς έστειλεν άλλον δεύτερον έφιππον αγγελιαφόρον, ο οποίος ήλθε προς τον Ιού και τον ηρώτησεν· “αυτά λέγει ο βασιλεύς· Ερχεσαι με ειρηνικόν σκοπόν;” Ο δε Ιού του απήντησε· “τι συ ενδιαφέρεσαι δια την ειρήνην; Ελα και συ κοντά μου”.

Δ Βασ. 9,20        καὶ ἀπήγγειλεν ὁ σκοπὸς λέγων· ἦλθεν ἕως αὐτῶν καὶ οὐκ ἀνέστρεψε· καὶ ὁ ἄγων ἦγε τὸν Ἰοὺ υἱὸν Ναμεσσί, ὅτι ἐν παραλλαγῇ ἐγένετο.

Δ Βασ. 9,20              Ο φρουρός της πόλεως ανήγγειλε δια δευτέραν φοράν και είπε προς τον βασιλέα· “ο δεύτερος έφιππος αγγελιαφόρος έφθασε μέχρις εκείνων, αλλά δεν επανήλθε”. Και ο ιππεύς Ιού, υιός του Ναμεσσί έτρεχε με αλλόφρονα καλπασμόν προς την πόλιν.

Δ Βασ. 9,21        καὶ εἶπεν Ἰωράμ· ζεῦξον· καὶ ἔζευξεν ἅρμα. καὶ ἐξῆλθεν Ἰωρὰμ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ὀχοζίας βασιλεὺς Ἰούδα, ἀνὴρ ἐν τῷ ἅρματι αὐτοῦ, καὶ ἐξῆλθον εἰς ἀπαντὴν Ἰοὺ καὶ εὗρον αὐτὸν ἐν τῇ μερίδι Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου.

Δ Βασ. 9,21               Εκ τούτου ο βασιλεύς Ιωράμ υπωπτεύθη κάποιον κακόν και είπε· “ζεύξε το άρμα μου”. Ο υπηρέτης του έζευξε το πολεμικόν άρμα. Εβγήκεν ο βασιλεύς του Ισραήλ Ιωράμ. Μαζή του δε εξήλθε και ο βασιλεύς Ιούδα, ο Οχοζίας, ο καθένας από αυτούς στο ιδικόν του άρμα και εξήλθον εις απάντησιν του Ιού. Συνήντησαν δε αυτόν στον αγρόν του Ναβουθαί, του Ιεζραηλίτου.

Δ Βασ. 9,22        καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν Ἰωρὰμ τὸν Ἰού, καὶ εἶπεν· εἰ εἰρήνη Ἰού; καὶ εἶπεν Ἰού· τί εἰρήνη; ἔτι αἱ πορνεῖαι Ἰεζάβελ τῆς μητρός σου καὶ τὰ φάρμακα αὐτῆς τὰ πολλά.

Δ Βασ. 9,22              Οταν ο Ιωράμ είδε τον Ιού, τον ηρώτησεν· “ειρηνικός είναι ο σκοπός της επισκέψεώς σου;” Ο δε Ιού του απήντησε· “τι ειρήνη και ειρήνη; Ακόμη μένουν η διαφθορά και η ασέβεια Ιεζάβελ της μητρός σου και αι μαγείαι αυτής αι πάρα πολλαί. Εφθασεν ο καιρός της τιμωρίας”.

Δ Βασ. 9,23        καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωρὰμ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ φυγεῖν καὶ εἶπε πρὸς Ὀχοζίαν· δόλος, Ὀχοζία.

Δ Βασ. 9,23              Ο Ιωράμ αμέσως εγύρισε τα ηνία του άρματος να φύγη και είπε προς τον Οχοζίαν· “Οχοζία, πρόκειται περί συνωμοσίας”.

Δ Βασ. 9,24        καὶ ἔπλησεν Ἰοὺ τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐν τῷ τόξῳ καὶ ἐπάταξε τὸν Ἰωρὰμ ἀνὰ μέσον τῶν βραχιόνων αὐτοῦ, καὶ ἐξῆλθε τὸ βέλος αὐτοῦ διὰ τῆς καρδίας αὐτοῦ, καὶ ἔκαμψεν ἐπὶ τὰ γόνατα αὐτοῦ.

Δ Βασ. 9,24              Ο Ιού επήρεν στο χέρι του το τόξον, εκτύπησε με το βέλος τον Ιωράμ ανάμεσα εις τις δύο πλάτες και το βέλος εβγήκεν δια της καρδίας του. Ο Ιωράμ εγονάτισεν επάνω στο άρμα του και απέθανεν αμέσως.

Δ Βασ. 9,25        καὶ εἶπε πρὸς Βαδεκὰρ τὸν τριστάτην αὐτοῦ· ῥῖψον αὐτὸν ἐν τῇ μερίδι ἀγροῦ Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου· ὅτι μνημονεύω, ἐγὼ καὶ σὺ ἐπιβεβηκότες ἐπὶ ζεύγη ὀπίσω Ἀχαὰβ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ Κύριος ἔλαβεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ λῆμμα τοῦτο λέγων·

Δ Βασ. 9,25              Ο Ιού είπεν στον αξιωματικόν της συνοδείας του, τον Βαδεκάρ· “ρίξε το πτώμα του Ιωράμ στον αγρόν του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου. Διότι ενθυμούμαι, όταν εγώ και συ έφιπποι ηκολουθήσαμεν ως συνοδοί Αχαάβ τον πατέρα αυτού, ο Κυριος είχε προαναγγείλει αυτήν την τιμωρίαν εναντίον του λέγων·

Δ Βασ. 9,26        εἰ μὴ τὰ αἵματα Ναβουθαὶ καὶ τὰ αἵματα τῶν υἱῶν αὐτοῦ εἶδον ἐχθές, φησὶ Κύριος, καὶ ἀνταποδώσω αὐτῷ ἐν τῇ μερίδι ταύτῃ, φησὶ Κύριος· καὶ νῦν ἄρας δὴ ῥῖψον αὐτὸν ἐν τῇ μερίδι κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου.

Δ Βασ. 9,26              Οπως είδον χθες τα αίματα του Ναβουθαί και των υιών του να χύνωνται από τούτον, λέγει ο Κυριος, έτσι θα του ανταποδώσω την αδικίαν, που διέπραξεν, στον ίδιον ακριβώς αγρόν. Και τώρα πάρε το νεκρόν σώμα και ρίξε το στον αγρόν αυτόν σύμφωνα με τον λόγον του Κυρίου”.

 

                                    Ο Ιού θανατώνει τον Οχοζία

Δ Βασ. 9,27        καὶ Ὀχοζίας βασιλεὺς Ἰούδα εἶδε καὶ ἔφυγεν ὁδὸν Βαιθαγγάν, καὶ ἐδίωξεν ὀπίσω αὐτοῦ Ἰοὺ καὶ εἶπε· καί γε αὐτόν· καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν πρὸς τῷ ἅρματι ἐν τῷ ἀναβαίνειν Γαΐ, ἥ ἐστιν Ἰεβλαάμ, καὶ ἔφυγεν εἰς Μαγεδδὼ καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ.

Δ Βασ. 9,27              Ο βασιλεύς των Ιουδαίων, ο Οχοζίας, όταν είδε το τραγικόν γεγονός, έφυγε πανικόβλητος ακολουθών την οδόν προς Βαιθαγγάν, αλλά ο Ιού με τους στρατιώτας του τον κατεδίωξε και είπεν εις ένα από τους στρατιώτας του· “και αυτόν εκτελέσατε”. Και πράγματι ένας στρατιώτης εκτύπησεν αυτόν στο άρμα του, όταν ανέβαινεν εις την πόλιν Γαϊ, η οποία ευρίσκεται πλησίον της Ιεβλαάμ. Εφυγε δε με το άρμα του πληγωμένος εις Μαγεδδώ ο Οχοζίας, όπου και απέθανε.

Δ Βασ. 9,28        καὶ ἐπεβίβασαν αὐτὸν οἱ παῖδες αὐτοῦ ἐπὶ τὸ ἅρμα καὶ ἤγαγον αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν τῷ τάφῳ αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ.

Δ Βασ. 9,28              Οι δούλοι του τον απέθεσαν νεκρόν στο άρμα του, τον έφεραν εις την Ιερουσαλήμ και τον έθαψαν στον τάφον του εις την πόλιν του Δαυίδ.

Δ Βασ. 9,29        καὶ ἐν ἔτει ἑνδεκάτῳ Ἰωρὰμ βασιλέως Ἰσραὴλ ἐβασίλευσεν Ὀχοζίας ἐπὶ Ἰούδαν.

Δ Βασ. 9,29              Κατά το ενδέκατον έτος του Ιωράμ, βασιλέως του ισραηλιτικού λαού, εβασίλευσεν ο Οχοζίας στο βασίλειον του Ιούδα.

 

                                    Ο Ιού θανατώνει την Ιεζάβελ            

Δ Βασ. 9,30        καὶ ἦλθεν Ἰοὺ ἐπὶ Ἰεζράελ· καὶ Ἰεζάβελ ἤκουσε καὶ ἐστιμίσατο τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς καὶ ἠγάθυνε τὴν κεφαλὴν αὐτῆς καὶ διέκυψε διὰ τῆς θυρίδος.

Δ Βασ. 9,30              Ο Ιού εισήλθεν εις την πόλιν Ιεζράελ. Η Ιεζάβελ ήκουσε τα γεγονότα αυτά, έβαψε μαύρα τα βλέφαρά της, εστόλισε την κεφαλήν της και έκυψεν από το παράθυρον του ανακτόρου της.

Δ Βασ. 9,31        καὶ Ἰοὺ εἰσεπορεύετο ἐν τῇ πόλει καὶ εἶπεν· εἰ εἰρήνη, Ζαμβρὶ ὁ φονευτὴς τοῦ κυρίου αὐτοῦ;

Δ Βασ. 9,31               Ο Ιού την ώραν εκείνην εισήρχετο εις την πόλιν. Η Ιεζάβελ είπε προς αυτόν ειρωνικώς· “είναι ειρηνική η εισοδός σου, όμοιε με τον Ζαμβρί, που εδολοφόνησε τον κύριόν του;”

Δ Βασ. 9,32        καὶ ἐπῆρε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ εἰς τὴν θυρίδα καὶ εἶδεν αὐτὴν καὶ εἶπε· τίς εἶ σύ; κατάβηθι μετ᾿ ἐμοῦ. καὶ κατέκυψαν πρὸς αὐτὸν δύο εὐνοῦχοι·

Δ Βασ. 9,32              Ο Ιού εσήκωσε το πρόσωπόν του προς το παράθυρον, είδεν αυτήν και είπε· “ποιά είσαι συ; Κατέβα κάτω προς εμέ”. Εσκυψαν προς αυτόν από το παράθυρον δύο ευνούχοι.

Δ Βασ. 9,33        καὶ εἶπε· κυλίσατε αὐτήν, καὶ ἐκύλισαν αὐτήν, καὶ ἐῤῥαντίσθη τοῦ αἵματος αὐτῆς πρὸς τὸν τοῖχον καὶ πρὸς τοὺς ἵππους, καὶ συνεπάτησαν αὐτήν.

Δ Βασ. 9,33              Ο Ιού τους είπε· “κυλίσατε αυτήν κάτω”. Και την εκύλισαν πράγματι. Το δε αίμα της ερράντισε τον τοίχον και τους ίππους, οι οποίοι και την εποδοπάτησαν.

Δ Βασ. 9,34        καὶ εἰσῆλθε καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε καὶ εἶπεν· ἐπισκέψασθε δὴ τὴν κατηραμένην ταύτην καὶ θάψατε αὐτήν, ὅτι θυγάτηρ βασιλέως ἐστί.

Δ Βασ. 9,34              Ο Ιού εισήλθεν στον οίκον, έφαγεν, έπιε και είπε· “πηγαίνετε, λοιπόν, προς την κατηραμένην αυτήν γυναίκα και θάψατέ την, διότι επί τέλους είναι θυγάτηρ βασιλέως”.

Δ Βασ. 9,35        καὶ ἐπορεύθησαν θάψαι αὐτὴν καὶ οὐχ εὗρον ἐν αὐτῇ ἄλλο τι ἢ τὸ κρανίον καὶ οἱ πόδες καὶ τὰ ἴχνη τῶν χειρῶν.

Δ Βασ. 9,35              Εκείνοι μετέβησαν, δια να την θάψουν και δεν ευρήκαν τίποτε άλλο από το σώμα της παρά μόνον το κρανίον, τα πόδια της και τας παλάμας από τας χείρας της.

Δ Βασ. 9,36        καὶ ἐπέστρεψαν καὶ ἀνήγγειλαν αὐτῷ, καὶ εἶπε· λόγος Κυρίου, ὃν ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιοὺ τοῦ Θεσβίτου λέγων· ἐν τῇ μερίδι Ἰεζράελ καταφάγονται οἱ κύνες τὰς σάρκας Ἰεζάβελ,

Δ Βασ. 9,36              Επέστρεψαν και ανήγγειλαν στον Ιού αυτά. Ο Ιού είπεν· “εξεπληρώθη του Κυρίου η προφητεία, την οποίαν ελάλησε δια του Ηλιού του Θεσβίτου λέγων· Εις τον αγρόν, που ευρίσκεται εις Ιεζράελ, εκεί θα φάγουν οι κύνες τας σάρκας της Ιεζάβελ.

Δ Βασ. 9,37        καὶ ἔσται τὸ θνησιμαῖον Ἰεζάβελ ὡς κοπρία ἐπὶ προσώπου τοῦ ἀγροῦ ἐν τῇ μερίδι Ἰεζράελ, ὥστε μὴ εἰπεῖν αὐτοὺς Ἰεζάβελ.

Δ Βασ. 9,37              Το δε πτώμα της θα είναι ωσάν κοπριά στον αγρόν της περιοχής Ιεζράελ. Θα υποστή δε τέτοιαν παραμόρφωσιν, ώστε δεν θα ημπορή να είπη κανείς ότι αυτή είναι η Ιεζάβελ”.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10- Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥ ΣΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ

                                    Ο Ιού εξοντώνει τους απογόνους του Αχαάβ

Δ Βασ. 10,1        Καὶ τῷ Ἀχαὰβ ἑβδομήκοντα υἱοὶ ἐν Σαμαρείᾳ. καὶ ἔγραψεν Ἰοὺ βιβλίον καὶ ἀπέστειλεν ἐν Σαμαρείᾳ πρὸς τοὺς ἄρχοντας Σαμαρείας καὶ πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ πρὸς τοὺς τιθηνοὺς Ἀχαὰβ λέγων·

Δ Βασ. 10,1               Εις την Σαμάρειαν εζούσαν εβδομήκοντα απόγονοι του Αχαάβ. Ο Ιού έγραψεν επιστολήν, την οποίον και έστειλεν εις την Σαμάρειαν, προς τους άρχοντας της Σαμάρειας, προς τους πρεσβυτέρους και προς τους τροφούς των υιών του Αχαάβ, παραγγέλλων τα εξής·

Δ Βασ. 10,2        καὶ νῦν ὡς ἂν ἔλθῃ τὸ βιβλίον τοῦτο πρὸς ὑμᾶς, καὶ μεθ᾿ ὑμῶν οἱ υἱοὶ τοῦ κυρίου ὑμῶν καὶ μεθ᾿ ὑμῶν τὸ ἅρμα καὶ οἱ ἵπποι καὶ πόλεις ὀχυραὶ καὶ τὰ ὅπλα,

Δ Βασ. 10,2               “όταν έλθη εις χείρας σας η επιστολή αυτή, μαζή σας θα ευρίσκονται τα παιδιά του βασιλέως σας, του Αχαάβ· μαζή σας επίσης θα είναι τα πολεμικά άρματα, το ιππικόν, αι οχυραί πόλεις και τα όπλα.

Δ Βασ. 10,3        καὶ ὄψεσθε τὸν ἀγαθὸν καὶ τὸν εὐθῆ ἐν τοῖς υἱοῖς τοῦ κυρίου ὑμῶν καὶ καταστήσετε αὐτὸν ἐπὶ τὸν θρόνον τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ πολεμεῖτε ὑπὲρ τοῦ οἴκου τοῦ κυρίου ὑμῶν.

Δ Βασ. 10,3               Ιδέτε και εκλέξετε σστον καλύτερον, τον περισσότερον ευάρεστον εις σας μεταξύ των υιών του κυρίου σας, και καταστήσατε αυτόν βασιλέα στον θρόνον του πατρός του. Εξέλθετε, λοιπόν, εις πόλεμον μαζή με αυτόν εναντίον μου, δια να υπερασπίσετε τον βασιλικόν οίκον του κυρίου σας”.

Δ Βασ. 10,4        καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα καὶ εἶπον· ἰδοὺ οἱ δύο βασιλεῖς οὐκ ἔστησαν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ πῶς στησόμεθα ἡμεῖς;

Δ Βασ. 10,4               Εκείνοι εφοβήθησαν πάρα πολύ και είπαν· “ιδού, οι δύο βασιλείς, ο Ιωράμ και ο Οχοζίας, δεν ημπόρεσαν να αντισταθούν ενώπιον της δυνάμεως του Ιού, και πως ημείς θα αντισταθώμεν εναντίον του;”

Δ Βασ. 10,5        καὶ ἀπέστειλαν οἱ ἐπὶ τοῦ οἴκου καὶ οἱ ἐπὶ τῆς πόλεως καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ τιθηνοὶ πρὸς Ἰοὺ λέγοντες· παῖδές σου καὶ ἡμεῖς, καὶ ὅσα ἐὰν εἴπῃς πρὸς ἡμᾶς, ποιήσομεν· οὐ βασλεύσομεν ἄνδρα, τὸ ἀγαθὸν ἐν ὀφθαμοῖς σου ποιήσομεν.

Δ Βασ. 10,5               Οι άρχοντες, λοιπόν, του βασιλικού οίκου και της πόλεως Σαμαρείας και οι πρεσβύτεροι, και οι υπεύθυνοι δια την διατροφήν και ανατροφήν των υιών του βασιλέως, απήντησαν προς τον Ιού και του είπαν· “ημείς είμεθα δούλοι σου. Και όσα εάν μας διατάξης, θα κάμωμεν. Δεν θέλομεν να αναδείξωμεν άλλον άνδρα ως βασιλέα μας. Αλλά θα πράξωμεν ο,τι είναι αρεστόν ενώπιόν σου”.

Δ Βασ. 10,6        καὶ ἔγραψε πρὸς αὐτοὺς Ἰοὺ βιβλίον δεύτερον λέγων· εἰ ἐμοὶ ὑμεῖς, καὶ τῆς φωνῆς μου ὑμεῖς εἰσακούετε, λάβετε τὴν κεφαλὴν ἀνδρῶν τῶν υἱῶν τοῦ κυρίου ὑμῶν καὶ ἐνέγκατε πρός με ὡς ἡ ὥρα αὔριον ἐν Ἰεζράελ. καὶ οἱ υἱοὶ τοῦ βασιλέως ἦσαν ἑβδομήκοντα ἄνδρες· οὗτοι ἁδροὶ τῆς πόλεως ἐξέτρεφον αὐτούς.

Δ Βασ. 10,6               Ο Ιού έστειλε δευτέραν επιστολήν προς αυτούς λέγων· “εάν πράγματι σεις είσθε ιδικοί μου και υπακούετε εις τας εντολάς μου, πάρετε τας κεφαλάς των ανδρών, των υιών του κυρίου σας, και αύριον κατά την αυτήν ώραν φέρετέ τας προς εμέ εις Ιεζράελ”. Οι δε υιοί του βασιλέως Αχαάβ ήσαν εβδομήκοντα άνδρες, τους οποίους οι επίσημοι της πόλεως διέτρεφον.

Δ Βασ. 10,7        καὶ ἐγένετο ὡς ἦλθε τὸ βιβλίον πρὸς αὐτούς, καὶ ἔλαβον τοὺς υἱοὺς τοῦ βασιλέως καὶ ἔσφαξαν αὐτούς, ἑβδομήκοντα ἄνδρας, καὶ ἔθηκαν τὰς κεφαλὰς αὐτῶν ἐν καρτάλλοις καὶ ἀπέστειλαν αὐτὰς πρὸς αὐτὸν εἰς Ἰεζράελ.

Δ Βασ. 10,7               Οταν η επιστολή έφθασε προς αυτούς, επήραν εκείνοι τους απογόνους του βασιλέως, τους έσφαξαν εν όλω εβδομήκοντα άνδρας, έθεσαν τας κεφαλάς των εις κάνιστρα και τας έστειλαν προς τον Ιού, εις την Ιεζράελ.

Δ Βασ. 10,8        καὶ ἦλθεν ὁ ἄγγελος καὶ ἀπήγγειλε λέγων· ἤνεγκαν τὰς κεφαλὰς τῶν υἱῶν τοῦ βασιλέως· καὶ εἶπε· θέτε αὐτὰς βουνοὺς δύο παρὰ τὴν θύραν τῆς πύλης εἰς πρωΐ.

Δ Βασ. 10,8               Ηλθεν αγγελιαφόρος προς τον Ιού και του ανήγγειλεν· “έφεραν τας κεφαλάς των απογόνων του βασιλέως Αχαάβ”. Εκείνος δε απήντησε· “θέσατε τας εις δύο σωρούς πλησίον εις την θύραν της πύλης της πόλεως έως το πρωϊ”.

Δ Βασ. 10,9        καὶ ἐγένετο πρωΐ καὶ ἐξῆλθε καὶ ἔστη ἐν τῷ πυλῶνι τῆς πόλεως καὶ εἶπε πρὸς πάντα τὸν λαόν· δίκαιοι ὑμεῖς· ἰδοὺ ἐγώ εἰμι συνεστράφην ἐπὶ τὸν κύριόν μου καὶ ἀπέκτεινα αὐτόν· καὶ τίς ἐπάταξε πάντας τούτους;

Δ Βασ. 10,9               Οταν έγινε πρωι, εβγήκεν ο Ιού και εστάθη εις την πύλην της πόλεως και είπε προς όλον τον συγκεντρωθέντα εκεί λαόν· “σεις είσθε δίκαιοι κριταί. Ιδού εγώ επανεστάτησα εναντίον του κυρίου μου, του βασιλέως Ιωράμ, και τον εφόνευσα. Αυτούς όμως εδώ ποιός τους εφόνευσε;

Δ Βασ. 10,10      ἴδετε ἀφφώ, ὅτι οὐ πεσεῖται ἀπὸ τοῦ ῥήματος Κυρίου εἰς τὴν γῆν, οὗ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ τὸν οἶκον Ἀχαάβ· καὶ Κύριος ἐποίησεν ὅσα ἐλάλησεν ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Ἠλιού.

Δ Βασ. 10,10             Προσέξατε, λοιπόν, και ίδετε ότι καμμία από τας προφητείας, τας οποίας ο Κυριος μίλησε εναντίον του οίκου του Αχαάβ, δεν έπεσεν εις την γην απραγματοποίητος. Ο Κυριος επραγματοποίησεν όσα προανήγγειλε δια μέσου του δούλου του του Ηλιού εναντίον του Αχαάβ”.

Δ Βασ. 10,11      καὶ ἐπάταξεν Ἰοὺ πάντας τοὺς καταλειφθέντας ἐν τῷ οἴκῳ Ἀχαὰβ ἐν Ἰεζράελ καὶ πάντας τοὺς ἁδροὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς γνωστοὺς αὐτοῦ καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ ὥστε μὴ καταλιπεῖν αὐτοῦ κατάλειμμα.

Δ Βασ. 10,11              Ο Ιού εφόνευσεν επίσης όλους τους εναπομείναντος απογόνους του οίκου Αχαάβ εις Ιζράελ και όλους τους αξιωματούχους ανθρώπους του και τους γνωστούς του και τους ιερείς αυτού, ώστε να μη απομείνη κανένας απόγονος από τον οίκον Αχαάβ.

Δ Βασ. 10,12      Καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς Σαμάρειαν, αὐτὸς ἐν Βαιθακὰδ τῶν ποιμένων ἐν τῇ ὁδῷ,

Δ Βασ. 10,12             Επειτα από τα γεγονότα αυτά εσηκώθη και επορεύθη εις την Σαμάρειαν εις Βαιθακάδ, η οποία ήτο πόλις των ποιμένων παρά την οδόν.

Δ Βασ. 10,13      καὶ Ἰοὺ εὗρε τοὺς ἀδελφοὺς Ὀχοζίου βασιλέως Ἰούδα καὶ εἶπε· τίνες ὑμεῖς; καὶ εἶπον· ἀδελφοὶ Ὀχοζίου ἡμεῖς καὶ κατέβημεν εἰς εἰρήνην τῶν υἱῶν τοῦ βασιλέως καὶ τῶν υἱῶν τῆς δυναστευούσης.

Δ Βασ. 10,13             Εκεί συνήντησε τους αδελφούς του Οχοζίου, του βασιλέως των Ιουδαίων, και τους ηρώτησε· “ποίοι είσθε σεις;” Εκείνοι δε του απήντησαν· “ημείς είμεθα αδελφοί του Οχοζίου και κατεβαίνομεν, δια να χαιρετήσωμεν τους υιούς του βασιλέως και της βασιλίσσης”.

Δ Βασ. 10,14      καὶ εἶπε· συλλάβετε αὐτοὺς ζῶντας· καὶ ἔσφαξαν αὐτοὺς εἰς Βαιθακάδ, τεσσαράκοντα καὶ δύο ἄνδρας, οὐ κατέλιπεν ἄνδρα ἐξ αὐτῶν.

Δ Βασ. 10,14             Ο Ιού διέταξε· “συλλάβετε αυτούς ζώντας”. Τους συνέλαβαν και τους έσφαξαν εις Βαιθακάδ, τεσσαράκοντα δύο άνδρας εν όλω. Κανένας από αυτούς δεν υπελείφθη ζωντανός.

Δ Βασ. 10,15      καὶ ἐπορεύθη ἐκεῖθεν καὶ εὗρε τὸν Ἰωναδὰβ υἱὸν Ῥηχὰβ εἰς ἀπαντὴν αὐτοῦ, καὶ ηὐλόγησεν αὐτόν. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἰού· εἰ ἔστι καρδία σου μετὰ καρδίας μου εὐθεῖα καθὼς ἡ καρδία μου μετὰ τῆς καρδίας σου; καὶ εἶπεν Ἰωναδάβ· ἔστι. καὶ εἶπεν Ἰού· καὶ εἰ ἔστι, δὸς τὴν χεῖρά σου. καὶ ἔδωκε τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἀνεβίβασεν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα

Δ Βασ. 10,15             Από εκεί ο Ιού επορεύθη και συνήντησε τον Ιωναδάβ, υιόν του Ρηχάβ, τον εχαιρέτησεν ειρηνικώς και τον ηρώτησεν· “η καρδιά σου είναι ειλικρινώς μαζή με την ιδικήν μου καρδιάν, όπως η καρδιά μου είναι με την ιδικήν σου καρδιάν;” Ο Ιωναδάβ απήντησεν· “είναι”. Ο Ιού είπε πάλιν προς αυτόν· “εάν είναι, δος μου το χέρι σου”. Του έδωκε το χέρι ο δε Ιού τον ανεβίβασεν στο άρμα του και τον εκάθησε πλησίον του.

Δ Βασ. 10,16      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· δεῦρο μετ᾿ ἐμοῦ καὶ ἰδὲ ἐν τῷ ζηλῶσαί με τῷ Κυρίῳ Σαββαὼθ καὶ ἐπεκάθισεν αὐτὸν ἐν τῷ ἅρματι αὐτοῦ.

Δ Βασ. 10,16             Είπε δε ο Ιού προς τον Ιωναδάβ· “έλα μαζή μου και θα ιδής τον ζήλον, με τον οποίον υπηρετώ τον Κυριον Σαββαώθ”. Ο Ιού έβαλεν αυτόν να καθήση στο πολεμικόν του άρμα.

Δ Βασ. 10,17      καὶ εἰσῆλθεν εἰς Σαμάρειαν καὶ ἐπάταξε πάντας τοὺς καταλειφθέντας τοῦ Ἀχαὰβ ἐν Σαμαρείᾳ ἕως τοῦ ἀφανίσαι αὐτὸν κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησε πρὸς Ἠλιού.

Δ Βασ. 10,17             Εισήλθεν εις την Σαμάρειαν, όπου και εφόνευσεν όλους τους απομείναντας από τους απογόνους του Αχαάβ εις την Σαμάρειαν, μέχρις ότου τους εξηφάνισεν όλους, σύμφωνα με την προφητείαν του Κυρίου, την οποίαν είπε προς τον προφήτην Ηλίαν.

 

                                    Ο Ιού καταργεί τη λατρεία του Βάαλ

Δ Βασ. 10,18      Καὶ συνήθροισεν Ἰοὺ πάντα τὸν λαὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἀχαὰβ ἐδούλευσε τῷ Βάαλ ὀλίγα, Ἰοὺ δουλεύσει αὐτῷ πολλά·

Δ Βασ. 10,18             Ο Ιού συνεκέντρωσεν όλον τον λαόν και είπε προς αυτούς· “ο Αχαάβ ολίγον ελάτρευσε τον θεόν Βααλ και τον υπηρέτησε. Εγώ όμως ο Ιού θα λατρεύσω αυτόν περισσότερον”.

Δ Βασ. 10,19      καὶ νῦν, πάντες οἱ προφῆται τοῦ Βάαλ, πάντας τοὺς δούλους αὐτοῦ καὶ τοὺς ἱερεῖς αὐτοῦ καλέσατε πρός με, ἀνὴρ μὴ ἐπισκεπήτω, ὅτι θυσία μεγάλη μοι τῷ Βάαλ· πᾶς, ὃς ἐὰν ἐπισκεπῇ, οὐ ζήσεται. καὶ Ἰοὺ ἐποίησεν ἐν πτερνισμῷ, ἵνα ἀπολέσῃ τοὺς δούλους τοῦ Βάαλ.

Δ Βασ. 10,19             Και τώρα καλέσατε εδώ προς εμέ όλους τους προφήτας του Βααλ, όλους τους ιερείς και γενικώς όλους εκείνους οι οποίοι ελάτρευον αυτόν. Κανείς να μη απουσιάση, διότι εγώ θα προσφέρω μεγάλην θυσίαν στον Βααλ. Εκείνος ο οποίος θα απουσιάση, δεν θα ζήση θα εκτελεσθή”. Ο Ιού έκαμε τούτο με την υστερόβουλον σκέψιν να εξολοθρεύση όλους όσοι ελάτρευον τον Βααλ.

Δ Βασ. 10,20      καὶ εἶπεν Ἰού· ἁγιάσατε ἱερείαν τῷ Βάαλ· καὶ ἐκήρυξαν.

Δ Βασ. 10,20            Ο Ιού διέταξε· “προκηρύξατε επίσημον συγκέντρωσιν προς τιμήν του Βααλ”. Εκείνοι δε προεκήρυξαν.

Δ Βασ. 10,21      καὶ ἀπέστειλεν Ἰοὺ ἐν παντὶ Ἰσραὴλ λέγων· καὶ νῦν πάντες οἱ δοῦλοι καὶ πάντες οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ προφῆται αὐτοῦ, μηδεὶς ἀπολειπέσθω, ὅτι θυσίαν μεγάλην ποιῶ· ὃς ἂν ἀπολειφθῇ, οὐ ζήσεται. καὶ ἦλθον πάντες οἱ δοῦλοι τοῦ Βάαλ καὶ πάντες οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ προφῆται αὐτοῦ· οὐ κατελείφθη ἀνήρ, ὅς οὐ παρεγένετο. καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν οἶκον τοῦ Βάαλ, καὶ ἐπλήσθη ὁ οἶκος τοῦ Βάαλ στόμα εἰς στόμα.

Δ Βασ. 10,21             Ο Ιού έστειλε διαταγήν προς όλους τους Ισραηλίτας λέγων· “λοιπόν, όλοι οι λατρεύοντες τον Βααλ, οι ιερείς αυτού και οι προφήται αυτού, ας έλθουν εις την συγκέντρωσιν. Κανείς ας μη λείψη, διότι εγώ θα προσφέρω θυσίαν μεγάλην. Εάν κανείς απουσιάση, θα εκτελεσθή”. Και συνεκεντρώθησαν πράγματι όλοι οι λάτρστου Βααλ και όλοι οι ιερείς αυτού και όλοι οι προφήται του. Δεν απέμεινεν ούτε ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν προσήλθεν. Εισήλθον δε όλοι στον ναόν του Βααλ και εγέμισεν ο ναός του Βααλ τόσον, ώστε το στόμα του ενός ήγγιζεν στο στόμα του άλλου.

Δ Βασ. 10,22      καὶ εἶπεν Ἰοὺ τῷ ἐπὶ τοῦ οἴκου μεσθάαλ· ἐξάγαγε ἔνδυμα πᾶσι τοῖς δούλοις τοῦ Βάαλ· καὶ ἐξήνεγκεν αὐτοῖς ὁ στολιστής.

Δ Βασ. 10,22            Ο Ιού είπεν στον σκευοφύλακα του ναού του Βααλ· “βγάλε τα ιερά άμφια και δώσε αυτά στους λατρεύοντας τον Βααλ”. Ο σκευοφύλαξ τα έβγαλε και τα έδωσεν εις αυτούς.

Δ Βασ. 10,23      καὶ εἰσῆλθεν Ἰοὺ καὶ Ἰωναδὰβ υἱὸς Ῥηχὰβ εἰς οἶκον τοῦ Βάαλ καὶ εἶπε τοῖς δούλοις τοῦ Βάαλ· ἐρευνήσατε καὶ ἴδετε, εἰ ἔστι μεθ᾿ ὑμῶν τῶν δούλων Κυρίου, ὅτι ἀλλ᾿ ἢ οἱ δοῦλοι τοῦ Βάαλ μονώτατοι.

Δ Βασ. 10,23            Ο Ιού εισήλθε τότε μαζή με τον Ιωναδάβ, υιόν του Ρηχάβ, στον ναόν του Βααλ και είπεν στους λατρεύοντας τον Βααλ· “ερευνήσατε και ίδετε, μήπως υπάρχει μεταξύ σας κανείς άνθρωπος, ο οποίος πιστεύει στον Κυριον του Ισραήλ, διότι εδώ μέσα πρέπει να ευρίσκωνται μόνον και μόνον οι πιστοί του Βααλ”.

Δ Βασ. 10,24      καὶ εἰσῆλθε τοῦ ποιῆσαι τὰ θύματα καὶ τὰ ὁλοκαυτώματα. καὶ Ἰοὺ ἔταξεν ἑαυτῷ ἔξω ὀγδοήκοντα ἄνδρας καὶ εἶπεν· ἀνήρ, ὃς ἐὰν διασωθῇ ἀπὸ τῶν ἀνδρῶν, ὧν ἐγὼ ἀνάγω ἐπὶ χεῖρα ὑμῶν, ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἀντὶ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ.

Δ Βασ. 10,24            Εισήλθε και ο Ιού στον ναόν, τάχα δια να προσφέρη θυσίας και ολοκαυτώματα. Εν τω μεταξύ διέταξε να ευρίσκονται έξω από τον ναόν ογδοήκοντα άνδρες και είπε προς αυτούς· “εάν κανείς από τους άνδρας, τους οποίους εγώ θα παραδώσω εις τα χέρια σας, διασωθή, θα πληρώσετε με την ιδικήν σας ζωήν την ζωήν εκείνου”.

Δ Βασ. 10,25      καὶ ἐγένετο ὡς συνετέλεσε ποιῶν τὴν ὁλοκαύτωσιν, καὶ εἶπεν Ἰοὺ τοῖς παρατρέχουσι καὶ τοῖς τριστάταις· εἰσελθόντες πατάξατε αὐτούς, μὴ ἐξελθάτω ἐξ αὐτῶν ἀνήρ· καὶ ἐπάταξαν αὐτοὺς ἐν στόματι ῥομφαίας, καὶ ἔῤῥιψαν οἱ παρατρέχοντες καὶ οἱ τριστάται καὶ ἐπορεύθησαν ἕως πόλεως οἴκου τοῦ Βάαλ.

Δ Βασ. 10,25            Οταν ο Ιού ετελείωσε την θυσίαν του ολοκαυτώματος, είπεν εις την σωματοφυλακήν του και τους αξιωματικούς του· “εισέλθετε στον ναόν του Βααλ και φονεύσατε όλους. Κανείς από αυτούς δεν πρέπει να εξέλθη ζωντανός”. Εκείνοι επέρασαν όλους εν στόματι ρομφαίας. Αφού δε η βασιλική φρουρά του Ιού και οι αξιωματικοί του έρριψαν αυτούς κάτω νεκρούς, εισήλθον στο εσωτερικόν μέρος του ναού του Βααλ.

Δ Βασ. 10,26      καὶ ἐξήνεγκαν τὴν στήλην τοῦ Βάαλ καὶ ἐνέπρησαν αὐτήν.

Δ Βασ. 10,26            Απ' εκεί έβγαλαν έξω το άγαλμα του Βααλ και το παρέδωσαν στο πυρ.

Δ Βασ. 10,27      καὶ κατέσπασαν τὰς στήλας τοῦ Βάαλ καὶ ἔταξαν αὐτὸν εἰς λυτρῶνα ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.

Δ Βασ. 10,27            Ακόμη δε και τα άλλα μικρότερα αγάλματα του Βααλ κατέρριψαν και συνέτριψαν, ερήμωσαν τον ναόν και ώρισαν αυτόν ως τόπον απορριμμάτων, όπως και είναι μέχρι της ημέρας αυτής.

Δ Βασ. 10,28      Καὶ ἠφάνισεν Ἰοὺ τὸν Βάαλ ἐξ Ἰσραήλ·

Δ Βασ. 10,28            Ετσι ο Ιού εξηφάνισε τον θεόν Βααλ εκ μέσου του Ισραηλιτικού λαού.

Δ Βασ. 10,29      πλὴν ἁμαρτιῶν Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ, οὐκ ἀπέστη Ἰοὺ ἀπὸ ὄπισθεν αὐτῶν, αἱ δαμάλεις αἱ χρυσαῖ ἐν Βαιθὴλ καὶ ἐν Δάν.

Δ Βασ. 10,29            Αλλά δεν απεμακρύνθη εντελώς ο Ιού από τας αμαρτίας του Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, ο οποίος είχεν εκτρέψει τον ισραηλιτικόν λαόν εις την ασέβειαν. Διότι αι χρυσαί ειδωλολατρικαί δαμάλεις παρέμεναν, όπως και πριν, εις την Βαιθήλ και εις την Δαν.

 

                                    Η βασιλεία του Ιού

Δ Βασ. 10,30      καὶ εἶπε Κύριος πρὸς Ἰού· ἀνθ᾿ ὧν ὅσα ἠγάθυνας ποιῆσαι τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς μου κατὰ πάντα, ὅσα ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἐποίησας τῷ οἴκῳ Ἀχαάβ, υἱοὶ τέταρτοι καθήσονταί σοι ἐπὶ θρόνου Ἰσραήλ.

Δ Βασ. 10,30            Ο Κυριος είπε τότε προς τον Ιού· “δι' όλας τας αγαθάς πράξεις, τας οποίας προθύμως έκαμες ενώπιόν μου, όσα δηλαδή έκαμες σύμφωνα με το θέλημά μου εναντίον του οίκου του Αχαάβ, εγώ θα σε αμείψω. Ιδού τέσσαρες γενεαί σου θα καθήσουν επάνω στον βασιλικόν θρόνον του λαού του Ισραήλ”.

Δ Βασ. 10,31      καὶ Ἰοὺ οὐκ ἐφύλαξε πορεύεσθαι ἐν νόμῳ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἀπέστη ἀπάνωθεν ἁμαρτιῶν Ἱεροβοάμ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ.

Δ Βασ. 10,31             Αλλά ο Ιού δεν επρόσεξεν, ώστε να βαδίση και να ζήση σύμφωνα με τον νόμον του Κυρίου, του Θεού του Ισραηλιτικού λαού, με όλην του την καρδίαν. Δια τούτο δε και δεν απεμακρύνθη από τας αμαρτίας του Ιεροβοάμ, ο οποίος παρέσυρε τον ισραηλιτικόν λαόν εις την ασέβειαν.

Δ Βασ. 10,32      ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἤρξατο Κύριος συγκόπτειν ἐν τῷ Ἰσραήλ, καὶ ἐπάταξεν αὐτοὺς Ἀζαὴλ ἐν παντὶ ὁρίῳ Ἰσραήλ,

Δ Βασ. 10,32            Δι' αυτό και ο Κυριος κατά την εποχήν εκείνην ήρχισε να περικόπτη εδάφη από τον ισραηλιτικόν λαόν. Ο Αζαήλ προσέβαλε τους Ισραηλίτας καθ' όλον το μήκος των συνόρων του βασιλείου των.

Δ Βασ. 10,33      ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου κατ᾿ ἀνατολὰς ἡλίου πᾶσαν τὴν γῆν Γαλαὰδ τοῦ Γαδδὶ καὶ τοῦ Ῥουβὴν καὶ τοῦ Μανασσῆ, ἀπὸ Ἀροήρ, ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ χείλους χειμάῤῥου Ἀρνών, καὶ τὴν Γαλαὰδ καὶ τὴν Βασάν.

Δ Βασ. 10,33             Ηρχισε δε να περικόπτη και αφαιρή εδάφη από την ανατολικήν του Ιορδάνου χώραν. Ετσι κατέλαβεν όλην την χώραν Γαλαάδ της φυλής Γαδ, την περιοχήν των φυλών Ρουβήν και του Μανασσή, από της πόλεως Αροήρ, η οποία ευρίσκεται εις την όχθην του χειμάρρου Αρνών προς νότον, μέχρι και της χώρας Γαλαάδ και Βασάν προς βορράν.

Δ Βασ. 10,34      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰοὺ καὶ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ πᾶσα ἡ δυναστεία αὐτοῦ καὶ τὰς συνάψεις, ἃς συνῆψεν, οὐχὶ ταῦτα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίου λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰσραήλ;

Δ Βασ. 10,34            Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιού και όλα τα κατορθώματά του και αι μάχαι, τας οποίας έκαμε, όλα αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των έργων των βασιλέων του Ισραήλ;

Δ Βασ. 10,35      καὶ ἐκοιμήθη Ἰοὺ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν Σαμαρείᾳ· καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωάχαζ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Δ Βασ. 10,35             Ο Ιού εκοιμήθη με τους προγόνους αυτού και τον έθαψαν εις την Σαμάρειαν. Αντ' αυτού δε έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιωάχαζ.

Δ Βασ. 10,36      καὶ αἱ ἡμέραι, ἃς ἐβασίλευσεν Ἰοὺ ἐπὶ Ἰσραήλ, εἰκοσιοκτὼ ἔτη ἐν Σαμαρείᾳ.

Δ Βασ. 10,36            Τα έτη δέ, κατά τα οποία εβασίλευσεν ο Ιού στον ισραηλιτικόν λαόν με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν, ανήλθον εις είκοσι οκτώ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11- Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΗΣ ΓΟΘΟΛΙΑΣ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

                                     Η βασιλεία της εγκληματικής Γοθολίας στον Ιούδα

Δ Βασ. 11,1        Καὶ Γοθολία ἡ μήτηρ Ὀχοζίου εἶδεν ὅτι ἀπέθανεν ὁ υἱὸς αὐτῆς, καὶ ἀπώλεσε πᾶν τὸ σπέρμα τῆς βασιλείας.

Δ Βασ. 11,1                Η Γοθολία, η μήτηρ του Οχοζίου, όταν είδεν ότι απέθανεν ο υιός της, εξωλόθρευσεν αυτή όλους τους απογόνους της βασιλικής οικογενείας του βασιλείου Ιούδα.

Δ Βασ. 11,2        καὶ ἔλαβεν Ἰωσαβεὲ θυγάτηρ τοῦ βασιλέως Ἰωρὰμ ἀδελφὴ Ὀχοζίου τὸν Ἰωὰς υἱὸν ἀδελφοῦ αὐτῆς καὶ ἔκλεψεν αὐτὸν ἐκ μέσου τῶν υἱῶν τοῦ βασιλέως τῶν θανατουμένων, αὐτὸν καὶ τὴν τροφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ ταμείῳ τῶν κλινῶν, καὶ ἔκρυψεν αὐτὸν ἀπὸ προσώπου Γοθολίας καὶ οὐκ ἐθανατώθη.

Δ Βασ. 11,2               Η Ιωσαβεέ όμως, θυγάτηρ του βασιλέως Ιωράμ και αδελφή του Οχοζίου, απέσυρε κρυφίως τον Ιωάς, υιόν του αδελφού της, από τους άλλους υιούς του βασιλέως, όταν εκείνοι εφονεύοντο. Εθεσε δε αυτόν και την τροφόν του εις ένα δωμάτιον, όπου υπήρχον κλίναι. Εκεί απέκρυψεν αυτόν από την Γοθολίαν και έτσι αυτός δεν εξετελέσθη.

Δ Βασ. 11,3        καὶ ἦν μετ᾿ αὐτῆς κρυβόμενος ἐν οἴκῳ Κυρίου ἕξ ἔτη· καὶ Γοθολία βασιλεύουσα ἐπὶ τῆς γῆς.

Δ Βασ. 11,3                Από εκεί μετέφερεν αυτόν στον οίκον του Κυρίου, όπου έμεινε κρυμμένος μαζή με την τροφόν του επί εξ έτη. Η δε Γοθολία κατά το διάστημα αυτό εβασίλευεν επί του λαού της χώρας.

Δ Βασ. 11,4        καὶ ἐν τῷ ἔτει τῷ ἑβδόμῳ ἀπέστειλεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους τῶν Χοῤῥὶ καὶ τῶν Ῥασίμ, καὶ ἀπήγαγεν αὐτοὺς πρὸς αὐτὸν εἰς οἶκον Κυρίου καὶ διέθετο αὐτοῖς διαθήκην Κυρίου καὶ ὥρκωσεν αὐτοὺς ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἔδειξεν αὐτοῖς Ἰωδαὲ τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως

Δ Βασ. 11,4               Κατά το έβδομον έτος ο αρχιερεύς Ιωδαέ απέστειλε και προσεκάλεσε τους εκατοντάρχους, αξιωματικούς της βασιλικής φρουράς των Χορρί και των Ρασίμ, και έφερεν αυτούς στον οίκον του Κυρίου προς τον κρυμμένον Ιωάς. Εκεί δε συνήψε με αυτούς συμφωνίαν ενώπιον του Κυρίου δια την ανάδειξιν του Ιωάς ως βασιλέως. Τους ώρκισεν ενώπιον του Κυρίου και έδειξεν εις αυτούς ο Ιωδαέ τον υιόν του βασιλέως.

Δ Βασ. 11,5        καὶ ἐνετείλατο αὐτοῖς λέγων· οὗτος ὁ λόγος, ὃν ποιήσετε·

Δ Βασ. 11,5                Εδωσε δε κατόπιν εις αυτούς εντολήν και είπεν· “αυτό είναι το έργον, το οποίον έχετε καθήκον να κάμετε.

Δ Βασ. 11,6        τὸ τρίτον ἐξ ὑμῶν εἰσελθέτω τὸ σάββατον καὶ φυλάξατε φυλακὴν οἴκου τοῦ βασιλέως ἐν τῷ πυλῶνι καὶ τὸ τρίτον ἐν τῇ πύλῃ τῶν ὁδῶν καὶ τὸ τρίτον τῆς πύλης ὀπίσω τῶν παρατρεχόντων· καὶ φυλάξατε τὴν φυλακὴν τοῦ οἴκου.

Δ Βασ. 11,6               Το ένα τρίτον από σας με τους στρατιώτας σας θα προσέλθουν κατά το Σαββατον τούτο και θα φρουρούν το βασιλικόν ανάκτορον ιστάμενοι εις την πύλην των ανακτόρων. Το δεύτερον τμήμα θα ευρίσκεται στοποθεσίαν, που ονομάζεται πύλη οδών. Το δε τρίτον τμήμα θα φρουρή εις την τοποθεσίαν της πύλης, η οποία λέγεται πύλη των στρατιωτών. Από εκεί αυτά θα επιβλέπουν και θα προσέχουν το βασιλικόν ανάκτορον.

Δ Βασ. 11,7        καὶ δύο χεῖρες ἐν ὑμῖν, πᾶς ὁ ἐκπορευόμενος τὸ σάββατον, καὶ φυλάξουσι τὴν φυλακὴν οἴκου Κυρίου πρὸς τὸν βασιλέα·

Δ Βασ. 11,7                Από τα δύο δε ιδικά σας τάγματα το ένα τμήμα θα φρουρή τον οίκον του Κυρίου και τον βασιλέα, που θα ευρίσκεται εις αυτόν.

Δ Βασ. 11,8        καὶ κυκλώσατε ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ, ἀνὴρ καὶ τὸ σκεῦος αὐτοῦ ἐν χειρὶ αὐτοῦ, καὶ ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὰς σαδηρὼθ ἀποθανεῖται. καὶ ἔσονται μετὰ τοῦ βασιλέως ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαι αὐτὸν καὶ ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι αὐτόν.

Δ Βασ. 11,8               Το δε άλλο θα περικυκλώση τον ναόν, όπου ευρίσκεται ο βασιλεύς, και καθένας από τους στρατιώτας θα κρατή εις τα χέρια του το όπλον του. Εκείνος, που θα τολμήση να εισέλθη εις τας τάξεις των, θα εκτελήται. Αυτοί θα είναι εις την διάθεσιν του βασιλέως, οπουδήποτε θελήση αυτός να μεταβή”.

Δ Βασ. 11,9        καὶ ἐποίησαν οἱ ἑκατόνταρχοι πάντα, ὅσα ἐνετείλατο Ἰωδαὲ ὁ συνετός, καὶ ἔλαβεν ἀνὴρ τοὺς ἄνδρας αὐτοῦ καὶ τοὺς εἰσπορευομένους τὸ σάββατον μετὰ τῶν ἐκπορευομένων τὸ σάββατον καὶ εἰσῆλθον πρὸς Ἰωδαὲ τὸν ἱερέα.

Δ Βασ. 11,9               Οι εκατόνταρχοι και οι άλλοι αξιωματικοί εξετέλεσαν όλα όσα υπέδειξεν εις αυτούς ο συνετός Ιωδαέ. Επήρε, δηλαδή, ο κάθε αξιωματικός τους άνδρας του, οι οποίοι κατά το Σαββατον θα αντικαθιστούσαν την φρουράν, όπως επίσης και τους άνδρας της φρουράς που θα αντικαθίστατο, και μετέβησαν προς τον αρχιερέα Ιωδαέ.

Δ Βασ. 11,10      καὶ ἔδωκεν ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις τοὺς σειρομάστας καὶ τοὺς τρισσοὺς τοῦ βασιλέως Δαυὶδ τοῦ ἐν οἴκῳ Κυρίου.

Δ Βασ. 11,10              Ο αρχιερεύς έδωκεν στους αξιωματικούς τα όπλα, λόγχας και ασπίδας του βασιλέως, Δαυίδ, που υπήρχον στον ναόν του Κυρίου.

Δ Βασ. 11,11      καὶ ἔστησαν οἱ παρατρέχοντες, ἀνὴρ καὶ τὸ σκεῦος αὐτοῦ ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς δεξιᾶς ἕως τῆς ὠμίας τοῦ οἴκου τῆς εὐωνύμου τοῦ θυσιαστηρίου καὶ τοῦ οἴκου ἐπὶ τὸν βασιλέα κύκλῳ.

Δ Βασ. 11,11              Οι στρατιώται ίσταντο εις την θέσιν των κρατούντες εις τα χέρια ο καθένας το όπλον του. Παρετάχθησαν δε από της δεξιάς πλευράς του ναού μέχρι της αριστεράς πλευράς του, πλησίον στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων, και γύρω στον ναόν, όπου έμενεν ο νεαρός βασιλεύς.

Δ Βασ. 11,12      καὶ ἐξαπέστειλε τὸν υἱὸν τοῦ βασιλέως καὶ ἔδωκεν ἐπ᾿ αὐτὸν τὸ νεζὲρ καὶ τὸ μαρτύριον καὶ ἐβασίλευσεν αὐτὸν καὶ ἔχρισεν αὐτόν, καὶ ἐκρότησαν τῇ χειρὶ καὶ εἶπαν· ζήτω ὁ βασιλεύς.

Δ Βασ. 11,12              Ο Ιωδαέ τότε έβγαλε τον νεαρόν βασιλέα, έθεσεν εις αυτόν το βασιλικόν διάδημα, έδωσεν εις τα χέρια του τον Νομον, τον έχρισε και τον ανεκήρυξεν ως βασιλέα. Οι παριστάμενοι εχειροκρότησαν και είπαν· “ζήτω ο βασιλεύς” !

Δ Βασ. 11,13      καὶ ἤκουσε Γοθολία τὴν φωνὴν τῶν τρεχόντων τοῦ λαοῦ καὶ εἰσῆλθε πρὸς τὸν λαὸν εἰς οἶκον Κυρίου.

Δ Βασ. 11,13              Η Γοθολία ήκουσε την φωνήν αυτήν και τας ζητωκραυγάς των στρατιωτών και του λαού και εβγήκε προς τον λαόν στον οίκον του Κυρίου.

Δ Βασ. 11,14      καὶ εἶδε καὶ ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς εἱστήκει ἐπὶ τοῦ στύλου κατὰ τὸ κρίμα, καὶ οἱ ᾠδοὶ καὶ αἱ σάλπιγγες πρὸς τὸν βασιλέα, καὶ πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς χαίρων καὶ σαλπίζων ἐν σάλπιγξι· καὶ διέῤῥηξε Γοθολία τὰ ἱμάτια ἑαυτῆς καὶ ἐβόησε· σύνδεσμος σύνδεσμος.

Δ Βασ. 11,14              Αίφνης είδε τον νεαρόν βασιλέα να ίσταται επάνω εις την εξέδραν του, σύμφωνα με τα παραδεδομένα, και πλησίον του ήσαν οι ψάλται και οι σαλπιγκταί, και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ χαίροντες και σαλπίζοντες. Η Γοθολία έσχισε τα ιμάτιά της και εφώναξε· “συνωμοσία, συνωμοσία”.

Δ Βασ. 11,15      καὶ ἐνετείλατο Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς τοῖς ἑκατοντάρχοις τοῖς ἐπισκόποις τῆς δυνάμεως καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐξαγάγετε αὐτὴν ἔσωθεν τῶν σαδηρώθ· ὁ εἰσπορευόμενος ὀπίσω αὐτῆς θανάτῳ θανατωθήσεται ἐν ῥομφαίᾳ· ὅτι εἶπεν ὁ ἱερεύς· καὶ μὴ ἀποθάνῃ ἐν οἴκῳ Κυρίου.

Δ Βασ. 11,15              Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έδωσεν εντολήν στους εκατοντάρχους, στους αξιωματικούς της στρατιωτικής δυνάμεως, και είπε προς αυτούς· “βγάλετε αυτήν έξω από την παράταξιν. Εκείνος, ο οποίος θα ακολουθήση οπίσω από αυτήν, θα αποθάνη δια ροαφαίας”. Διέταξε δε ακόμη και είπε να μη φονευθή αυτή εντός του ναού του Κυρίου.

Δ Βασ. 11,16      καὶ ἐπέθηκαν αὐτῇ χεῖρας, καὶ εἰσῆλθεν ὁδὸν εἰσόδου τῶν ἵππων οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἀπέθανεν ἐκεῖ.

Δ Βασ. 11,16              Απλωσαν τα χέρια των και την συνέλαβον· αυτή δε εισήλθεν εις την οδόν, η οποία οδηγεί εις την είσοδον του βασιλικού σταύλου. Εκεί και εθανατώθη.

Δ Βασ. 11,17      καὶ διέθετο Ἰωδαὲ διαθήκην ἀνὰ μέσον Κυρίου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ βασιλέως καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ λαοῦ τοῦ εἶναι εἰς λαὸν τῷ Κυρίῳ, καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ βασιλέως καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ λαοῦ.

Δ Βασ. 11,17              Ο Ιωδαέ συνήψε συμφωνίαν μεταξύ του Κυρίου, του βασιλέως και του λαού, δια να είναι ο λαός αυτός ιδιαίτερος λαός του Κυρίου. Συμφωνίαν επίσης συνήψε μεταξύ του βασιλέως και του λαού.

Δ Βασ. 11,18      καὶ εἰσῆλθε πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς εἰς οἶκον τοῦ Βάαλ καὶ κατέσπασαν αὐτὸν καὶ τὰ θυσιαστήρια αὐτοῦ καὶ τὰς εἰκόνας αὐτοῦ συνέτριψαν ἀγαθῶς καὶ τὸν Μαθὰν τὸν ἱερέα τοῦ Βάαλ ἀπέκτειναν κατὰ πρόσωπον τῶν θυσιαστηρίων, καὶ ἔθηκεν ὁ ἱερεὺς ἐπισκόπους εἰς τὸν οἶκον Κυρίου.

Δ Βασ. 11,18              Ολοι δε οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, έπειτα από τα γεγονότα αυτά, εισήλθον στον ναόν του Βααλ και τον κατεκρήμνισαν. Συνέτριψαν τα θυσιαστήρια και τα αγάλματα αυτού εξ ολοκλήρου. Τον δε Μαθάν, τον ιερέα του Βααλ, εφόνευσαν εμπρός εις τα θυσιαστήρια. Ο αρχιερεύς Ιωδαέ έθεσε φρουρούς στον ναόν του Κυρίου.

Δ Βασ. 11,19      καὶ ἔλαβε τοὺς ἑκατοντάρχους καὶ τὸν Χοῤῥὶ καὶ τὸν Ῥασὶμ καὶ πάντα τὸν λαὸν τῆς γῆς, καὶ κατήγαγον τὸν βασιλέα ἐξ οἴκου Κυρίου, καὶ εἰσῆλθον ὁδὸν πύλης τῶν παρατρεχόντων οἴκου τοῦ βασιλέως, καὶ ἐκάθισαν αὐτὸν ἐπὶ θρόνου τῶν βασιλέων.

Δ Βασ. 11,19              Επήρε κατόπιν ο Ιωδαέ τους εκατοντάρχους της βασιλικής φρουράς Χορρί και Ρασίμ, όπως και όλον τον λαόν της Ιερουσαλήμ. Ολοι οδήγησαν τον βασιλέα αυτόν από τον ναόν του Κυρίου και εισήλθαν δια της πύλης των στρατιωτών στο βασιλικόν ανάκτορον. Εκεί δε έθεσαν αυτόν στον βασιλικόν θρόνον.

Δ Βασ. 11,20      καὶ ἐχάρη πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἡ πόλις ἡσύχασε· καὶ τὴν Γοθολίαν ἐθανάτωσαν ἐν ῥομφαίᾳ ἐν οἴκῳ τοῦ βασιλέως.

Δ Βασ. 11,20             Ολος ο λαός της περιοχής Ιερουσαλήμ εχάρη, η δε πόλις ησύχασε. Την Γοθολίαν εξετελεσαν δια ρομφαίας μέσα στο βασιλικόν ανάκτορον.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12- Η ΣΥΝΕΤΗ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΣ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑ

                                    Η συνετή βασιλεία του Ιωάς στον Ιούδα

Δ Βασ. 12,1        Υἱὸς ἑπτὰ ἐτῶν Ἰωὰς ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτόν.

Δ Βασ. 12,1               Επτά ετών ήτο ο Ιωάς, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον.

Δ Βασ. 12,2        ἐν ἔτει ἑβδόμῳ τῷ Ἰοὺ ἐβασίλευσεν Ἰωὰς καὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῆς μητρὸς αὐτοῦ Ἀβιὰ ἐκ τῆς Βηρσαβεέ.

Δ Βασ. 12,2               Κατά το έβδομον έτος του Ιού, βασιλέως του Ισραήλ, ανήλθεν στον θρόνον ο Ιωάς. Εβασίλευσε δε τεσσαράκοντα έτη εις την Ιουδαίαν με πρωτεύουσαν την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Αβιά και κατήγετο από την πόλιν Βηρσαβεέ.

Δ Βασ. 12,3        καὶ ἐποίησεν Ἰωὰς τὸ εὐθὲς ἐνώπιον Κυρίου πάσας τὰς ἡμέρας, ἃς ἐφώτισεν αὐτὸν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεύς·

Δ Βασ. 12,3               Ο Ιωάς έπραξε το ευάρεστον ενώπιον του Κυρίου όλας τας ημέρας της βασιλείας του, κατά τας οποίας διεφωτίζετο από τον αρχιερέα Ιωδαέ.

Δ Βασ. 12,4        πλὴν τῶν ὑψηλῶν οὐ μετεστάθησαν, καὶ ἐκεῖ ἔτι ὁ λαὸς ἐθυσίαζε καὶ ἐθυμίων ἐν τοῖς ὑψηλοῖς.

Δ Βασ. 12,4               Αλλά τους υψηλούς τόπους, όπου ελατρεύοντο ακόμη τα είδωλα, δεν επέτυχε να καταστρέψη και έτσι ο λαός προσέφερεν και στους ειδωλικούς θεούς θυσίας και θυμιάματα.

Δ Βασ. 12,5        καὶ εἶπεν Ἰωὰς πρὸς τοὺς ἱερεῖς· πᾶν τὸ ἀργύριον τῶν ἁγίων τὸ εἰσοδιαζόμενον ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου, ἀργύριον συντιμήσεως, ἀνὴρ ἀργύριον λαβὼν συντιμήσεως, πᾶν ἀργύριον, ὃ ἐὰν ἀναβῇ ἐπὶ καρδίαν ἀνδρὸς ἐνεγκεῖν ἐν οἴκῳ Κυρίου,

Δ Βασ. 12,5               Ο Ιωάς είπε προς τους ιερείς· “όλον το αργύριον, το οποίον εισοδεύεται στον ναόν από τας αγίας προσφοράς, δηλαδή το αργύριον το οποίον προέρχεται από προσωπικήν προσφοράν, το αργύριον το οποίον εισπράττεται κατόπιν εκτιμήσεως, και το αργύριον το οποίον κατά την διάθεσίν του έκαστος θα προσφέρη προς τον ναόν του Κυρίου,

Δ Βασ. 12,6        λαβέτωσαν ἑαυτοῖς οἱ ἱερεῖς ἀνὴρ ἀπὸ τῆς πράσεως αὐτῶν καὶ αὐτοὶ κρατήσουσι τὸ βεδὲκ τοῦ οἴκου εἰς πάντα, οὗ ἐὰν εὑρεθῇ ἐκεῖ βεδέκ.

Δ Βασ. 12,6               ας το πάρουν οι ιερείς, ο καθένας από την είσπραξιν της δικαιοδοσίας του, και ας διαθέσουν αυτό δια την επισκευήν του ναού του Κυρίου, όπου αυτός ευρεθή ότι έχει ανάγκην επιδιορθώσεως”.

Δ Βασ. 12,7        καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ εἰκοστῷ καὶ τρίτῳ ἔτει τῷ βασιλεῖ Ἰωὰς οὐκ ἐκραταίωσαν οἱ ἱερεῖς τὸ βεδὲκ τοῦ οἴκου.

Δ Βασ. 12,7               Αλλά κατά το εικοστόν τρίτον έτος της βασιλείας του Ιωάς, οι ιερείς δεν εφρόντισαν δια την επιδιόρθωσιν των φθορών του ναού.

Δ Βασ. 12,8        καὶ ἐκάλεσεν Ἰωὰς ὁ βασιλεὺς Ἰωδαὲ τὸν ἱερέα καὶ τοὺς ἱερεῖς καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τί ὅτι οὐκ ἐκραταιοῦτε τὸ βεδὲκ τοῦ οἴκου; καὶ νῦν μὴ λάβητε ἀργύριον ἀπὸ τῶν πράσεων ὑμῶν, ὅτι εἰς τὸ βεδὲκ τοῦ οἴκου δώσετε αὐτό.

Δ Βασ. 12,8               Ο βασιλεύς Ιωάς προσεκάλεσε τον αρχιερέα Ιωδαέ και τους ιερείς και είπε προς αυτούς· “διατί δεν εφροντίσατε δια την επισκευήν του ναού; Δια τούτο από τώρα και στο εξής δεν θα αναλάβετε σεις την είσπραξιν του φόρου τούτου του προοριζομένου δια την επισκευήν του ναού, διότι αυτός θα διατίθεται κατ' ευθείαν δια την επιδιόρθωσιν του ναού”.

Δ Βασ. 12,9        καὶ συνεφώνησαν οἱ ἱερεῖς τοῦ μὴ λαβεῖν ἀργύριον παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ μὴ ἐνισχῦσαι τὸ βεδὲκ τοῦ οἴκου.

Δ Βασ. 12,9               Οι ιερείς εδέχθησαν να μη εισπράττουν το αργύριον αυτό από τον λαόν και να απαλλαγούν από την υποχρέωσίν των δια την επιδιόρθωσιν του οίκου του Κυρίου.

Δ Βασ. 12,10      καὶ ἔλαβεν Ἰωδαὲ ὁ ἱερεὺς κιβωτὸν μίαν καὶ ἔτρησε τρώγλην ἐπὶ τῆς σανίδος αὐτῆς καὶ ἔδωκεν αὐτὴν παρὰ ἀμμαζειβὶ ἐν τῷ οἴκῳ ἀνδρὸς οἴκου Κυρίου, καὶ ἔδωκαν οἱ ἱερεῖς οἱ φυλάσσοντες τὸν σταθμὸν πᾶν τὸ ἀργύριον τὸ εὑρεθὲν ἐν οἴκῳ Κυρίου.

Δ Βασ. 12,10             Ο αρχιερεύς Ιωδαέ επήρε τότε ένα κιβώτιον, ήνοιξεν στο άνω μέρος μίαν οπήν και έδωσε να το τοποθετήσουν πλησίον του θυσιαστηρίου στον οίκον κάποιου ανδρός, ανήκοντος στον ναόν του Κυρίου. Οι δε ιερείς, οι οποίοι εφύλασσον την θέσιν αυτήν, κατέθεσαν όλον το ευρεθέν αργύριον στον ναόν του Κυρίου.

Δ Βασ. 12,11      καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον ὅτι πολὺ τὸ ἀργύριον ἐν τῇ κιβωτῷ, καὶ ἀνέβη ὁ γραμματεὺς τοῦ βασιλέως καὶ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας καὶ ἔσφιγξαν καὶ ἠρίθμησαν τὸ ἀργύριον τὸ εὑρεθὲν ἐν οἴκῳ Κυρίου.

Δ Βασ. 12,11              Οταν όμως είδον ότι το αργύριον το εντός του κιβωτίου ήτο πολύ, ανέβηκεν στον ναόν ο γραμματεύς του βασιλέως και ο αρχιερεύς, ηρίθμησαν το ευρεθέν στον οίκον Κυρίου αργύριον και το έδεσαν εις σάκκους.

Δ Βασ. 12,12      καὶ ἔδωκαν τὸ ἀργύριον τὸ ἑτοιμασθὲν ἐπὶ χεῖρας ποιούντων τὰ ἔργα τῶν ἐπισκόπων οἴκου Κυρίου, καὶ ἐξέδοσαν τοῖς τέκτοσι τῶν ξύλων καὶ τοῖς οἰκοδόμοις τοῖς ποιοῦσιν ἐν οἴκῳ Κυρίου

Δ Βασ. 12,12             Αυτό δε το αργύριον το παρέδωσαν εις τα χέρια των ανθρώπων εκείνων, οι οποίοι είχον αναλάβει να επιβλέπουν εις τα έργα της επιδιορθώσεως του ναού του Κυρίου. Αυτοί δε παρέδωσαν αυτό στους ξυλουργούς και στους οικοδόμους, οι οποίοι ειργάζοντο δια την επισκευήν του οίκου Κυρίου,

Δ Βασ. 12,13      καὶ τοῖς τειχισταῖς καὶ τοῖς λατόμοις τῶν λίθων τοῦ κτήσασθαι ξύλα καὶ λίθους λατομητοὺς τοῦ κατασχεῖν τὸ βεδὲκ οἴκου Κυρίου εἰς πάντα, ὅσα ἐξωδιάσθη ἐπὶ τὸν οἶκον τοῦ κραταιῶσαι·

Δ Βασ. 12,13             στους κτίστας και στους λατόμους, δια να αγοράσουν ξύλα και πελεκημένους λίθους προς επισκευήν των εφθαρμένων μερών του ναού του Κυρίου. Ολον δε αυτό το αργύριον εξωδεύθη δια την επιδιόρθωσιν εφθαρμένων μερών του οίκου του Κυρίου, ώστε αυτός να στερεωθή ασφαλώς.

Δ Βασ. 12,14      πλὴν οὐ ποιηθήσονται οἴκῳ Κυρίου θύραι ἀργυραῖ, ἧλοι, φιάλαι καὶ σάλπιγγες, πᾶν σκεῦος χρυσοῦν καὶ σκεῦος ἀργυροῦν, ἐκ τοῦ ἀργυρίου τοῦ εἰσενεχθέντος ἐν οἴκῳ Κυρίου,

Δ Βασ. 12,14             Είχε δε δοθή διαταγή, όπως μη κατασκευασθούν δια τον οίκον του Κυρίου θύραι αργυραί, καρφιά, φιάλαι, σάλπιγγες και κάθε χρυσούν και αργυρούν σκεύος από το αργύριον αυτό, το οποίον εισεπράχθη στον ναόν του Κυρίου,

Δ Βασ. 12,15      ὅτι τοῖς ποιοῦσι τὰ ἔργα δώσουσιν αὐτό, καὶ ἐκραταίωσαν ἐν αὐτῷ τὸν οἶκον Κυρίου.

Δ Βασ. 12,15             αλλά να δοθή ολόκληρον δι' εκείνους, οι οποίοι ανέλαβον το έργον της στερεώσεως και επιδιορθώσεως του ναού του Κυρίου.

Δ Βασ. 12,16      καὶ οὐκ ἐξελογίζοντο τοὺς ἄνδρας, οἷς ἐδίδουν τὸ ἀργύριον ἐπὶ χεῖρας αὐτῶν δοῦναι τοῖς ποιοῦσι τὰ ἔργα, ὅτι ἐν πίστει αὐτῶν ποιοῦσιν.

Δ Βασ. 12,16             Δεν εζητείτο δε λογαριασμός από τους άνδρας, εις τα χέρια των οποίων εδίδοντο τα χρήματα δια να πληρώσουν τους αναλαβόντας τα έργα της επιοιορθώσεως, διότι αυτοί εφέροντο με τιμιότητα.

Δ Βασ. 12,17      ἀργύριον περὶ ἁμαρτίας καὶ ἀργύριον περὶ πλημμελείας, ὅ,τι εἰσηνέχθη ἐν οἴκῳ Κυρίου, τοῖς ἱερεῦσιν ἐγένετο.

Δ Βασ. 12,17             Τα χρήματα όμως, τα οποία εισοδεύοντο στον ναόν από τας θυσίας περί αμαρτίας, εδίδοντο όχι δια την επιδιόρθωσιν του ναού, αλλά δια την συντήρησιν των ιερέων.

Δ Βασ. 12,18      Τότε ἀνέβη Ἀζαὴλ βασιλεὺς Συρίας καὶ ἐπολέμησεν ἐπὶ Γὲθ καὶ προκατελάβετο αὐτήν. καὶ ἔταξεν Ἀζαὴλ τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀναβῆναι ἐπὶ Ἱερουσαλήμ.

Δ Βασ. 12,18             Κατά την εποχήν εκείνην ο Αζαήλ, ο βασιλεύς της Συρίας, εξεκίνησεν από την Συρίαν και επολέμησεν εναντίον της Γέθ, την οποίαν και κατέλαβεν. Ο Αζαήλ είχε πάρει την απόφασιν να εκστρατεύση και εναντίον της Ιερουσαλήμ.

Δ Βασ. 12,19      καὶ ἔλαβεν Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰούδα πάντα τὰ ἅγια, ὅσα ἡγίασεν Ἰωσαφὰτ καὶ Ἰωρὰμ καὶ Ὀχοζίας οἱ πατέρες αὐτοῦ καὶ βασιλεῖς Ἰούδα, καὶ τὰ ἅγια αὐτοῦ καὶ πᾶν τὸ χρυσίον τὸ εὑρεθὲν ἐν θησαυροῖς οἴκου Κυρίου καὶ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ ἀπέστειλε τῷ Ἀζαὴλ βασιλεῖ Συρίας, καὶ ἀνέβη ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.

Δ Βασ. 12,19             Ο Ιωάς, ο βασιλεύς, διότι προφανώς δεν ηδύνατο να αντιπαραταχθή κατά του Αζαήλ, επήρεν όλα τα αφιερώματα, όσα είχαν αφιερώσει στον ναόν ο Ιωσαφάτ, ο Ιωράμ, ο Οχοζίας, οι προπάτορές του και βασιλείς του βασιλείου Ιούδα, όσα και ο ίδιος είχε προσφέρει, όλον το χρυσίον το οποίον ευρέθη εις τα θησαυροφυλάκια του ναού του Κυρίου και τα θησαυροφυλάκια του βασιλέως, και έστειλεν αυτά προς τον Αζαήλ βασιλέα της Συρίας, δια να τον εξευμενίση. Εκείνος δε αφού έλαβεν αυτά απεμακρύνθη από την Ιερουσαλήμ.

 

                                    Ο θάνατος του Ιωάς

Δ Βασ. 12,20      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωὰς καὶ πάντα, ὅσα ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα πάντα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰούδα;

Δ Βασ. 12,20            Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωάς και όλα όσα άλλα έκαμε δεν είναι αυτά γραμμένα στο βιβλίον των έργων των βασιλέων του Ιούδα;

Δ Βασ. 12,21      καὶ ἀνέστησαν οἱ δοῦλοι αὐτοῦ καὶ ἔδησαν πάντα σύνδεσμον καὶ ἐπάταξαν τὸν Ἰωὰς ἐν οἴκῳ Μαλλὼ τῷ ἐν Γααλὰ

Δ Βασ. 12,21             Οι δούλοι του Ιωάς επανεστάτησαν εναντίον του, έκαμαν συνωμοσίαν και τον εφόνευσαν στον οίκον Μαλλώ, που ευρίσκετο εις την περιοχήν Γααλά.

Δ Βασ. 12,22      καὶ Ἰεζιχὰρ υἱὸς Ἰεμουὰθ καὶ Ἰεζεβοὺθ ὁ υἱὸς αὐτοῦ Σωμὴρ οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἐπάταξαν αὐτόν, καὶ ἀπέθανε· καὶ ἔθαψαν αὐτὸν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυίδ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἀμεσσίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Δ Βασ. 12,22            Οι δούλοι αυτοί, οι οποίοι επανεστάτησαν και εφόνευσαν τον βασιλέα, ήσαν ο Ιεζιχάρ, υιός του Ιεμουάθ, και ο Ιεζεβούθ ο υιός του Σωμήρ. Εθαψαν τον νεκρόν βασιλέα μαζή με τους προπάτοράς του εις την πόλιν του Δαυίδ. Αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του, ο Αμεσσίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13- Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΧΑΖ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΩΑΣ ΣΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ  

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΙΣΑΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ

                                    Η βασιλεία του Ιωάχαζ στον Ισραήλ

Δ Βασ. 13,1        Ἐν ἔτει εἰκοστῷ καὶ τρίτῳ ἔτει τῷ Ἰωὰς υἱῷ Ὀχοζίου βασιλεῖ Ἰούδα ἐβασίλευσεν Ἰωάχαζ υἱὸς Ἰοὺ ἐν Σαμαρείᾳ ἑπτακαίδεκα ἔτη.

Δ Βασ. 13,1                Κατά το εικοστόν τρίτον έτος της βασιλείας του Ιωάς, υιού του Οχοζίου, βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα, έγινε βασιλεύς στον ισραηλιτικόν λαόν με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν ο Ιωάχαζ, υιός του Ιού, εβασίλευσεν επί δέκα επτά έτη.

Δ Βασ. 13,2        καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ὀπίσω ἁμαρτιῶν Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ, οὐκ ἀπέστη ἀπ᾿ αὐτῶν.

Δ Βασ. 13,2               Αυτός έπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου, εβάδισε τον δρόμον της ειδωλολατρείας και της αμαρτωλής ζωής του Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, ο οποίος παρώθησε τον ισραηλιτικόν λαόν εις την αμαρτίαν και την ασέβειαν. Ο Ιωάχαζ δεν απεμακρύνθη από τας αμαρτίας εκείνων.

Δ Βασ. 13,3        καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ ἔδωκεν αὐτοὺς ἐν χειρὶ Ἀζαὴλ βασιλέως Συρίας καὶ ἐν χειρὶ υἱοῦ Ἄδερ υἱοῦ Ἀζαὴλ πάσας τὰς ἡμέρας.

Δ Βασ. 13,3               Δια τούτο ωργίσθη πολύ ο Κυριος κατά των Ισραηλιτών και παρέδωκεν αυτούς εις την εξουσίαν των βασιλέων της Συρίας Αζαήλ και του υιού του Αδερ καθ' όλας τας ημέρας της ζωής του Ιωάχαζ.

Δ Βασ. 13,4        καὶ ἐδεήθη Ἰωάχαζ τοῦ προσώπου Κυρίου, καὶ ἐπήκουσεν αὐτοῦ Κύριος, ὅτι εἶδε τὴν θλῖψιν Ἰσραήλ, ὅτι ἔθλιψεν αὐτοὺς βασιλεὺς Συρίας.

Δ Βασ. 13,4               Τοτε ο Ιωάχαζ θερμώς παρεκάλεσε τον Κυριον να τον βοηθήση, και ο Κυριος εισήκουσε την παράκλησίν του, διότι είδε την θλίψιν, με την οποίαν κατεβάρυνεν αυτούς ο βασιλεύς της Συρίας.

Δ Βασ. 13,5        καὶ ἔδωκεν Κύριος σωτηρίαν τῷ Ἰσραήλ, καὶ ἐξῆλθεν ὑποκάτωθεν χειρὸς Συρίας. καὶ ἐκάθισαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν καθὼς ἐχθὲς καὶ τρίτης·

Δ Βασ. 13,5               Ο Κυριος έσωσε τους Ισραηλίτας και έτσι οι Ισραηλίται ηλευθερώθησαν από την εξουσίαν των Συρων και εκάθισαν ειρηνικοί και ελεύθεροι εις τας κατοικίας των. Εζησαν ησύχως όπως και προηγουμένως.

Δ Βασ. 13,6        πλὴν οὐκ ἀπέστησαν ἀπὸ ἁμαρτιῶν οἴκου Ἱεροβοάμ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ, ἐν αὐταῖς ἐπορεύθησαν, καί γε τὸ ἄλσος ἐστάθη ἐν Σαμαρείᾳ.

Δ Βασ. 13,6               Αλλά, παρ' όλα αυτά, δεν απεμακρύνθησαν από τας αμαρτίας της οικογενείας Ιεροβοάμ, ο οποίος εξώθησε τον ισραηλιτικόν λαόν εις ασέβειαν. Και αυτό ακόμη το ειδωλολατρικόν άγαλμα της Αστάρτης έμενεν εις την θέσιν του, στο άλσος εν τη Σαμαρεία.

Δ Βασ. 13,7        ὅτι οὐχ ὑπελείφθη τῷ Ἰωάχαζ λαός, ἀλλ᾿ ἢ πεντήκοντα ἱππεῖς καὶ δέκα ἅρματα καὶ δέκα χιλιάδες πεζῶν, ὅτι ἀπώλεσεν αὐτοὺς βασιλεὺς Συρίας, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ὡς χοῦν εἰς καταπάτησιν.

Δ Βασ. 13,7               Δια τούτο τους αφήρεσεν ο Θεός την δόξαν και την δύναμίν των, ώστε δεν απέμεινεν στον Ιωάχαζ στρατός ειμή μόνον πεντήκοντα ιππείς, δέκα πολεμικά άρματα και δέκα χιλιάδες πεζών. Ο βασιλεύς της Συρίας τους εξολόθρευσε και τους έκαμε κονιορτόν, δια να τους καταπατούν.

Δ Βασ. 13,8        καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωάχαζ καὶ πάντα ὅσα ἐποίησε καὶ αἱ δυναστεῖαι αὐτοῦ, οὐχὶ ταῦτα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰσραήλ;

Δ Βασ. 13,8               Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωάχαζ και όλα όσα αυτός έκαμε, και τα κατορθώματά του τα ιδιαίτερα, όλα αυτά δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των έργων των ημερών των βασιλέων του Ισραήλ;

Δ Βασ. 13,9        καὶ ἐκοιμήθη Ἰωάχαζ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν Σαμαρείᾳ, καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωὰς υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Δ Βασ. 13,9               Ο Ιωάχαζ εκοιμήθη μετά των προγόνων του και τον έθαψαν εις την Σαμάρειαν, αντί δε αυτού έγινε βασιλεύς ο υιός του ο Ιωάς.

 

                                    Η βασιλεία του Ιωάς στον Ισραήλ

Δ Βασ. 13,10      Ἐν ἔτει τριακοστῷ καὶ ἑβδόμῳ ἔτει τῷ Ἰωὰς βασιλεῖ Ἰούδα ἐβασίλευσεν Ἰωὰς υἱὸς Ἰωάχαζ ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ ἑκκαίδεκα ἔτη.

Δ Βασ. 13,10             Κατά το τριακοστόν έβδομον έτος του Ιωάς, βασιλέως του βασιλείου του Ιούδα, ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον του ισραηλιτικού λαού εις την Σαμάρειαν ο υιός του Ιωάχαζ, ο Ιωάς, ο οποίος εβασίλευσεν επί δέκα εξ έτη.

Δ Βασ. 13,11      καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου· οὐκ ἀπέστη ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ, ἐν αὐταῖς ἐπορεύθη.

Δ Βασ. 13,11              Αλλά και αυτός έπραξε πονηρά ενώπιον των οφθαλμών του Κυρίου και εξέκλινε προς την ειδωλολατρείαν. Δεν απεμακρύνθη από τας αμαρτίας του Ιεροβοάμ, του υιού του Ναβάτ, ο οποίος ωδήγησε τους Ισραηλίτας εις την ειδωλολατρείαν. Εις την ειδωλολατρείαν και αμαρτίαν επορεύθη και αυτός.

Δ Βασ. 13,12      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωὰς καὶ πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ αἱ δυναστεῖαι αὐτοῦ, ἃς ἐποίησε μετὰ Ἀμεσσίου βασιλέως Ἰούδα, οὐχὶ ταῦτα γεγραμμένα ἐπὶ βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τοῖς βασιλεῦσιν Ἰσραήλ;

Δ Βασ. 13,12             Τα υπόλοιπα από τα έργα του Ιωάς, τα οποία αυτός έπραξε, και τα κατορθώματά του τα οποία επέτυχεν εναντίον του Αμεσσίου του βασιλέως Ιούδα, δεν είναι γραμμένα στο βιβλίον των έργων και ημερών των βασιλέων του Ισραήλ;

Δ Βασ. 13,13      καὶ ἐκοιμήθη Ἰωὰς μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ Ἱεροβοὰμ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ, καὶ ἐτάφη ἐν Σαμαρείᾳ μετὰ τῶν βασιλέων Ἰσραήλ.

Δ Βασ. 13,13             Ο Ιωάς εκοιμήθη με τους προγόνους του· εκάθισε δε στον θρόνον αυτού ως διάδοχός του ο Ιεροβοάμ. Ο Ιωάς δε ενεταφιάσθη μαζή με τους βασιλείς του ισραηλιτικού λαού εις Σαμάρειαν.

 

                                    Η τελευταία προφητεία του Ελισαίου και ο θάνατός του

Δ Βασ. 13,14      Καὶ Ἑλισαιὲ ἠῤῥώστησε τὴν ἀῤῥωστίαν αὐτοῦ, δι᾿ ἣν ἀπέθανε. καὶ κατέβη πρὸς αὐτὸν Ἰωὰς βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ ἔκλαυσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ εἶπε· πάτερ πάτερ, ἅρμα Ἰσραὴλ καὶ ἱππεὺς αὐτοῦ.

Δ Βασ. 13,14             Ο Ελισαίος αρρώστησεν από κάποιαν βαρείαν νόσον, από την οποίαν και θα απέθνησκεν. Ηλθεν εις επίσκεψίν του ο Ιωάς, ο βασιλεύς του Ισραήλ, και πεσών επί το πρόσωπον αυτού, έκλαυσε και είπε· “πάτερ, πάτερ, συ είσαι το πολεμικόν άρμα και το ιππικόν του ισραηλιτικού λαού. Εάν αποθάνης, τι θα γίνωμεν;”

Δ Βασ. 13,15      καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἑλισαιέ· λάβε τόξον καὶ βέλη. καὶ ἔλαβε πρὸς ἑαυτὸν τόξον καὶ βέλη.

Δ Βασ. 13,15             Ο Ελισαίος είπε προς αυτόν· “πάρε τόξον και βέλη”. Εκείνος επήρε πλησίον του τόξον και βέλη.

Δ Βασ. 13,16      καὶ εἶπε τῷ βασιλεῖ· ἐπιβίβασον τὴν χεῖρά σου ἐπὶ τὸ τόξον· καὶ ἐπεβίβασεν Ἰωὰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐπέθηκεν Ἑλισαιὲ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ τὰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.

Δ Βασ. 13,16             Είπεν ο Ελισαίος στον βασιλέα· “πάρε και κράτησε στο χέρι σου το τοξον”. Ο Ιωάς άπλωσε και επήρεν στο χέρι του το τόξον. Ο δε Ελισαίος έθεσε τα χέρια του εις τα χέρια του βασιλέως

Δ Βασ. 13,17      καὶ εἶπεν· ἄνοιξον τὴν θυρίδα κατ᾿ ἀνατολάς· καὶ ἤνοιξε. καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· τόξευσον· καὶ ἐτόξευσε. καὶ εἶπε· βέλος σωτηρίας τῷ Κυρίῳ καὶ βέλος σωτηρίας ἐν Συρίᾳ, καὶ πατάξεις τὴν Συρίαν ἐν Ἀφὲκ ἕως συντελείας.

Δ Βασ. 13,17             και είπε προς αυτόν· “άνοιξε το παράθυρον, το οποίον βλέπει προς ανατολάς”. Και το ήνοιξε. Ο Ελισαίος προσέθεσε· “ρίξε το βέλος”. Και εκείνος έρριψε το βέλος. Ο Ελισαίος είπε τότε· “αυτό είναι βέλος σωτηρίας των Ισραηλιτών εκ μέρους του Θεού. Βέλος, που σημαίνει την απαλλαγήν από την τυραννίαν των Συρων. Θα πολεμήσης τους Συρους εις την πόλιν Αφέκ μέχρις ολοτελούς συντριβής των”.

Δ Βασ. 13,18      καὶ εἶπεν αὐτῷ Ἑλισαιέ· λάβε τόξα· καὶ ἔλαβε. καὶ εἶπε τῷ βασιλεῖ Ἰσραήλ· πάταξον εἰς τὴν γῆν· καὶ ἐπάταξεν ὁ βασιλεὺς τρὶς καὶ ἔστη.

Δ Βασ. 13,18             Είπε πάλιν ο Ελισαίος στον βασιλέα· “πάρε βέλη”. Και εκείνος τα επήρε. Είπε προς τον βασιλέα· “τόξευσε κάτω προς την γην”. Ο βασιλεύς έρριξε τα βέλη τρεις φορές και έπειτα εσταμάτησεν.

Δ Βασ. 13,19      καὶ ἐλυπήθη ἐπ᾿ αὐτῷ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπεν· εἰ ἐπάταξας πεντάκις ἢ ἑξάκις, τότε ἂν ἐπάταξας τὴν Συρίαν ἕως συντελείας· καὶ νῦν τρὶς πατάξεις τὴν Συρίαν.

Δ Βασ. 13,19             Ο άνθρωπος του Θεού, ο Ελισαίος, ελυπήθη δι' αυτόν και του είπεν· “εάν έρριπτες το βέλος πέντε η εξ φοράς, θα επολεμούσες και θα εξωλόθρευες πλήρως τους Συρους. Τωρα όμως τρεις μόνον φοράς θα κτυπήσης την Συρίαν”.

Δ Βασ. 13,20      καὶ ἀπέθανεν Ἑλισαιέ, καὶ ἔθαψαν αὐτόν. καὶ μονόζωνοι Μωὰβ ἦλθον ἐν τῇ γῇ ἐλθόντος τοῦ ἐνιαυτοῦ·

Δ Βασ. 13,20            Ο Ελισαίος απέθανε και τον έθαψαν. Κατά δε το επόμενον έτος εισέβαλαν εις την χώραν των Ισραηλιτών επιδρομείς Μωαβίται.

Δ Βασ. 13,21      καὶ ἐγένετο αὐτῶν θαπτόντων τὸν ἄνδρα, καὶ ἰδοὺ εἶδον τὸν μονόζωνον καὶ ἔῤῥιψαν τὸν ἄνδρα ἐν τῷ τάφῳ Ἑλισαιέ, καὶ ἐπορεύθη καὶ ἥψατο τῶν ὀστέων Ἑλισαιὲ καὶ ἔζησε καὶ ἀνέστη ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ.

Δ Βασ. 13,21             Ενώ δε οι Ισραηλίται έθαπτον ένα νεκρόν, εφάνησαν από μακράν ερχόμενοι οι επιδρομείς Μωαβίται. Κατελήφθησαν από τρόμον οι Ισραηλίται και έρριψαν τον νεκρόν άνδρα στον ανοικτόν τάφον του Ελισαίου και ετράπησαν εις φυγήν. Ο νεκρός μόλις ήγγισε τα οστά του Ελισαίου, ανέζησε και ανωρθώθη στους πόδας του.

Δ Βασ. 13,22      καὶ Ἀζαὴλ ἐξέθλιψε τὸν Ἰσραὴλ πάσας τὰς ἡμέρας Ἰωάχαζ.

Δ Βασ. 13,22            Ο Αζαήλ συνεχίζων τον πόλεμον εναντίον των Ισραηλιτών καθ' όλας τας ημέρας του Ιωάχαζ, τους κατέθλιβε πολύ.

Δ Βασ. 13,23      καὶ ἠλέησε Κύριος αὐτούς, καὶ ᾠκτείρησεν αὐτοὺς καὶ ἐπέβλεψεν ἐπ᾿ αὐτοὺς διὰ τὴν διαθήκην αὐτοῦ τὴν μετὰ Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ, καὶ οὐκ ἠθέλησε Κύριος διαφθεῖραι αὐτοὺς καὶ οὐκ ἀπέῤῥιψεν αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ προσώπου αὐτοῦ.

Δ Βασ. 13,23             Ο Κυριος όμως τους ηλέησε, τους ελυπήθη και έρριψε βλέμμα ευμενές προς αυτούς, χάριν της διαθήκης, την οποίαν είχε κάμει με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ. Δια τούτο και δεν ηθέλησεν ο Κυριος να εξολοθρεύση αυτούς. Δεν τους απέρριψεν από το πρόσωπόν του.

Δ Βασ. 13,24      καὶ ἀπέθανεν Ἀζαὴλ βασιλεὺς Συρίας, καὶ ἐβασίλευσεν υἱὸς Ἄδερ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Δ Βασ. 13,24            Ο Αζαήλ, ο βασιλεύς της Συρίας, απέθανε και ανεκηρύχθη βασιλεύς αντ' αυτού Αδερ, ο υιός του.

Δ Βασ. 13,25      καὶ ἐπέστρεψεν Ἰωὰς υἱὸς Ἰωάχαζ καὶ ἔλαβε τὰς πόλεις ἐκ χειρὸς υἱοῦ Ἄδερ υἱοῦ Ἀζαήλ, ἃς ἔλαβεν ἐκ χειρὸς Ἰωάχαζ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ἐν τῷ πολέμῳ· τρὶς ἐπάταξεν αὐτὸν Ἰωὰς καὶ ἐπέστρεψε τὰς πόλεις Ἰσραήλ.

Δ Βασ. 13,25             Ανεθάρρησε τότε ο Ιωάς, ο υιός του Ιωάχαζ, επανήλθε και ανακατέλαβεν από την κυριαρχίαν του υιού του Αζαήλ, του ονομαζομένου “υιού Αδερ”, τας πόλεις, τας οποίας κατά τον πόλεμον είχεν εκείνος αφαιρέσει από τον Ιωάχαζ, τον πατέρα του Ιωάς. Τρεις φοράς επολέμησεν αυτόν νικηφόρως ο Ιωάς και ανέκτησε τας κυριευθείσας από εκείνον πόλστου Ισραήλ.

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22

23

24

25