ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ

 

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ'- ΚΕΦ. 17-22

 

 

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΑΧΑΑΒ ΚΑΙ ΤΟΥ ΙΩΣΑΦΑΤ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17- ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΦ. ΗΛΙΑ  

ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΣΤΟΝ ΧΕΙΜΑΡΡΟ ΧΟΡΡΑΘ

                                    Ο προφήτης Ηλίας προαναγγέλει μεγάλη ανομβρία

Γ Βασ. 17,1        Καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ ὁ προφήτης Θεσβίτης ὁ ἐκ Θεσβῶν τῆς Γαλαὰδ πρὸς Ἀχαάβ· ζῇ Κύριος ὁ Θεὸς τῶν δυνάμεων ὁ Θεὸς Ἰσραήλ, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, εἰ ἔσται τὰ ἔτη ταῦτα δρόσος καὶ ὑετός, ὅτι εἰ μὴ διὰ στόματος λόγου μου.

Γ Βασ. 17,1                Ο προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ο οποίος κατήγετο από την Θέσδην της Γαλαάδ, ειπέ προς τον Αχαάβ· “εν ονόματι του ζώντος Θεού του Κυρίου των δυνάμεων, του Θεού του Ισραήλ, ενώπιον του οποίου παρίσταμαι ως υπηρέτης, σου αναγγέλλω ότι δεν θα υπάρξη κατά τα έτη αυτά ούτε βροχή ούτε δροσιά, ει μη μόνον όταν εγώ δια του στόματός μου είπω”.

 

                                    Οι κόρακες τρέφουν τον προφήτη Ηλία

Γ Βασ. 17,2        καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἠλιού·

Γ Βασ. 17,2               Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ηλιού και του είπε·

Γ Βασ. 17,3        πορεύου ἐντεῦθεν κατὰ ἀνατολὰς καὶ κρύβηθι ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥὰθ τοῦ ἐπὶ προσώπου τοῦ Ἰορδάνου·

Γ Βασ. 17,3               “φύγε από εδώ προς ανατολάς και κρύψου στον χείμαρρον Χορράθ, ο οποίος ευρίσκεται ανατολικώς από τον Ιορδάνην.

Γ Βασ. 17,4        καὶ ἔσται ἐκ τοῦ χειμάῤῥου πίεσαι ὕδωρ, καὶ τοῖς κόραξιν ἐντελοῦμαι διατρέφειν σε ἐκεῖ.

Γ Βασ. 17,4               Από αυτόν τον χείμαρρον θα πίνης νερό, εγώ δε θα διατάξω τους κόρακας να σε διατρέφουν εκεί”.

Γ Βασ. 17,5        καὶ ἐποίησεν Ἠλιοὺ κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, καὶ ἐκάθισεν ἐν τῷ χειμάῤῥῳ Χοῤῥὰθ ἐπὶ προσώπου τοῦ Ἰορδάνου.

Γ Βασ. 17,5               Ο Ηλίας έπραξεν, όπως ο Κυριος τον είχε διατάξει, και εκάθησεν στον χείμαρρον Χορράθ ανατολικώς από τον Ιορδάνην.

Γ Βασ. 17,6        καὶ οἱ κόρακες ἔφερον αὐτῷ ἄρτους τὸ πρωΐ καὶ κρέα τὸ δείλης, καὶ ἐκ τοῦ χειμάῤῥου ἔπινεν ὕδωρ.

Γ Βασ. 17,6               Οι κόρακες έφεραν εις αυτόν άρτους κατά την πρωΐαν, κατά δε το δειλινόν του έφεραν κρέας. Από τον χείμαρρον έπινε νερό.

Γ Βασ. 17,7        καὶ ἐγένετο μεθ᾿ ἡμέρας καὶ ἐξηράνθη ὁ χειμάῤῥους, ὅτι οὐκ ἐγένετο ὑετὸς ἐπὶ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 17,7               Επειτα από ημέρας εξηράνθη ο χείμαρρος, διότι δεν έπιπτε καθόλου βροχή εις την γην.

 

                                    Θαύματα του προφήτη Ηλία- Ο Ηλίας και η χήρα της Σαρεπτά

Γ Βασ. 17,8        καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἠλιού·

Γ Βασ. 17,8               Εκ μέρους του Κυρίου εδόθη νέα διαταγή προς τον Ηλίαν.

Γ Βασ. 17,9        ἀνάστηθι καὶ πορεύου εἰς Σαρεπτὰ τῆς Σιδωνίας· ἰδοὺ ἐντέταλμαι ἐκεῖ γυναικὶ χήρᾳ τοῦ διατρέφειν σε.

Γ Βασ. 17,9               “Σηκω, είπεν ο Κυριος, και πήγαινε εις τα Σαρεπτά της Σιδωνίας. Ιδού εγώ έδωσα ήδη εντολήν εις γυναίκα χήραν εκεί να σε διατρέφη”.

Γ Βασ. 17,10      καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη εἰς Σαρεπτὰ καὶ ἧλθεν εἰς τὸν πυλῶνα τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐκεῖ γυνὴ χήρα συνέλεγε ξύλα· καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιοὺ καὶ εἶπεν αὐτῇ· λαβὲ δή μοι ὀλίγον ὕδωρ εἰς ἄγγος καὶ πίομαι.

Γ Βασ. 17,10             Ο Ηλίας εσηκώθη και επορεύθη εις τα Σαρεπτά. Ηλθεν εις την πύλην του τείχους της πόλεως και ιδού εκεί ήτο μία γυναίκα χήρα, η οποία εμάζευε ξύλα. Εφώναξε, λοιπόν, προς αυτήν ο Ηλιού και της είπε· “δος μου ολίγον νερό με το δοχείον δια να πίω”.

Γ Βασ. 17,11      καὶ ἐπορεύθη λαβεῖν, καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιοὺ καὶ εἶπε· λήψῃ δή μοι ψωμὸν ἄρτου τοῦ ἐν τῇ χειρί σου.

Γ Βασ. 17,11              Εκείνη επήγε να φέρη προς αυτόν ύδωρ, ο δε Ηλίας εφώναξε πάλιν προς αυτήν· “φέρε μου, σε παρακαλώ, λίγο ψωμί, από εκείνο που κρατείς στο χέρι σου”.

Γ Βασ. 17,12      καὶ εἶπεν ἡ γυνή· ζῇ Κύριος ὁ Θεός σου, εἰ ἔστι μοι ἐγκρυφίας ἀλλ᾿ ἢ ὅσον δρὰξ ἀλεύρου ἐν τῇ ὑδρίᾳ καὶ ὀλίγον ἔλαιον ἐν τῷ καψάκῃ· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ συλλέξω δύο ξυλάρια καὶ εἰσελεύσομαι καὶ ποιήσω αὐτὸ ἐμαυτῇ καὶ τοῖς τέκνοις μου, καὶ φαγόμεθα καὶ ἀποθανούμεθα.

Γ Βασ. 17,12             Απήντησεν η γυναίκα· “ορκίζομαι εις Κυριον τον Θεόν σου ότι δεν έχω ψωμί, παρά μονάχα μια χούφτα αλεύρι εις την υδρίαν μου και λίγο λάδι στο δοχείον του ελαίου. Ιδού, μαζεύω δύο ξυλάκια, θα επιστρέψω στο σπίτι μου, θα ψήσω με αυτό μια κουλούρα δια τον εαυτόν μου και τα παιδιά μου. Θα φάμε το ψωμί αυτό και έπειτα θα πεθάνωμεν από την πείναν”.

Γ Βασ. 17,13      καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ἠλιού· θάρσει, εἴσελθε καὶ ποίησον κατὰ τὸ ῥῆμά σου· ἀλλὰ ποίησόν μοι ἐκεῖθεν ἐγκρυφίαν μικρὸν καὶ ἐξοίσεις μοι ἐν πρώτοις, σαυτῇ δὲ καὶ τοῖς τέκνοις σου ποιήσεις ἐπ᾿ ἐσχάτῳ·

Γ Βασ. 17,13              Ο Ηλίας είπε προς αυτήν· “Μη φοβάσαι, αλλά έχε θάρρος. Πηγαινε στο σπίτι σου και κάμε, όπως είπες. Ψήσε όμως μια μικρή λαγάνα και φέρε την πρώτα εις εμέ. Δια δε τον εαυτόν σου και τα παιδιά σου φτιάσε κατόπιν,

Γ Βασ. 17,14      ὅτι τάδε λέγει Κύριος· ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐκλείψει καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἐλαττονήσει ἕως ἡμέρας τοῦ δοῦναι Κύριον τὸν ὑετὸν ἐπὶ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 17,14             διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Το αλεύρι της υδρίας δεν θα λείψη πλέον και το δοχείον, που περιέχει το έλαιον, δεν θα λιγοστέψη μέχρι της ημέρας, κατά την οποίαν ο Κυριος θα στείλη βροχήν εις την γην”.

Γ Βασ. 17,15      καὶ ἐπορεύθη ἡ γυνή, καὶ ἐποίησε· καὶ ἤσθιεν αὐτὴ καὶ αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα αὐτῆς.

Γ Βασ. 17,15              Η γυναίκα έφυγε και έκαμεν, όπως είπεν ο προφήτης. Χαρις δε στο θαύμα του προφήτου έτρωγεν αυτή, αυτός και τα τέκνα της.

Γ Βασ. 17,16      καὶ ἡ ὑδρία τοῦ ἀλεύρου οὐκ ἐξέλιπε καὶ ὁ καψάκης τοῦ ἐλαίου οὐκ ἠλαττονήθη κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησεν ἐν χειρὶ Ἠλιού.

Γ Βασ. 17,16             Το αλεύρι, που υπήρχεν εις την υδρίαν, δεν έλειψε πλέον και το λάδι, που περιείχετο στον καμψάκην, δεν ωλιγόστεψε σύμφωνα με τον λόγον, τον οποίον ο Κυριος ωμίλησε δια του στόματος του Ηλιού.

 

                                    Ο Ηλίας ανασταίνει το γιό της χήρας

Γ Βασ. 17,17      καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἠῤῥώστησεν ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς τῆς κυρίας τοῦ οἴκου, καὶ ἦν ἡ ἀῤῥωστία αὐτοῦ κραταιὰ σφόδρα, ἕως οὐχ ὑπελείφθη ἐν αὐτῷ πνεῦμα.

Γ Βασ. 17,17              Επειτα από τα γεγονότα αυτά, αρρώστησε το παιδί της γυναικός, της κυρίας του οίκου. Η αρρώστια του ήτο πάρα πολύ βαρειά, ώστε έσβησε πλέον η ζωη του.

Γ Βασ. 17,18      καὶ εἶπε πρὸς Ἠλιού· τί ἐμοὶ καὶ σοί, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; εἰσῆλθες πρός με τοῦ ἀναμνῆσαι ἀδικίας μου καὶ θανατῶσαι τὸν υἱόν μου;

Γ Βασ. 17,18             Είπε δε βαρυπενθούσα η χήρα προς τον Ηλιού· “τι είμαι εγώ μπροστά σε σένα, άνθρωπε του Θεού; Εισήλθες στον οίκον μου, δια να ενθυμηθή έτσι ο Θεός τας αμαρτίας μου και να με τιμωρήση και να θανατώση τον υιόν μου;”

Γ Βασ. 17,19      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὴν γυναῖκα· δός μοι τὸν υἱόν σου. καὶ ἔλαβεν αὐτὸν ἐκ τοῦ κόλπου αὐτῆς καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν εἰς τὸ ὑπερῷον, ἐν ᾧ αὐτὸς ἐκάθητο ἐκεῖ, καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κλίνης.

Γ Βασ. 17,19             Απήντησεν ο Ηλιού προς την γυναίκα· “δος μου το παιδί σου. Ο προφήτης επήρεν αυτό από την αγκάλην της. Το ανέβασεν στο υπερώον, όπου αυτός έμενε, και το έθεσεν επάνω στο κρεββάτι του.

Γ Βασ. 17,20      καὶ ἀνεβόησεν Ἠλιού, καὶ εἶπεν· οἴμοι, Κύριε, ὁ μάρτυς τῆς χήρας, μεθ᾿ ἧς ἐγὼ κατοικῶ μετ᾿ αὐτῆς, σὺ κεκάκωκας τοῦ θανατῶσαι τὸν υἱὸν αὐτῆς.

Γ Βασ. 17,20             Ο Ηλιού έκραξε προς τον Θεόν και είπεν· “αλλοιμονον, Κυριε ! εγώ είμαι αυτόπτης μάρτυς εις την δυστυχίαν της χήρας αυτής, με την οποίαν εγώ διαμένω. Συ έστειλες την βαρείαν αυτήν θλίψιν, ώστε να πεθάνη το παιδί της”.

Γ Βασ. 17,21      καὶ ἐνεφύσησε τῷ παιδαρίῳ τρὶς καὶ ἐπεκαλέσατο τὸν Κύριον καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεός μου, ἐπιστραφήτω δὴ ἡ ψυχὴ τοῦ παιδαρίου τούτου εἰς αὐτόν.

Γ Βασ. 17,21             Εφύσησεν ο προφήτης Ηλίας τρεις φορές στο πρόσωπον του παιδιού και καρεκάλεσε τον Κυριον και είπε· “Κυριε ο Θεός μου, δόσε, ώστε να επιστρέψη η ψυχή του παιδιού τούτου εις αυτό”.

Γ Βασ. 17,22      καὶ ἐγένετο οὕτως, καὶ ἀνεβόησε τὸ παιδάριον.

Γ Βασ. 17,22             Ετσι δε και έγινε. Το παιδί ανέζησε και ωμίλησε δυνατά.

Γ Βασ. 17,23      καὶ κατήγαγεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦ ὑπερῴου εἰς τὸν οἶκον καὶ ἔδωκεν αὐτὸ τῇ μητρὶ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν Ἠλιού· βλέπε, ζῇ ὁ υἱός σου.

Γ Βασ. 17,23             Ο Ηλίας κατέβασε το παιδί από το υπερώον στο σπίτι, το παρέδωκεν εις την μητέρα του και είπε· “βλέπεις ότι το παιδί σου ζη”.

Γ Βασ. 17,24      καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς Ἠλιού· ἰδοὺ ἔγνωκα ὅτι σὺ ἄνθρωπος Θεοῦ καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐν τῷ στόματί σου ἀληθινόν.

Γ Βασ. 17,24             Απήντησεν η γυναίκα προς τον Ηλίαν· “ιδού, εγώ έχω πλέον γνωρίσει καλά και πεισθή, ότι συ είσαι άνθρωπος του Θεού και ότι ο λόγος του Θεού ο αληθινός πάντοτε υπάρχει στο στόμα σου”.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18- Ο ΠΡΟΦ. ΗΛΙΑΣ ΣΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ ΑΧΑΑΒ  

ΚΑΙ ΟΙ ΙΕΡΕΙΣ ΤΟΥ ΒΑΑΛ

                                    Ο προφ. Ηλίας παρουσιάζεται στο βασιλιά Αχαάβ

Γ Βασ. 18,1        Καὶ ἐγένετο μεθ᾿ ἡμέρας πολλὰς καὶ ῥῆμα Κυρίου ἐγένετο πρὸς Ἠλιοὺ ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ τρίτῳ λέγων· πορεύθητι καὶ ὄφθητι τῷ Ἀχαάβ, καὶ δώσω ὑετὸν ἐπὶ πρόσωπον τῆς γῆς.

Γ Βασ. 18,1                Επειτα από αρκετόν χρόνον, κατά το τρίτον έτος του λιμού, εδόθη εκ μέρους του Θεού εντολή στον Ηλιού, προς τον οποίον ο Κυριος είπε· “πήγαινε, παρουσιάσου στον Αχαάβ και εγώ θα δώσω τώρα βροχήν εις την γην”.

Γ Βασ. 18,2        καὶ ἐπορεύθη Ἠλιοὺ τοῦ ὀφθῆναι τῷ Ἀχαάβ, καὶ ἡ λιμὸς κραταιὰ ἐν Σαμαρείᾳ.

Γ Βασ. 18,2               Ο Ηλιού επήγε πράγματι να παρουσιασθή στον Αχαάβ, ενώ η πείνα λόγω της ανομβρίας ήτο ακόμη πολύ μεγάλη εις την Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 18,3        καὶ ἐκάλεσεν Ἀχαὰβ τὸν Ἀβδιοὺ τὸν οἰκονόμον· (καὶ Ἀβδιοὺ ἦν φοβούμενος τὸν Κύριον σφόδρα,

Γ Βασ. 18,3               Ο Αχαάβ προσεκάλεσε τας ημέρας εκείνας τον αρχιοικονόμον του, τον Αβδιού (ο οποίος Αβδιού εφοβείτο πάρα πολύ τον Κυριον,

Γ Βασ. 18,4        καὶ ἐγένετο ἐν τῷ τύπτειν τὴν Ἰεζάβελ τοὺς προφήτας Κυρίου καὶ ἔλαβεν Ἀβδιοὺ ἑκατὸν ἄνδρας προφήτας καὶ κατέκρυψεν αὐτοὺς κατὰ πεντήκοντα ἐν σπηλαίῳ καὶ διέτρεφεν αὐτοὺς ἐν ἄρτῳ καὶ ὕδατι·)

Γ Βασ. 18,4               και όταν η Ιεζάβελ εθανάτωνε τους προφήτας του Κυρίου, ο Αβδιού επήρεν εκατόν άνδρας προφήτας και τους απέκρυψεν ανά πεντήκοντα εις δύο σπήλαια, όπου και τους διέτρεφε με ψωμί και νερό).

Γ Βασ. 18,5        καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ πρὸς Ἀβδιού· δεῦρο καὶ διέλθωμεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἐπὶ πηγὰς τῶν ὑδάτων καὶ ἐπὶ χειμάῤῥους, ἐάν πως εὕρωμεν βοτάνην καὶ περιποιησώμεθα ἵππους καὶ ἡμιόνους, καὶ οὐκ ἐξολοθρευθήσονται ἀπὸ τῶν σκηνῶν.

Γ Βασ. 18,5               Ο Αχαάβ είπε προς τον Αβδιού· “έλα, ας περιοδεύσωμεν ανά την χώραν. Να πάμε εις τας πηγάς των υδάτων και στους χειμάρρους, μήπως τυχόν και εύρωμεν χόρτον, δια να θρέψωμεν τους ίππους και τους ημιόνους, δια να μη εξολοθρευθούν εντελώς από τους σταύλους”.

Γ Βασ. 18,6        καὶ ἐμέρισαν ἑαυτοῖς τὴν ὁδὸν τοῦ διελθεῖν αὐτήν· Ἀχαὰβ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ μιᾷ καὶ Ἀβδιοὺ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ ἄλλῃ μόνος.

Γ Βασ. 18,6               Εμοιράσθησαν μεταξύ των τον δρόμον, δια να περάσουν την χώραν. Ο Αχαάβ επορεύθη στον ένα δρόμον και ο Αβδιού εβάδισεν στον άλλον δρόμον μόνος.

Γ Βασ. 18,7        καὶ ἦν Ἀβδιοὺ ἐν τῇ ὁδῷ μόνος, καὶ ἦλθεν Ἠλιοὺ εἰς συνάντησιν αὐτοῦ μόνος· καὶ Ἀβδιοὺ ἔσπευσεν καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ εἶπεν· εἰ σὺ εἶ αὐτός, κύριέ μου Ἠλιού;

Γ Βασ. 18,7               Ενώ ο Αβδιού επροχωρούσε μόνος του στον δρόμον, ήλθε προς συνάντησίν του ο προφήτης Ηλίας. Ο Αβδιού έσπευσε και προσεκύνησεν αυτόν μέχρις εδάφους και του είπεν· “αλήθεια, συ είσαι ο ίδιος ο προφήτης Ηλίας, κύριέ μου;”

Γ Βασ. 18,8        καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ αὐτῷ· ἐγώ. πορεύου, λέγε τῷ κυρίῳ σου· ἰδοὺ Ἠλιού.

Γ Βασ. 18,8               Ο Ηλίας του απήντησεν· “εγώ είμαι. Πηγαινε και είπε στον κύριόν σου· Ιδού, ήλθεν ο Ηλιού”.

Γ Βασ. 18,9        καὶ εἶπεν Ἀβδιού· τί ἡμάρτηκα, ὅτι δίδως τὸν δοῦλόν σου εἰς χεῖρα Ἀχαὰβ τοῦ θανατῶσαί με;

Γ Βασ. 18,9               Ο Αβδιού απήντησεν· “εις τι σου έπταισα, ποίαν αμαρτίαν διέπραξα και παραδίδεις εμέ τον δούλον σου εις τας χείρας του Αχαάβ, δια να με θανατώση;

Γ Βασ. 18,10      ζῇ Κύριος ὁ Θεός σου, εἰ ἔστιν ἔθνος ἢ βασιλεία, οὗ οὐκ ἀπέστειλεν ὁ κύριός μου ζητεῖν σε, καὶ εἰ εἶπον· οὐκ ἔστι, καὶ ἐνέπρησε τὴν βασιλείαν καὶ τὰς χώρας αὐτῆς, ὅτι οὐχ εὕρηκέ σε.

Γ Βασ. 18,10             Σε διαβεβαιώ ενώπιον Κυρίου του Θεού σου, ότι δεν υπάρχει έθνος η βασίλειον, όπου ο κύριός μου ο Αχαάβ δεν απέστειλε, δια να σε αναζητήση. Και αν εκείνοι του απαντούσαν· Δεν υπάρχει εδώ ο Ηλιού, αυτός παρέδιδεν στο πυρ την βασιλείαν και τας χώρας αυτής, διότι δεν σε ανεκάλυπτε.

Γ Βασ. 18,11      καὶ νῦν σὺ λέγεις· πορεύου, ἀνάγγελλε τῷ κυρίῳ σου· ἰδοὺ Ἠλιού.

Γ Βασ. 18,11              Και τώρα συ μου λέγεις, πήγαινε και ανάγγειλε στον κύριόν σου, ότι ο Ηλίας είναι εδώ παρών;

Γ Βασ. 18,12      καὶ ἔσται ἐὰν ἐγὼ ἀπέλθω ἀπὸ σοῦ, καὶ πνεῦμα Κυρίου ἀρεῖ σε εἰς τὴν γῆν, ἣν οὐκ οἶδα, καὶ εἰσελεύσομαι ἀπαγγεῖλαι τῷ Ἀχαάβ, καὶ οὐχ εὑρήσει σε, καὶ ἀποκτενεῖ με· καὶ ὁ δοῦλός σού ἐστι φοβούμενος τὸν Κύριον ἐκ νεότητος αὐτοῦ.

Γ Βασ. 18,12             Εάν όμως συμβή, ώστε καθ' ον χρόνον εγώ θα φύγω από σέ, δια να μεταβώ στον Αχαάβ και σε αφαρπάση Πνεύμα Κυρίου και σε μεταφέρη εις άλλην χώραν, την οποίαν δεν γνωρίζω, εγώ δε θα παρουσιασθώ, δια να αναγγείλω στον Αχαάβ ότι είσαι εδώ και εκείνος δεν θα σε εύρη, τότε επάνω στον θυμόν του θα με θανατώση. Εγώ δε ο δούλος σου φοβούμαι τον Κυριον ανέκαθεν, από την νεαράν μου ηλικίαν.

Γ Βασ. 18,13      ᾖ οὐκ ἀπηγγέλη σοι τῷ κυρίῳ μου, οἷα πεποίηκα ἐν τῷ ἀποκτείνειν τὴν Ἰεζάβελ τοὺς προφήτας Κυρίου, καὶ ἔκρυψα ἀπὸ τῶν προφητῶν Κυρίου ἑκατὸν ἄνδρας, ἀνὰ πεντήκοντα ἐν σπηλαίῳ, καὶ ἔθρεψα ἐν ἄρτοις καὶ ὕδατι;

Γ Βασ. 18,13             Ασφαλώς δε θα έχουν γνωστοποιηθή εις σε τον κύριόν μου, όσα εγώ έκαμα δια τους προφήτας του Κυρίου, όταν η Ιεζάβελ τους εθανάτωνε. Εκρυψα από τους προφήτας του Κυρίου εκατόν άνδρας, ανά πεντήκοντα, εις δύο σπήλαια και τους έθρεψα με ψωμί και νερό.

Γ Βασ. 18,14      καὶ νῦν σὺ λέγεις μοι· πορεύου, λέγε τῷ κυρίῳ σου· ἰδοὺ Ἠλιού· καὶ ἀποκτενεῖ με;

Γ Βασ. 18,14             Και συ τώρα μου λέγεις πήγαινε και ειπέ στον κύριόν σου, ότι ο Ηλίας είναι παρών; Εκείνος ασφαλώς θα με θανατώση”.

Γ Βασ. 18,15      καὶ εἶπεν Ἠλιού· ζῇ Κύριος τῶν δυνάμεων, ᾧ παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅτι σήμερον ὀφθήσομαι αὐτῷ.

Γ Βασ. 18,15             Ο Ηλίας απήντησεν· “ορκίζομαι στον Κυριον των δυνάμεων, ενώπιον του οποίου παρίσταμαι ως δούλος, ότι σήμερον οπωσδήποτε θα παρουσιασθώ στον Αχαάβ, τον κύριόν σου”.

 

                                    Ο προφήτης Ηλίας και οι ιερείς του Βάαλ

Γ Βασ. 18,16      καὶ ἐπορεύθη Ἀβδιοὺ εἰς συναντὴν τῷ Ἀχαὰβ καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ· καὶ ἐξέδραμεν Ἀχαὰβ καὶ ἐπορεύθη εἰς συνάντησιν Ἠλιού.

Γ Βασ. 18,16             Ο Αβδιού, κατόπιν της εντολής αυτής του Ηλιού, επορεύθη εις συνάντησιν του Αχαάβ και ανήγγειλεν εις αυτόν την εμφάνισιν του Ηλιού. Ο Αχαάβ έτρεξε, δια να συναντήση τον Ηλιού.

Γ Βασ. 18,17      Καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν Ἀχαὰβ τὸν Ἠλιού, καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ πρὸς Ἠλιού· εἰ σὺ εἶ αὐτὸς ὁ διαστρέφων τὸν Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 18,17             Οταν δε είδε τον προφήτην Ηλίαν του είπεν· “αλήθεια, συ δεν είσαι εκείνος ο οποίος διαστρέφστον ισραηλιτικόν λαόν;”

Γ Βασ. 18,18      καὶ εἶπεν Ἠλιού· οὐ διαστρέφω τὸν Ἰσραήλ, ὅτι ἀλλ᾿ ἢ σὺ καὶ οἶκος τοῦ πατρός σου ἐν τῷ καταλιμπάνειν ὑμᾶς τὸν Κύριον Θεὸν ὑμῶν καὶ ἐπορεύθης ὀπίσω τῶν Βααλίμ.

Γ Βασ. 18,18             Ο Ηλιού του απήντησε· “δεν διαστρέφω τον ισραηλιτικόν λαόν εγώ, αλλά συ και η οικογένεια του πατρός σου, διότι σεις έχετε εγκαταλείψει Κυριον τον Θεόν σας και ηκολουθήσατε την λατρείαν των ειδώλων του Βααλ.

Γ Βασ. 18,19      καὶ νῦν ἀπόστειλον, συνάθροισον πρός με πάντα Ἰσραὴλ εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον καὶ τοὺς προφήτας τῆς αἰσχύνης τετρακοσίους καὶ πεντήκοντα καὶ τοὺς προφήτας τῶν ἀλσῶν τετρακοσίου ἐσθίοντας τράπεζαν Ἰεζάβελ.

Γ Βασ. 18,19             Και τώρα στείλε και συγκέντρωσε κοντά μου όλους τους εκπροσώπους του ισραηλιτικού λαού στο όρος Καρμηλον, όπως επίσης και τους τετρακοσίους πεντήκοντα ιερείς της αισχύνης και τους τετρακοσίους άλλους ιερείς των δασών της Αστάρτης, οι οποίοι τρώγουν εις την τράπεζαν της Ιεζάβελ”.

Γ Βασ. 18,20      καὶ ἀπέστειλεν Ἀχαὰβ εἰς πάντα Ἰσραὴλ καὶ ἐπισυνήγαγε πάντας τοὺς προφήτας εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον.

Γ Βασ. 18,20            Ο Αχαάβ απέστειλε πράγματι ανθρώπους εις όλον τον ισραηλιτικόν λαόν και συνεκέντρωσεν όλους τους ψευδείς προφήτας στο Καρμήλιον όρος.

Γ Βασ. 18,21      καὶ προσήγαγεν Ἠλιοὺ πρὸς πάντας, καὶ εἶπεν αὐτοῖς Ἠλιού· ἕως πότε ὑμεῖς χωλανεῖτε ἐπ᾿ ἀμφοτέραις ταῖς ἰγνύαις; εἰ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ· εἰ δὲ ὁ Βάαλ, πορεύεσθε ὀπίσω αὐτοῦ. καὶ οὐκ ἀπεκρίθη ὁ λαὸς λόγον.

Γ Βασ. 18,21             Ο προφήτης Ηλίας επλησίασεν όλους τους συγκεντρωθέντας εκεί και είπε προς αυτούς· “έως πότε εσείς θα χωλαίνετε και από τα δύο πόδια και θα κλίνετε πότε εδώ και πότε εκεί; Εάν ο Κυριος και Θεός των πατέρων μας είναι αληθινός, ακολουθήσατε αυτόν. Εάν όμως ο Βααλ είναι ο πραγματικός θεός, λατρεύσατε αυτόν”. Ο λαός δεν απήντησε τίποτε εις αυτά.

Γ Βασ. 18,22      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· ἐγὼ ὑπολέλειμμαι προφήτης τοῦ Κυρίου μονώτατος, καὶ οἱ προφῆται τοῦ Βάαλ τετρακόσιοι καὶ πεντήκοντα ἄνδρες, καὶ οἱ προφῆται τοῦ ἄλσους τετρακόσιοι·

Γ Βασ. 18,22            Ο δε Ηλιού είπε τότε προς τον λαόν· “εγώ έχω απομείνει εδώ εντελώς μόνος προφήτης του Κυρίου. Ενώ οι μεν προφήται του Βααλ είναι τετρακόσιοι και πεντήκοντα, οι δε προφήται του άλσους της Αστάρτης είναι τετρακόσιοι

Γ Βασ. 18,23      δότωσαν ἡμῖν δύο βόας, καὶ ἐκλεξάσθωσαν ἑαυτοῖς τὸν ἕνα καὶ μελισάτωσαν καὶ ἐπιθέτωσαν ἐπὶ τῶν ξύλων καὶ πῦρ μὴ ἐπιθέτωσαν, καὶ ἐγὼ ποιήσω τὸν βοῦν τὸν ἄλλον, καὶ πῦρ οὐ μὴ ἐπιθῶ.

Γ Βασ. 18,23             Ας μας δώσουν δύο βόϊδια και ας εκλέξουν αυτοί ένα βόϊδι, ας το κόψουν εις τεμάχια και ας το επιθέσουν επάνω εις τα ξύλα. Φωτιά όμως να μη ανάψουν. Το ίδιο θα κάμω και εγώ στο βόϊδι το άλλο και δεν θα ανάψω φωτιά επί του θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 18,24      καὶ βοᾶτε ἐν ὀνόματι θεῶν ὑμῶν, καὶ ἐγὼ ἐπικαλέσομαι ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου, καὶ ἔσται ὁ θεὸς ὃς ἐὰν ἐπακούσῃ ἐν πυρί, οὗτος Θεός. καὶ ἀπεκρίθησαν πᾶς ὁ λαὸς καὶ εἶπον· καλὸν τὸ ῥῆμα, ὃ ἐλάλησας.

Γ Βασ. 18,24            Σεις, οι ιερείς των ειδώλων, θα φωνάζετε και θα παρακαλήτε τον θεόν σας και εγώ επίσης θα επικαλεσθώ το όνομα Κυρίου του Θεού μου. Εκείνος ο Θεός θα είναι αληθινός και πραγματικός, ο οποίος θα ακούση την προσευχήν και θα στείλη πυρ επάνω στο θυσιαστήριον”. Ολοι οι παριστάμενοι αντιπρόσωποι του λαού, απεκρίθησαν και είπαν· “καλός είναι αυτός ο λόγος, τον οποίον μας είπες ας γίνη έτσι”.

Γ Βασ. 18,25      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ τοῖς προφήταις τῆς αἰσχύνης· ἐκλέξασθε ἑαυτοῖς τὸν μόσχον τὸν ἕνα καὶ ποιήσατε πρῶτοι, ὅτι πολλοὶ ὑμεῖς, καὶ ἐπικαλέσασθε ἐν ὀνόματι θεοῦ ὑμῶν καὶ πῦρ μὴ ἐπιθῆτε.

Γ Βασ. 18,25             Τοτε ο Ηλίας είπεν στους προφήτας της αισχύνης· “διαλέξετε σεις δια τον εαυτόν σας τον ένα μόσχον και ετοιμάσατό τον σεις πρώτοι, διότι είσθε πολλοί και επικαλεσθήτε το όνομα του θεού σας. Φωτιά όμως να μη θέσετε επάνω στο θυσιαστήριον”.

Γ Βασ. 18,26      καὶ ἔλαβον τὸν μόσχον καὶ ἐποίησαν καὶ ἐπεκαλοῦντο ἐν ὀνόματι τοῦ Βάαλ ἐκ πρωΐθεν ἕως μεσημβρίας καὶ εἶπον· ἐπάκουσον ἡμῶν, ὁ Βάαλ, ἐπάκουσον ἡμῶν· καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· καὶ διέτρεχον ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου, οὗ ἐποίησαν.

Γ Βασ. 18,26            Εκείνοι επήραν τον μόσχον, ητοίμασαν αυτόν και επεκαλούντο το όνομα του Βααλ από την πρωίαν έως την μεσημβρίαν και έλεγαν· “ω Βααλ, επάκουσέ μας. Ακουσε την προσευχήν μας, Βααλ” ! Αλλά ο θεός των ούτε τους ήκουσεν ούτε και τους απήντησεν. Εκείνοι δε έτρεχαν γύρω από το θυσιαστήριον, το οποίον κατεσκεύασαν, παρακαλούντες συνεχώς τον Βααλ.

Γ Βασ. 18,27      καὶ ἐγένετο μεσημβρία καὶ ἐμυκτήρισεν αὐτοὺς Ἠλιοὺ ὁ Θεσβίτης καὶ εἶπεν· ἐπικαλεῖσθε ἐν φωνῇ μεγάλῃ, ὅτι θεός ἐστιν, ὅτι ἀδολεσχία αὐτῷ ἐστι, καὶ ἅμα μή ποτε χρηματίζει αὐτός, ἢ μή ποτε καθεύδει αὐτός, καὶ ἐξαναστήσεται.

Γ Βασ. 18,27             Εφθασεν η μεσημβρία, ο δε προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ειρωνευόμενος αυτούς, τους είπε· “παρακαλέσατε αυτόν με ακόμη μεγαλυτέραν φωνήν, διότι είναι θεός ! Ισως φλυαρεί κάπου, πιθανόν να ευρίσκεται προς σωματικήν του ανάγκην, δεν αποκλείεται και να κοιμάται. Φωνάξτε, δια να εξυπνήση” !

Γ Βασ. 18,28      καὶ ἐπεκαλοῦντο ἐν φωνῇ μεγάλῃ καὶ κατετέμνοντο κατὰ τὸν ἐθισμὸν αὐτῶν ἐν μαχαίραις καὶ σειρομάσταις ἕως ἐκχύσεως αἵματος ἐπ᾿ αὐτούς·

Γ Βασ. 18,28            Εκείνοι εκαλούσαν τον θεόν των με ακόμη μεγαλυτέραν φωνήν και, κατά την ειδωλολατρικήν των συνήθειαν, κατέκοπτον τον εαυτόν των με μαχαίρας και με αγκαθεράς λόγχας, μέχρις ότου έρρεεν επάνω εις τα σώματά των το αίμα.

Γ Βασ. 18,29      καὶ ἐπροφήτευον ἕως οὗ παρῆλθε τὸ δειλινόν. καὶ ἐγένετο ὡς ὁ καιρὸς τοῦ ἀναβῆναι τὴν θυσίαν καὶ οὐκ ἦν φωνή. καὶ ἐλάλησεν Ἠλιοὺ ὁ Θεσβίτης πρὸς τοὺς προφήτας τῶν προσοχθισμάτων λέγων· μετάστητε ἀπὸ τοῦ νῦν, καὶ ἐγὼ ποιήσω τὸ ὁλοκαύτωμά μου. καὶ μετέστησαν, καὶ ἀπῆλθον.

Γ Βασ. 18,29            Επεκαλούντο τον θεόν και προσηύχοντο, μέχρις ότου ήλθε το δειλινόν, η ώρα δηλαδή κατά την οποίαν προσεφέρετο η απογευματινή θυσία προς τον θεόν. Αλλά καμμία απάντησις δεν εδίδετο εις αυτούς. Ωμίλησε τότε ο Ηλιού ο Θεσβίτης προς τους προφήτας των βδελυρών θεών λέγων· “απομακρυνθήτε από αυτού τώρα και εγώ θα ετοιμάσω τον μόσχον δια το ολοκαύτωμά μου”. Εκείνοι απεμακρύνθησαν ολίγον και απεχώρησαν από εκεί.

Γ Βασ. 18,30      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· προσαγάγετε πρός με· καὶ προσήγαγε πᾶς ὁ λαὸς πρὸς αὐτόν.

Γ Βασ. 18,30             Είπε τότε ο Ηλιού προς τον λαόν· “πλησιάσατε εδώ κοντά μου”. Και όλος ο λαός επλησίασε προς αυτόν.

Γ Βασ. 18,31      καὶ ἔλαβεν Ἠλιοὺ δώδεκα λίθους κατὰ ἀριθμὸν φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ, ὡς ἐλάλησε Κύριος πρὸς αὐτὸν λέγων· Ἰσραὴλ ἔσται τὸ ὄνομά σου.

Γ Βασ. 18,31             Επήρεν ο Ηλιού δώδεκα λίθους, κατά τον αριθμόν των φυλών του Ισραήλ, όπως είχεν ομιλήσει ο Κυριος τότε προς τον Ιακώβ λέγων· “Ισραήλ θα είναι πλέον το όνομά σου”.

Γ Βασ. 18,32      καὶ ᾠκοδόμησε τοὺς λίθους ἐν ὀνόματι Κυρίου καὶ ἰάσατο τὸ θυσιαστήριον τὸ κατεσκαμμένον, καὶ ἐποίησε θάλασσαν χωροῦσαν δύο μετρητὰς σπέρματος κυκλόθεν τοῦ θυσιαστηρίου.

Γ Βασ. 18,32             Και έκτισε με τους λίθους αυτούς θυσιαστήριον επ' ονόματι του Κυρίου. Ξαναέκτισε δηλαδή και ανεκαίνισεν εκεί προηγούμενον θυσιαστήριον, το οποίον είχε καταστροφή. Εκαμεν επίσης γύρω από το θυσιαστήριον τούτο μεγάλο αυλάκι, που εχωρούσε δύο μετρητάς νερού (25   περίπου κιλά).

Γ Βασ. 18,33      καὶ ἐστοίβασε τὰς σχίδακας ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον, ὃ ἐποίησε, καὶ ἐμέλισε τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ ἐπέθηκεν ἐπὶ τὰς σχίδακας καὶ ἐστοίβασεν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ εἶπε· λάβετέ μοι τέσσαρας ὑδρίας ὕδατος καὶ ἐπιχέετε ἐπὶ τὸ ὁλοκαύτωμα καὶ ἐπὶ τὰς σχίδακας· καὶ ἐποίησαν οὕτως.

Γ Βασ. 18,33             Εστοίβασε τα σχισμένα ξύλα επάνω στο θυσιαστήριον αυτό, που είχε κάμει, ετεμάχισε το ολοκαύτωμα και έθεσε τα τεμάχια του ζώου επάνω εις τα ξύλα, που είχε στοιβάσει στο θυσιαστήριον, και είπε· “φέρετέ μου τέσσαρας υδρίας νερό και χύσατέ το επάνω στο ολοκαύτωμα και εις τα ξύλα”. Εκείνοι δε έκαμαν, όπως τους είπεν.

Γ Βασ. 18,34      καὶ εἶπε· δευτερώσατε· καὶ ἐδευτέρωσαν. καὶ εἶπε· τρισσώσατε· καὶ ἐτρίσσευσαν.

Γ Βασ. 18,34             Ο Ηλίας είπε· “κάμετε το ίδιο δια δευτέραν φοράν”. Και δια δευτέραν φοράν έρριψαν νερό. Είπε πάλιν· “δια τρίτην φοράν το ίδιο”. Και εκείνοι έχυσαν νερό δια τρίτην φοράν.

Γ Βασ. 18,35      καὶ διεπορεύετο τὸ ὕδωρ κύκλῳ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ τὴν θάλασσαν ἔπλησαν ὕδατος.

Γ Βασ. 18,35             Το νερό, που εχύθη, έτρεχεν ολόγυρα από το θυσιαστήριον και εγέμισε το αύυάκι νερό.

Γ Βασ. 18,36      καὶ ἀνεβόησεν Ἠλιοὺ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Κύριε ὁ Θεὸς Ἁβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰσραήλ, ἐπάκουσόν μου, Κύριε, ἐπάκουσόν μου σήμερον ἐν πυρί, καὶ γνώτωσαν πᾶς ὁ λαὸς οὗτος ὅτι σὺ εἶ Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ καὶ ἐγὼ δοῦλός σου καὶ διὰ σὲ πεποίηκα τὰ ἔργα ταῦτα.

Γ Βασ. 18,36             Ο Ηλίας προσηυχήθη με μεγάλην κραυγήν στον ουρανόν και είπε· “Κυριε, ο Θεός του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ισραήλ, άκουσε την προσευχήν μου. Κυριε, άκουσε σήμερον την προσευχήν μου και στείλε πυρ επάνω στο θυσιαστήριον αυτό, δια να γνωρίση όλος αυτός ο ισραηλιτικός λαός, ότι συ είσαι ο Κυριος και ο Θεός του Ισραήλ, εγώ σε είμαι δούλος σου και προς δόξαν του αγίου Ονόματός σου και κατόπιν ιδικής σου εντολής έκαμα αυτά τα έργα.

Γ Βασ. 18,37      ἐπάκουσόν μου, Κύριε, ἐπάκουσόν μου ἐν πυρί, καὶ γνώτω ὁ λαὸς οὗτος, ὅτι σὺ εἶ Κύριος ὁ Θεὸς καὶ σὺ ἔστρεψας τὴν καρδίαν τοῦ λαοῦ τούτου ὀπίσω.

Γ Βασ. 18,37             Επάκουσόν μου, Κυριε, επάκουσόν μου αποστέλλων πυρ και ας μάθη όλος ο λαός αυτός, ότι συ είσαι ο αληθινός Κυριος και Θεός και συ μετέστρεψες την καρδίαν του λαού αυτού, ώστε να σε ακολουθή”.

Γ Βασ. 18,38      καὶ ἔπεσε πῦρ παρὰ Κυρίου ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέφαγε τὰ ὁλοκαυτώματα καὶ τὰς σχίδακας καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ τοὺς λίθους καὶ τὸν χοῦν ἐξέλειξε τὸ πῦρ.

Γ Βασ. 18,38             Επεσε δε τότε πυρ από τον ουρανόν παρά Κυρίου, το οποίον κατέφαγε τα τεμάχια του προς ολοκαύτωσιν ζώου, τα ξύλα και το ύδωρ, που ευρίσκετο εις την αύλακα. Ακόμη δε κατέφαγε και τους λίθους, έγλειψε δε και αυτό το χώμα.

Γ Βασ. 18,39      καὶ ἔπεσε πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ εἶπον· ἀληθῶς Κύριος ὁ Θεός, αὐτὸς ὁ Θεός.

Γ Βασ. 18,39             Ολος ο λαός, όταν είδε το καταπληκτικόν θαύμα, έπεσεν στο έδαφος, προσεκύνησαν τον Θεόν και είπαν· “ο Κυριος και ο Θεός μας, αυτός είναι ο πραγματικός Θεός”.

Γ Βασ. 18,40      καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ πρὸς τὸν λαόν· συλλάβετε τοὺς προφήτας τοῦ Βάαλ, μηδεὶς σωθήτω ἐξ αὐτῶν· καὶ συνέλαβον αὐτούς, καὶ κατάγει αὐτοὺς Ἠλιοὺ εἰς τὸν χειμάῤῥουν Κισσῶν καὶ ἔσφαξεν αὐτοὺς ἐκεῖ.

Γ Βασ. 18,40            Είπε δε τότε ο Ηλιού προς τον λαόν· “συλλάβετε τους ιερείς του Βααλ. Κανείς από αυτούς δεν πρέπει να διασωθή”. Οι άνδρες συνέλαβαν τους ιερείς, ο δε Ηλίας τους κατεβίβασεν στον χείμαρρον Κισσών, όπου και τους έσφαξεν.

 

                                    Το τέλος της ανομβρίας

Γ Βασ. 18,41      Καὶ εἶπεν Ἠλιοὺ τῷ Ἀχαάβ· ἀνάβηθι καὶ φάγε καὶ πίε, ὅτι φωνὴ τῶν ποδῶν τοῦ ὑετοῦ.

Γ Βασ. 18,41             Είπε κατόπιν ο Ηλίας προς τον Αχαάβ· “σήκω, φάγε και πίε, διότι ακούεται ο θόρυβος της ερχομένης βροχής, σαν πόδια πεζοπορούντων”.

Γ Βασ. 18,42      καὶ ἀνέβη Ἀχαὰβ τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν, καὶ Ἠλιοὺ ἀνέβη ἐπὶ τὸν Κάρμηλον καὶ ἔκυψεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἔθηκε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀνὰ μέσον τῶν γονάτων αὐτοῦ.

Γ Βασ. 18,42            Ο Αχαάβ ανέβη εις κάποιο εκεί ύψωμα, δια να φάγη και να πιή. Ο δε Ηλιού ανέβη εις μίαν κορυφήν του Καρμήλου, έσκυψεν εις την γην, έθεσε το πρόσωπόν του ανάμεσα εις τα γόνατά του και προσηύχετο.

Γ Βασ. 18,43      καὶ εἶπε τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ· ἀνάβηθι καὶ ἐπίβλεψον ὁδὸν τῆς θαλάσσης. καὶ ἐπέβλεψεν τὸ παιδάριον καὶ εἶπεν· οὐκ ἔστιν οὐθέν. καὶ εἶπεν Ἠλιού· καὶ σὺ ἐπίστρεψον ἑπτάκις·

Γ Βασ. 18,43             Κατόπιν ο Ηλιού είπεν στον υπηρέτην του· “ανέβα εις ένα ύψωμα και στρέψε τα βλέμματά σου προς δυσμάς, προς το μέρος της θαλάσσης”. Ο υπηρέτης ανέβη πράγματι, εγύρισε το βλέμμα του προς την θάλασσαν και είπε· “δεν υπάρχει τίποτε”. Ο Ηλίας του απήντησε· “πήγαινε και έλα επτά φοράς”.

Γ Βασ. 18,44      καὶ ἐπέστρεψε τὸ παιδάριον ἑπτάκις. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑβδόμῳ καὶ ἰδοὺ νεφέλη μικρὰ ὡς ἴχνος ἀνδρὸς ἀνάγουσα ὕδωρ· καὶ εἶπεν· ἀνάβηθι καὶ εἶπον τῷ Ἀχαάβ· ζεῦξον τὸ ἅρμα σου καὶ κατάβηθι, μὴ καταλάβῃ σε ὁ ὑετός.

Γ Βασ. 18,44            Ο υπηρέτης επήγε και ήλθεν επτά φοράς. Κατά δε την εβδόμην φοράν, ιδού εφάνη μία μικρά νεφέλη, το μέγεθος της οποίας ήτο σαν το ίχνος που αφήνει το πάτημα ανδρός και αυτή προεμήνυε βροχήν. Ο Ηλίας είπε τότε στον υπηρέτην του· “πήγαινε και ειπέ στον Αχαάβ· Ζεύξε το άρμα σου και κατέβα, μήπως σε προλάβη η βροχή στον δρόμον”.

Γ Βασ. 18,45      καὶ ἐγένετο ἕως ὧδε καὶ ὧδε καὶ ὁ οὐρανὸς συνεσκότασε νεφέλαις καὶ πνεύματι, καὶ ἐγένετο ὑετὸς μέγας· καὶ ἔκλαιε καὶ ἐπορεύετο Ἀχαὰβ ἕως Ἰεζράελ.

Γ Βασ. 18,45             Δεν επέρασε πολλή ώρα και ο ουρανός εσκοτείνιασεν από τα πολλά νέφη, που έφερεν ο άνεμος. Και αμέσως έπιασε μεγάλη βροχή. Ο δε Αχαάβ επορεύετο κλαίων προς την πόλιν του Ιεζράελ.

Γ Βασ. 18,46      καὶ χεὶρ Κυρίου ἐπὶ τὸν Ἠλιού, καὶ συνέσφιξε τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ καὶ ἔτρεχεν ἔμπροσθεν Ἀχαὰβ ἕως Ἰεζράελ.

Γ Βασ. 18,46            Δύναμις δε του Κυρίου υπήρχεν στον Ηλιού, ο οποίος έζωσε το φόρεμά του εις την μέσην του, έφθασε και επροσπέρασε τον Αχαάβ, έως την πόλιν Ιεζράελ.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19- Η ΦΥΓΗ ΤΟΥ ΠΡΟΦ. ΗΛΙΑ ΚΑΙ Η ΝΕΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗ  

ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ

                                    Η φυγή του προφήτη Ηλία

Γ Βασ. 19,1        Καὶ ἀνήγγειλεν Ἀχαὰβ τῇ Ἰεζάβελ γυναικὶ αὐτοῦ πάντα, ἃ ἐποίησεν Ἠλιού, καὶ ὡς ἀπέκτεινε τοὺς προφήτας ἐν ῥομφαίᾳ.

Γ Βασ. 19,1                Ο Αχαάβ, όταν έφθασεν στο ανάκτορόν του, εγνωστοποίησεν εις την σύζυγόν του την Ιεζάβελ όλα, όσα θαυματουργικώς έκαμεν ο Ηλιού, όπως επίσης και το ότι εθανάτωσε με ρομφαίαν τους προφήτας των ειδώλων.

Γ Βασ. 19,2        καὶ ἀπέστειλεν Ἰεζάβελ πρὸς Ἠλιοὺ καὶ εἶπεν· εἰ σὺ εἶ Ἠλιοὺ καὶ ἐγὼ Ἰεζάβελ, τάδε ποιήσαι μοι ὁ Θεὸς καὶ τάδε προσθείη, ὅτι ταύτην τὴν ὥραν αὔριον θήσομαι τὴν ψυχήν σου καθὼς ψυχὴν ἑνὸς ἐξ αὐτῶν.

Γ Βασ. 19,2               Η Ιεζάβελ, κυριευθείσα από οργήν, έστειλεν ανθρώπους της προς τον Ηλίαν και του είπεν· “όσον είναι αλήθεια ότι συ είσαι ο Ηλιού και εγώ είμαι η Ιεζάβελ, ας με τιμωρήση ο Θεός με τας βαρυτέρας τιμωρίας, εάν αυτήν την ώραν αύριον δεν παραδώσω την ζωήν σου εις θάνατον, ωσάν ενός εξ αυτών που συ εθανάτωσες”.

Γ Βασ. 19,3        καὶ ἐφοβήθη Ἠλιοὺ καὶ ἀνέστη καὶ ἀπῆλθε κατὰ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ ἔρχεται εἰς Βηρσαβεὲ γῆν Ἰούδα καὶ ἀφῆκε τὸ παιδάριον αὐτοῦ ἐκεῖ·

Γ Βασ. 19,3               Ο Ηλίας εφοβήθη. Εσηκώθη και έφυγεν από εκεί και κατηυθύνετο, όπου η φοβισμένη καρδιά του τον ωθούσε. Εφθασεν εις την Βηρσαβεέ, πόλιν της φυλής του Ιούδα. Εκεί δε αφήκε τον υπηρέτην του.

Γ Βασ. 19,4        καὶ αὐτὸς ἐπορεύθη ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν ἡμέρας καὶ ἦλθε καὶ ἐκάθισεν ὑποκάτω Ῥαθμὲν καὶ ᾐτήσατο τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀποθανεῖν καὶ εἶπεν· ἱκανούσθω νῦν, λαβὲ δὴ τὴν ψυχή μου ἀπ᾿ ἐμοῦ, Κύριε, ὅτι οὐ κρείσσων ἐγώ εἰμι ὑπὲρ τοὺς πατέρας μου.

Γ Βασ. 19,4               Ο Ηλίας επροχώρησεν στο εσωτερικόν της ερήμου, δρόμον μιας ημέρας, ήλθε και εκάθισεν υποκάτω από ένα φυτόν, που ωνομάζετο Ραθμέν (αρκευθος), και εζήτησεν από τον Θεόν να αποθάνη λέγων· “αρκετά έως τώρα έζησα. Παρε, Κυριε, από εμέ την ψυχήν μου, διότι εγώ δεν είμαι καλύτερος από τους προγόνους μου”.

Γ Βασ. 19,5        καὶ ἐκοιμήθη καὶ ὕπνωσεν ἐκεῖ ὑπὸ φυτόν, καὶ ἰδού τις ἥψατο αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀνάστηθι καὶ φάγε·

Γ Βασ. 19,5               Αποκαρδιωμένος δε και βαρύθυμος έπεσε και εκοιμήθη εκεί κάτω από το δένδρον. Αίφνης κάποιος τον ήγγισεν και του είπε· “σήκω και φάγε”.

Γ Βασ. 19,6        καὶ ἐπέβλεψεν Ἠλιού, καὶ ἰδοὺ πρὸς κεφαλῆς αὐτοῦ ἐγκρυφίας ὀλυρίτης καὶ καψάκης ὕδατος· καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε. καὶ ἐπιστρέψας ἐκοιμήθη.

Γ Βασ. 19,6               Ο Ηλίας εξύπνησεν, ήνοιξε τα μάτια του και είδεν προς το μέρος, που ανεπαύετο η κεφαλή του, ψημένην κριθίνην λαγάναν και δοχείον με νερό. Εσηκώθη, έφαγε, έπιε και εκοιμήθη πάλιν.

Γ Βασ. 19,7        καὶ ἐπέστρεψεν ὁ ἄγγελος Κυρίου ἐκ δευτέρου καὶ ἥψατο αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀνάστα φάγε, ὅτι πολλὴ ἀπὸ σοῦ ἡ ὁδός.

Γ Βασ. 19,7               Ο άγγελος επανήλθε δια δευτέραν φοράν, ήγγισεν αυτόν και του είπε· “σήκω και φάγε, διότι είναι πολύς ακόμη ο δρόμος, που θα κάμης”.

Γ Βασ. 19,8        καὶ ἀνέστη καὶ ἔφαγε καὶ ἔπιε· καὶ ἐπορεύθη ἐν ἰσχύϊ τῆς βρώσεως ἐκείνης τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τεσσαράκοντα νύκτας ἕως ὄρους Χωρήβ.

Γ Βασ. 19,8               Ο Ηλίας εσηκώθη, έφαγε και έπιε. Με την δύναμιν δε της τροφής εκείνης εβάδισεν επί τεσσαράκοντα ημέρας και τεσσαράκοντα νύκτας, έως ότου έφθασεν στο όρος Χωρήβ.

Γ Βασ. 19,9        καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ εἰς τὸ σπήλαιον καὶ κατέλυσεν ἐκεῖ· καὶ ἰδοὺ ῥῆμα Κυρίου πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε· τί σὺ ἐνταῦθα, Ἠλιού;

Γ Βασ. 19,9               Εισήλθεν εις ένα εκεί σπήλαιον, όπου και έμεινε. Και ιδού, ο Κυριος ωμίλησε προς αυτόν και είπε· “διατί συ, Ηλιού, ευρίσκεσαι εδώ;”

Γ Βασ. 19,10      καὶ εἶπεν Ἠλιού· ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπόν σε οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· τὰ θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν.

Γ Βασ. 19,10             Ο Ηλίας απήντησε· “πλημμυρίζει η καρδία μου από φλογερόν ζήλον δια σέ, τον Κυριον και Παντοκράτορα, διότι οι Ισραηλίται σε εγκατέλειψαν. Τα θυσιαστήριά σου τα κατέσκαψαν, τους δε προφήτας σου εφόνευσαν με ρομφαίαν. Ετσι δε έχω απομείνει εγώ εντελώς μόνος, οι δε εχθροί σου ζητούν να αφαιρέσουν και την δίκην μου ζωήν”.

 

                                    Ο προφήτης Ηλίας σε νέα αποστολή

Γ Βασ. 19,11      καὶ εἶπεν· ἐξελεύσῃ αὔριον καὶ στήσῃ ἐνώπιον Κυρίου ἐν τῷ ὄρει· ἰδοὺ παρελεύσεται Κύριος, καὶ ἰδοὺ πνεῦμα μέγα κραταιὸν διαλῦον ὄρη καὶ συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου, οὐκ ἐν τῷ πνεύματι Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πνεῦμα συσσεισμός, οὐκ ἐν τῷ συσσεισμῷ Κύριος·

Γ Βασ. 19,11              Είπε προς αυτόν ο Θεός· “αύριον να εξέλθης από το σπήλαιον και να σταθής ενώπιον του Κυρίου στο όρος· και ιδού, θα περάση εκεί ο Κυριος”. Ετσι και έγινε. Αίφνης ισχυρότατος άνεμος έπνευσε, που διέλυε όρη και συνέτριβε πέτρας, αλλά δεν υπήρχεν ο Κυριος μέσα στον σφοδρόν άνεμον. Επειτα από τον άνεμον έγινε σεισμός μεγάλος, αλλά ούτε μέσα στον σεισμόν υπήρχεν ο Κυριος.

Γ Βασ. 19,12      καὶ μετὰ τὸν συσσειμὸν πῦρ, οὐκ ἐν τῷ πυρὶ Κύριος· καὶ μετὰ τὸ πῦρ φωνὴ αὔρας λεπτῆς, κἀκεῖ Κύριος.

Γ Βασ. 19,12             Επειτα από τον σεισμόν ήλθε πυρ. Ούτε μέσα στο πυρ υπήρχεν ο Κυριος. Επειτα από το πυρ ηκούσθη φωνή αύρας λεπτής και δροσεράς. Εκεί υπήρχεν ο Κυριος.

Γ Βασ. 19,13      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἠλιού, καὶ ἐπεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐν τῇ μηλωτῇ αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε καὶ ἔστη ὑπὸ σπήλαιον· καὶ ἰδοὺ πρὸς αὐτὸν φωνὴ καὶ εἶπε· τί σὺ ἐνταῦθα Ἠλιού;

Γ Βασ. 19,13             Οταν ο Ηλίας ήκουσε και είδεν αυτό, εκάλυψεν από σεβασμόν και φόβον τα πρόσωπόν του με την μηλωτήν. Εξήλθε και εστάθη κάτω από το σπήλαιον. Και ιδού πάλιν ο Θεός τον η ρώτησε· “διατί ευρίσκεσαι εδώ, Ηλία;”

Γ Βασ. 19,14      καὶ εἶπεν Ἠλιού· ζηλῶν ἐζήλωκα τῷ Κυρίῳ παντοκράτορι, ὅτι ἐγκατέλιπον τὴν διαθήκην σου οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ· καὶ τὰ θυσιαστήριά σου καθεῖλαν καὶ τοὺς προφήτας σου ἀπέκτειναν ἐν ῥομφαίᾳ, καὶ ὑπολέλειμμαι ἐγὼ μονώτατος, καὶ ζητοῦσι τὴν ψυχήν μου λαβεῖν αὐτήν.

Γ Βασ. 19,14             Ο δε Ηλίας απήντησε· “φλογερύς ζήλος πλημμυρίζει την καρδίαν μου προς χάριν σου, του Θεού του παντοκράτορος. Πονώ, διότι οι Ισραηλίται εγκατέλιπον την διαθήκην σου. Κατέσκαψαν και εκρήμνισαν τα θυσιαστήριά σου. Εφόνευσαν με ρομφαίαν τους προφήτας σου. Εγώ δε εντελώς μόνος έχω απομείνει. Αλλά ζητούν και την ίιδικήν μου ζωήν να αφαιρέσουν”.

Γ Βασ. 19,15      καὶ εἶπε Κύριος πρὸς αὐτόν· πορεύου, ἀνάστρεφε εἰς τὴν ὁδόν σου καὶ ἥξεις εἰς τὴν ὁδὸν ἐρήμου Δαμασκοῦ καὶ ἥξεις καὶ χρίσεις τὸν Ἀζαὴλ εἰς βασιλέα τῆς Συρίας·

Γ Βασ. 19,15             Είπε τότε ο Κυριος προς αυτόν· “πήγαινε, ξαναγύρισε στον δρόμον σου και θα έλθης στον δρόμον της ερήμου της Δαμασκού. Οταν φθάσης εκεί, θα χρίσης ως βασιλέα της Συρίας τον Αζαήλ,

Γ Βασ. 19,16      καὶ τὸν Ἰοὺ υἱὸν Ναμεσσὶ χρίσεις εἰς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ· καὶ τὸν Ἑλισαιὲ υἱὸν Σαφὰτ χρίσεις εἰς προφήτην ἀντὶ σοῦ.

Γ Βασ. 19,16             τον δε Ιού, υιόν του Ναμεσσί, θα τον χρίσης βασιλέα των Ισραηλιτών και τον Ελισαιέ, τον υιόν Σαφάτ, θα τον χρίσης ως προφήτην αντί σου.

Γ Βασ. 19,17      καὶ ἔσται τὸν σῳζόμενον ἐκ ῥομφαίας Ἀζαήλ, θανατώσει Ἰού, καὶ τὸν σῳζόμενον ἐκ ῥομφαίας Ἰοὺ θανατώσει Ἑλισαιέ.

Γ Βασ. 19,17             Θα συμβή δε τούτο· εκείνον οποίος θα διασωθή από την ρομφαίαν του Αζαήλ, θα τον θανατώση ο Ιού, και εκείνον ο οποίος θα διαφύγη την φονικήν ρομφαίαν Ιού, θα τον τιμωρήση δια θανάτου ο 'Ελισαιος.

Γ Βασ. 19,18      καὶ καταλείψεις ἐν Ἰσραὴλ ἑπτὰ χιλιάδας ἀνδρῶν, πάντα γόνατα, ἃ οὐκ ὤκλασαν γόνυ τῷ Βάαλ, καὶ πᾶν στόμα, ὃ οὐ προσεκύνησεν αὐτῷ.

Γ Βασ. 19,18             Θα αφήσης όμως ζώντας και ασφαλείς μεταξύ των Ισραηλιτών επτά χιλιάδας άνδρας, όλους εκείνους οι οποίοι δεν έκαμψαν γόνυ, δια, να προσκυνήσουν τον Βααλ, τα στόματα εκείνα τα οποία δεν προσεκύνησαν αυτόν”.

 

                                    Ο προφήτης Ηλίας καλεί τον Ελισαίο 

Γ Βασ. 19,19      Καὶ ἀπῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ εὑρίσκει τὸν Ἑλισαιὲ υἱὸν Σαφάτ, καὶ αὐτὸς ἠροτρία ἐν βουσὶ -δώδεκα ζεύγη ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἐν τοῖς δώδεκα- καὶ ἀπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ ἐπέῤῥιψε τὴν μηλωτὴν αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτόν.

Γ Βασ. 19,19             Ο Ηλίας ανεχώρησεν από εκεί, εύρε τον Ελισαίον, τον υιόν του Σαφάτ, ο οποίος τότε έκανε χωράφι με τα βόϊδια του- δώδεκα ζεύγη βοϊδιών ώργωναν ενώπιόν του, αυτός δε έκανε χωράφι αυτοπροσώπως με ένα ζεύγος-. Ο Ηλίας τον επλησίασε και έρριψεν επάνω εις αυτόν την μηλωτήν.

Γ Βασ. 19,20      καὶ κατέλιπεν Ἑλισαιὲ τὰς βόας καὶ κατέδραμεν ὀπίσω Ἠλιοὺ καὶ εἶπε· καταφιλήσω τὸν πατέρα μου καὶ ἀκολουθήσω ὀπίσω σου· καὶ εἶπεν Ἠλιού· ἀνάστρεφε, ὅτι πεποίηκά σοι.

Γ Βασ. 19,20            Ο Ελισαίος ενόησε την συμβολικήν αυτήν πράξιν του Ηλιού, εγκατέλειπε τα βόϊδια του και έτρεξεν όπισθεν του Ηλιού και του είπεν· “επίτρεψόν μου να μεταβώ, δια να αποχαιρετήσω και καταφιλήσω τον πατέρα μου, και έπειτα θα σε ακολουθήσω”. Ο δε Ηλίας του είπε· “πήγαινε και γύρισε πάλιν, διότι σε έχω καταστήσει προφήτην”.

Γ Βασ. 19,21      καὶ ἀνέστρεψεν ἐξόπισθεν αὐτοῦ καὶ ἔλαβε τὰ ζεύγη τῶν βοῶν καὶ ἔθυσε καὶ ἥψησεν αὐτὰ ἐν τοῖς σκεύεσι τῶν βοῶν καὶ ἔδωκε τῷ λαῷ, καὶ ἔφαγον· καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη ὀπίσω Ἠλιοὺ καὶ ἐλειτούργει αὐτῷ.

Γ Βασ. 19,21             Ο Ελισαίος απεχωρίσθη την ώραν εκείνην από τον Ηλίαν, επήρε τα δώδεκα ζεύγη των βοϊδιών, τα έσφαξε και τα εθυσίασε, τα έψησε με τα ξύλα από τα άροτρα των βοϊδιών, παρέθεσε τράπεζαν στον λαόν και έφαγον. Επειτα εσηκώθη και επορεύθη εις συνάντησιν του Ηλιού και υπηρετούσεν αυτόν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20- Ο ΑΧΑΑΒ ΚΑΙ Ο ΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΝΑΒΟΥΘΑΙ  

ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΘΕΙΑΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΧΑΑΒ

                                    Ο Αχαάβ και ο φόνος του Ναβουθαί

Γ Βασ. 20,1        Καὶ ἀμπελὼν εἷς ἦν τῷ Ναβουθαὶ τῷ Ἰεζραηλίτῃ παρὰ τῇ ἅλῳ Ἀχαὰβ βασιλέως Σαμαρείας.

Γ Βασ. 20,1               Ο Ναβουθαί, ο οποίος κατήγετο από την πόλιν Ιεζράελ, είχεν ένα αμπελώνα, που ευρίσκετο κοντά στο αλώνι του Αχαάβ, βασιλέως της Σαμαρείας.

Γ Βασ. 20,2        καὶ ἐλάλησεν Ἀχαὰβ πρὸς Ναβουθαὶ λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων, ὅτι ἐγγίζων οὗτος τῷ οἴκῳ μου, καὶ δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀγαθὸν ὑπὲρ αὐτόν· εἰ δὲ ἀρέσκει ἐνώπιόν σου, δώσω σοι ἀργύριον ἄλλαγμα ἀμπελῶνός σου τούτου, καὶ ἔσται μοι εἰς κῆπον λαχάνων.

Γ Βασ. 20,2              Ο Αχαάβ ωμίλησε και είπε προς τον Ναβουθαί· “δος μου τον αμπελώνα σου, δια να μεταβάλω αυτόν εις λαχανόκηπόν μου, επειδή αυτός ευρίσκεται πολύ κοντά στο βασιλικόν μου ανάκτορον. Θα σου δώσω δε άλλον αμπελώνα, καλύτερον από αυτόν. Εάν δέ σου αρέση, θα σου δώσω αργύριον εις αντάλλαγμα αυτού του αμπελώνος σου. Και έτσι θα γίνη ο λαχανόκηπός μου.

Γ Βασ. 20,3        καὶ εἶπε Ναβουθαὶ πρὸς Ἀχαάβ· μὴ γένοιτό μοι παρὰ Θεοῦ μου δοῦναι κληρονομίαν πατέρων μου σοί.

Γ Βασ. 20,3              Ο Ναβουθαί απήντησε προς τον Αχαάβ· “να μη επιτρέψη ποτέ ο Θεός, να σου δώσω την προγονικήν μου κληρονομίαν”.

Γ Βασ. 20,4        καὶ ἐγένετο τὸ πνεῦμα Ἀχαὰβ τεταραγμένον, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ καὶ συνεκάλυψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔφαγεν ἄρτον.

Γ Βασ. 20,4              Ο Αχαάβ εστενοχωρήθη πολύ με την απάντησιν αυτήν. Επεσε νηστικός στο κρεββάτι του και εσκέπασε το πρόσωπόν του.

Γ Βασ. 20,5        καὶ εἰσῆλθεν Ἰεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν καὶ ἐλάλησε πρὸς αὐτόν· τί τὸ πνεῦμά σου τεταραγμένον καὶ οὐκ εἶ σὺ ἐσθίων ἄρτον;

Γ Βασ. 20,5              Η Ιεζάβελ, η σύζυγός του, εισήλθεν στο δωμάτιόν του και τον ηρώτησε· “διατί είσαι τόσον στενοχωρημένος και δεν έφαγες φαγητόν;

Γ Βασ. 20,6        καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν, ὅτι ἐλάλησα πρὸς Ναβουθαὶ τὸν Ἰεζραηλίτην λέγων· δός μοι τὸν ἀμπελῶνά σου ἀργυρίου· εἰ δὲ βούλῃ, δώσω σοι ἀμπελῶνα ἄλλον ἀντ᾿ αὐτοῦ· καὶ εἶπεν· οὐ δώσω σοι κληρονομίαν πατέρων μου.

Γ Βασ. 20,6              Ο Αχαάβ απήντησε προς αυτήν· “στενοχωρούμαι διότι ωμίλησα προς τον Ναβουθαί τον Ιεζραηλίτην και του είπα· Δος μου τον αμπελώνα σου αντί χρημάτων. Εάν όμως θέλης, θα σου δώσω άλλον αμπελώνα αντί αυτού. Εκείνος δε μου είπε· δεν θα σου δώσω την προγονικήν μου κληρονομίαν”.

Γ Βασ. 20,7        καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἰεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· σὺ νῦν οὕτω ποιεῖς βασιλέα ἐπὶ Ἰσραήλ; ἀνάστηθι καὶ φάγε ἄρτον καὶ σαυτοῦ γενοῦ, ἐγὼ δὲ δώσω σοι τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου.

Γ Βασ. 20,7              Η σύζυγός του, η Ιεζάβελ, του είπε· “συ ως βασιλεύς έτσι ασκείς την βασιλικήν σου εξουσίαν; Σηκω, φάγε το φαγητόν σου, έλα στον εαυτόν σου, εγώ δε θα σου δώσω τον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου”.

Γ Βασ. 20,8        καὶ ἔγραψε βιβλίον ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἀχαὰβ καὶ ἐσφραγίσατο τῇ σφραγίδι αὐτοῦ καὶ ἀπέστειλε τὸ βιβλίον πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς ἐλευθέρους τοὺς κατοικοῦντας μετὰ Ναβουθαί.

Γ Βασ. 20,8              Η Ιεζάβελ συνέταξεν ένα εγγράφον εξ ονόματος του Αχαάβ, το εσφράγισε με την σφραγίδα αυτού και το έστειλε προς τους πρεσβυτέρους και τους άρχοντας, οι οποίοι κατοικούσαν εις την ιδίαν πόλιν με τον Ναβουθαί.

Γ Βασ. 20,9        καὶ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις λέγων· νηστεύσατε νηστείαν καὶ καθίσατε τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ·

Γ Βασ. 20,9              Εις το έγγραφον αυτό εγράφετο· “Κηρύξατε νηστείαν και καθίσατε τον Ναβουθαί ως κατηγορούμενον ενώπιον του λαού.

Γ Βασ. 20,10      καὶ ἐγκαθίσατε δύο ἄνδρας υἱοὺς παρανόμων ἐξεναντίας αὐτοῦ, καὶ καταμαρτυρησάτωσαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγησε Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξαγαγέτωσαν αὐτὸν καὶ λιθοβολησάτωσαν αὐτόν, καὶ ἀποθανέτω.

Γ Βασ. 20,10            Κατόπιν παρουσιάσατε δύο παρανόμους άνδρας ενώπιόν του, δύο ψευδομάρτυρας, οι οποίοι ας καταθέσουν μαρτυρίαν ,ψευδή εναντίον του λέγοντες· Αυτός εβλασφήμησε τον Θεόν και τον βασιλέα. Ετσι θα καταδικασθή εις θάνατον. Κατόπιν ας οδηγηθή έξω από την πόλιν, ας τον λιθοβολήσουν εκεί και ας αποθάνη”.

Γ Βασ. 20,11      καὶ ἐποίησαν οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως αὐτοῦ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ ἐλεύθεροι οἱ κατοικοῆντες ἐν τῇ πόλει αὐτοῦ, καθὼς ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς Ἰεζάβελ καὶ καθὰ ἐγέγραπτο ἐν τοῖς βιβλίοις, οἷς ἀπέστειλε πρὸς αὐτούς.

Γ Βασ. 20,11             Οι άνδρες της πόλεως του Ναβουθαί, οι πρεσβύτεροι και οι άρχοντες οι οποίοι κατοικούσαν εις την πόλιν του, ενήργησαν, όπως παρήγγειλε προς αυτούς η Ιεζάβελ και όπως ήτο γραμμένον στο έγγραφον, το οποίον είχεν αποστείλει προς αυτούς.

Γ Βασ. 20,12      καὶ ἐκάλεσαν νηστείαν καὶ ἐκάθισαν τὸν Ναβουθαὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λαοῦ,

Γ Βασ. 20,12            Αυτοί εκάλεσαν εις νηστείαν τον λαόν και εκάθισαν τον Μαβουθαί ως κατηγορούμενον ενώπιον του λαού.

Γ Βασ. 20,13      καὶ εἰσῆλθον δύο ἄνδρες υἱοὶ παρανόμων καὶ ἐκάθισαν ἐξεναντίας αὐτοῦ καὶ κατεμαρτύρησαν αὐτοῦ λέγοντες· ηὐλόγηκας Θεὸν καὶ βασιλέα· καὶ ἐξήγαγον αὐτὸν ἔξω τῆς πόλεως καὶ ἐλιθοβόλησαν αὐτὸν ἐν λίθοις, καὶ ἀπέθανε.

Γ Βασ. 20,13             Εισήλθον εις την αίθουσαν του δικαστηρίου δύο άνδρες παράνομοι, έλαβον θέσιν απέναντι του Ναουθαί και κατέθεσαν ψευδή κατηγορίαν εναντίον αυτού λέγοντες· “συ εβλασφήμησες τον Θεόν και τον βασιλέα”. Εξ αιτίας της καταθέσεως αυτής ο Ναβουθαί κατεδικάσθη εις θάνατον. Τον έβγαλαν έξω από την πόλιν, τον ελιθοβόλησαν και εκεί απέθανεν.

Γ Βασ. 20,14      καὶ ἀπέστειλαν πρὸς Ἰεζάβελ λέγοντες· λελιθοβόληται Ναβουθαὶ καὶ τέθνηκε.

Γ Βασ. 20,14            Οι άνθρωποι της πόλεως εκείνης έστειλαν αγγελιαφόρους προς την Ιεζάβελ και την επληροφόρησαν. “Ελιθοβολήθη ο Ναβουθαί και απέθανε”.

Γ Βασ. 20,15      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἰεζάβελ, καὶ εἶπε πρὸς Ἀχαάβ· ἀνάστα, κληρονόμει τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου, ὃς οὐκ ἔδωκέ σοι ἀργυρίου, ὅτι οὐκ ἔστι Ναβουθαὶ ζῶν, ὅτι τέθνηκε.

Γ Βασ. 20,15             Οταν η Ιεζάβελ επληροφορήθη το γεγονός, είπε προς τον Αχαάβ· “σήκω και πήγαινε να κληρονομήσης τον αμπελώνα του Ναβουθαί, του Ιεζρατηλίτου, τον οποίον εκείνος δεν ήθελε να σου τον πωλήση αντί αργυρίου. Διότι δεν ζη πλέον ο Ναβουθαί, αλλ' έχει αποθάνει”.

Γ Βασ. 20,16      καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν Ἀχαὰβ ὅτι τέθνηκε Ναβουθαὶ ὁ Ἰεζραηλίτης, καὶ διέῤῥηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ περιεβάλετο σάκκον· καὶ ἐγένετο μετὰ ταῦτα καὶ ἀνέστη καὶ κατέβη Ἀχαὰβ εἰς τὸν ἀμπελῶνα Ναβουθαὶ τοῦ Ἰεζραηλίτου κληρονομῆσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 20,16            Ο Αχαάβ, όταν ήκουσε τον τρόπον της καταδίκης και του θανάτου του Ναβουθαί, έσχισεν εις ένδειξιν διαμαρτυρίας και πένθους τα ενδύματά του και περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα. Κατόπιν όμως κατέβη στον αμπελώνα του Ναβουθαί του Ιεζραηλίτου, δια να τον κληρονομήση.

 

                                    Προαναγγελία θείας τιμωρίας κατά του Αχαάβ

Γ Βασ. 20,17      Καὶ εἶπεν Κύριος πρὸς Ἠλιοὺ τὸν Θεσβίτην λέγων·

Γ Βασ. 20,17             Είπε τότε ο Θεός προς τον Ηλία, τον Θεσβίτην·

Γ Βασ. 20,18      ἀνάστηθι καὶ κατάβηθι εἰς ἀπαντὴν Ἀχαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ τοῦ ἐν Σαμαρείᾳ, ὅτι οὗτος ἐν ἀμπελῶνι Ναβουθαί, ὅτι καταβέβηκεν ἐκεῖ κληρονομῆσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 20,18            “σήκω και πήγαινε να συναντήσης τον Αχαάβ, τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, που μένει εις την Σαμάρειαν, διότι αυτός κατέβηκε στον αμπελώνα του Ναδουθαί, δια να τον κληρονομήση.

Γ Βασ. 20,19      καὶ λαλήσεις πρὸς αὐτὸν λέγων· τάδε λέγει Κύριος· ὡς σὺ ἐφόνευσας καὶ ἐκληρονόμησας, διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἐν παντὶ τόπῳ, ᾧ ἔλειξαν αἱ ὕες καὶ οἱ κύνες τὸ αἷμα Ναβουθαί, ἐκεῖ λείξουσιν οἱ κύνες τὸ αἷμα σου, καὶ αἱ πόρναι λούσονται ἐν τῷ αἵματί σου.

Γ Βασ. 20,19            Θα πης δε προς αυτόν τα εξής· Αυτά λέγει ο Κυριος. Επειδή συ εφόνευσες τον Ναβουθαί και κατέλαβες τον αμπελώνα του, δια τούτο ο Κυριος λέγει· Εις τους τόπους, στους οποίους οι χοίροι και τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα του Ναβουθαί, εκεί τα σκυλιά θα γλείψουν και το ιδικόν σου αίμα, αι δε πόρναι θα λουσθούν στο αίμα σου”.

Γ Βασ. 20,20      καὶ εἶπεν Ἀχαὰβ πρὸς Ἠλιού· εἰ εὕρηκάς με, ὁ ἐχθρός μου; καὶ εἶπεν· εὕρηκα, διότι μάτην πέπρασαι ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου παροργίσαι αὐτόν.

Γ Βασ. 20,20            Ο Αχαάβ είπε προς τον Ηλίαν· “αλήθεια, συ ο εχθρός μου με ευρήκες πάλιν;” Ο Ηλίας απήντησε· “σε ευρήκα, διότι έχεις πωληθή και έγινες δούλος στο πονηρόν, ώστε να εξοργίσης τον Κυριον, ο οποίος και λέγει·

Γ Βασ. 20,21      ἰδοὺ ἐγὼ ἐπάγω ἐπὶ σὲ κακὰ καὶ ἐκκαύσω ὀπίσω σου καὶ ἐξολοθρεύσω τοῦ Ἀχαὰβ οὐροῦντα πρὸς τοῖχον καὶ συνεχόμενον καὶ ἐγκαταλελειμμένον ἐν Ἰσραήλ·

Γ Βασ. 20,21            Ιδού εγώ θα επιφέρω εναντίον σου συμφοράς, θα ανάψω όπισθέν σου φωτιές και θα εξολοθρεύσω από την οικογένειαν του Αχαάβ κάθε αρσενικόν άνθρωπον, ακόμη δε δούλον και ελεύθερον μεταξύ του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 20,22      καὶ δώσω τὸν οἶκόν σου ὡς τὸν οἶκον Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβὰτ καὶ ὡς τὸν οἶκον Βαασὰ υἱοῦ Ἀχιὰ περὶ τῶν παροργισμάτων, ὧν παρώργισας καὶ ἐξήμαρτες τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 20,22            Θα παραδώσω εις όλεθρον την οικογένειάν σου, όπως παρέδωκα την οικογένειαν Ιεροβοάμ του υιού Ναβάτ, όπως παρέδωσα εις καταστροφήν την οικογένειαν του Βαασά, υιού του Αχιά. Τούτο δέ, διότι συ με τας εξοργιστικάς αμαρτίας σου έγινες αιτία να οργισθή εναντίον σου ο Θεός και να παρασυρθή εις αμαρτίας ο ισραηλιτικός λαός”.

Γ Βασ. 20,23      καὶ τῇ Ἰεζάβελ ἐλάλησε Κύριος λέγων· οἱ κύνες καταφάγονται αὐτὴν ἐν τῷ προτειχίσματι Ἰεζράελ.

Γ Βασ. 20,23            Και δια την Ιεζάβελ ωμίλησεν ο Κυριος και είπε· “τα σκυλιά θα καταφάγουν και αυτήν στο τείχος το εμπρός της πόλεως Ιεζράελ.

Γ Βασ. 20,24      τὸν τεθνηκότα τοῦ Ἀχαὰβ ἐν τῇ πόλει φάγονται οἱ κύνες καὶ τὸν τεθνηκότα αὐτοῦ ἐν τῷ πεδίῳ φάγονται τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ.

Γ Βασ. 20,24            Τους νεκρούς της οικογενείας του Αχαάβ εις την πόλιν θα καταφάγουν οι κύνες. Και τους νεκρούς της οικογενείας του εις την πεδιάδα θα καταφάγουν τα όρνεα του ουρανού”.

Γ Βασ. 20,25      πλὴν ματαίως Ἀχαάβ, ὃς ἐπράθη ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, ὡς μετέθηκεν αὐτὸν Ἰεζάβελ ἡ γυνὴ αὐτοῦ·

Γ Βασ. 20,25            Εις μάτην όμως ελέχθησαν αι απειλαί αυταί του Κυρίου. Ο Αχαάβ είχε πωληθή στο να πράττη το πονηρόν αναισχύντως ενώπιον του Κυρίου, όπως τον παρακινούσεν η σύζυγός του η Ιεζάβελ.

Γ Βασ. 20,26      καὶ ἐβδελύχθη σφόδρα πορεύεσθαι ὀπίσω τῶν βδελυγμάτων κατὰ πάντα, ἃ ἐποίησεν ὁ Ἀμοῤῥαῖος, ὃν ἐξωλόθρευσε Κύριος ἀπὸ προσώπου υἱῶν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 20,26            Εγινε συχαμερός και μισητός πάρα πολύ ενώπιον του Κυρίου, διότι εδέχθη και ηκολούθησε την λατρείαν των ειδωλικών θεών, όπως οι Αμορραίοι, τους οποίους ο Κυριος είχε καταστρέψει ενώπιον του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 20,27      καὶ ὑπὲρ τοῦ λόγου, ὡς κατενύγη Ἀχαὰβ ἀπὸ προσώπου τοῦ Κυρίου καὶ ἐπορεύετο κλαίων καὶ διέῤῥηξε τὸν χιτῶνα αὐτοῦ καὶ ἐζώσατο σάκκον ἐπὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἐνήστευσε καὶ περιεβάλετο σάκκον ἐν τῇ ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπάταξε Ναβουθαὶ τὸν Ἰεζραηλίτην, καὶ ἐπορεύθη,

Γ Βασ. 20,27            Επειδή όμως ο Αχαάβ ακούσας τον λόγον του Ηλία συνετρίβη ενώπιον του Κυρίου, εβάδιζε δε κλαίων και διέρρηξε τον χιτώνα αυτού και εζώσθη σάκκινον ένδυμα, επειδή δε κατά την ημέραν, κατά την οποίαν εφονεύθη ο Ναβουθαί, ενήστευσε και περιεβλήθη σάκκινον ένδυμα και με αυτό επορεύετο,

Γ Βασ. 20,28      καὶ ἐγένετο ῥῆμα Κυρίου ἐν χειρὶ δούλου αὐτοῦ Ἠλιοὺ περὶ Ἀχαάβ, καὶ εἶπε Κύριος·

Γ Βασ. 20,28            έγινε πάλιν λόγος Κυρίου δια του Ηλιού, του δούλου του, προς τον Αχαάβ. Είπε δηλαδή ο Κυριος προς τον Ηλίαν·

Γ Βασ. 20,29      ἑώρακας ὡς κατενύγη Ἀχαὰβ ἀπὸ προσώπου μου; οὐκ ἐπάξω τὴν κακίαν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ἐπάξω τὴν κακίαν.

Γ Βασ. 20,29            “είδες πως συνετρίβη ο Αχαάβ ενώπιόν μου; Δια τούτο δεν θα αποστείλω την τιμωρίαν κατά τας ημέρας, κατά τας οποίας αυτός ζη. Αλλά θα στείλω αυτήν την τιμωρίαν εις τας ημέρας του υιού του”.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21- ΟΙ ΣΥΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΟΥΝ ΤΗ ΣΑΜΑΡΕΙΑ - ΝΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΣΥΡΩΝ  

  ΕΝΑΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ ΤΟΝ ΑΧΑΑΒ

                                    Οι Σύροι πολιορκούν τη Σαμάρεια

Γ Βασ. 21,1        Καὶ συνήθροισεν υἱὸς Ἄδερ πᾶσαν τὴν δύναμιν αὐτοῦ καὶ ἀνέβη καὶ περιεκάθισεν ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ τριακονταδύο βασιλεῖς μετ᾿ αὐτοῦ καὶ πᾶς ἵππος καὶ ἅρμα· καὶ ἀνέβησαν καὶ περιεκάθισαν ἐπὶ Σαμάρειαν καὶ ἐπολέμησαν ἐπ᾿ αὐτήν.

Γ Βασ. 21,1                Ο υιός Αδερ συνήθροισεν όλην την στρατιωτικήν του δύναμιν, εξεστράτευσε και επολιόρκησε την Σαμάρειαν, μαζή με τριάκοντα δύο βασιλείς, με όλον το ιππικόν και τα πολεμικά του άρματα. Ανέβησαν αυτοί και επολιορκούσαν την Σαμάρειαν και επολεμούσαν εναντίον αυτής.

Γ Βασ. 21,2        καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ἀχαὰβ βασιλέα Ἰσραὴλ εἰς τὴν πόλιν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει υἱὸς Ἄδερ·

Γ Βασ. 21,2               Ο υιός Αδερ έστειλεν αγγελιαφόρους προς τον Αχαάβ, βασιλέα των Ισραηλιτών εις την πόλιν, και του είπεν· “αυτά παραγγέλλει ο υιός Αδερ·

Γ Βασ. 21,3        τὸ ἀργύριόν σου καὶ τὸ χρυσίον σου ἐμόν ἐστι καὶ αἱ γυναῖκές σου καὶ τὰ τέκνα σου ἐμά ἐστι.

Γ Βασ. 21,3               Το αργύριόν σου και το χρυσίον σου είναι ιδικά μου και αι γυναίκες σου και τα τέκνα σου είναι ιδικά μου”.

Γ Βασ. 21,4        καὶ ἀπεκρίθη βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· καθὼς ἐλάλησας, κύριέ μου βασιλεῦ, σὸς ἐγώ εἰμι καὶ πάντα τὰ ἐμά.

Γ Βασ. 21,4               Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Αχαάβ, απήντησε· “κύριέ μου, βασιλεύ, όπως είπες, έτσι θα γίνη. Εγώ θα είμαι υποτελής σου και όλα τα ιδικά μου ανήκουν εις σέ”.

Γ Βασ. 21,5        καὶ ἀνέστρεψαν οἱ ἄγγελοι, καὶ εἶπαν· τάδε λέγει ὁ υἱὸς Ἄδερ· ἐγὼ ἀπέστειλα πρός σε λέγων· τὸ ἀργύριόν σου καὶ τὸ χρυσίον σου καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα σου δώσεις ἐμοί·

Γ Βασ. 21,5               Ηλθον και πάλιν οι αγγελιαφόροι του υιού Αδερ προς τον βασιλέα Αχαάβ και του είπαν· “αυτά λέγει ο υιός Αδερ· Εγώ σου παρήγγειλα και σου είπα ότι το αργύριόν σου, το χρυσίον σου, τας γυναίκας σου και τα παιδιά σου θα τα παραδώσης.

Γ Βασ. 21,6        ὅτι ταύτην τὴν ὥραν αὔριον ἀποστελῶ τοὺς παῖδάς μου πρός σε, καὶ ἐρευνήσουσι τὸν οἶκόν σου καὶ τοὺς οἴκους τῶν παίδων σου καὶ ἔσται πάντα τὰ ἐπιθυμήματα τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, ἐφ᾿ ἃ ἂν ἐπιβάλωσι τὰς χεῖρας αὐτῶν, καὶ λήψονται.

Γ Βασ. 21,6               Τωρα όμως σου λέγω. Οτι αύριον αυτήν την ώραν θα αποστείλω τους υπηρέτας μου, οι οποίοι θα ερευνήσουν τον οίκόν σου και τους οίκους των υπηκόων σου και κάθε τι, που θα επιθυμήσουν οι οφθαλμοί των. Θα βάλουν χέρι εις αυτά και θα τα πάρουν”.

Γ Βασ. 21,7        καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πάντας τοὺς πρεσβυτέρους τῆς γῆς καὶ εἶπε· γνῶτε δὴ καὶ ἴδετε ὅτι κακίαν οὗτος ζητεῖ, ὅτι ἀπέσταλκε πρός με περὶ τῶν γυναικῶν μου καὶ περὶ τῶν υἱῶν μου καὶ περὶ τῶν θυγατέρων μου· τὸ ἀργύριόν μου καὶ τὸ χρυσίον μου οὐκ ἀπεκώλυσα ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,7               Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Αχαάβ, εκάλεσεν όλους τους πρεσβυτέρους του βασιλείου και τους είπε· “ακούστε, σας παρακαλώ, και ιδέτε ότι ο υιός Αδερ ζητεί την καταστροφήν μας. Διότι έστειλε προς εμέ αγγελιαφόρους και μου εζήτησε τας γυναίκας μου, τα παιδιά μου και τας θυγατέρας μου. Το αργύριόν μου και το χρυσίον μου δεν ηρνήθην να το δώσω εις αυτόν”.

Γ Βασ. 21,8        καὶ εἶπαν αὐτῷ οἱ πρεσβύτεροι καὶ πᾶς ὁ λαός· μὴ ἀκούσῃς καὶ μὴ θελήσῃς.

Γ Βασ. 21,8               Απήντησαν εις αυτόν οι πρεσβύτεροι και όλος ο λαός· “μη υπακούσης εις αυτόν και μη θελήσης να υποχωρήσης εις τας αξιώσστου”.

Γ Βασ. 21,9        καὶ εἶπε τοῖς ἀγγέλοις υἱοῦ Ἄδερ· λέγετε τῷ κυρίῳ ὑμῶν· πάντα ὅσα ἀπέσταλκας πρὸς τὸν δοῦλόν σου ἐν πρώτοις ποιήσω, τὸ δὲ ῥῆμα τοῦτο οὐ δυνήσομαι ποιῆσαι. καὶ ἀπῇραν οἱ ἄνδρες καὶ ἐπέστρεψαν αὐτῷ λόγον.

Γ Βασ. 21,9               Είπε τότε ο Αχαάβ στους αγγελιαφόρους του υιού Αδερ· “αναγγείλατε στον κύριόν σας τα εξής· Ολα όσα την πρώτην φοράν δι' αγγελιαφόρων του εζήτησεν από τον δούλον του, θα τα εκτελέσω. Την σημερινήν όμως απαίτησίν του δεν θα ημπορέσω να την εκπληρώσω”. Οι απεσταλμένοι του υιού Αδερ ανεχώρησαν και ανέφεραν εις αυτόν την απάντησιν του Αχαάβ.

Γ Βασ. 21,10      καὶ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν υἱὸς Ἄδερ λέγων· τάδε ποιήσαι μοι ὁ Θεὸς καὶ τάδε προσθείη, εἰ ἐκποιήσει ὁ χοῦς Σαμαρείας ταῖς ἀλώπεξι παντὶ τῷ λαῷ τοῖς πεζοῖς μου.

Γ Βασ. 21,10             Ο Αδερ έστειλε πάλιν αγγελιαφόρους προς τον Αχαάβ και του είπεν· “ας με τιμωρήση ο Θεός με τας πλέον σκληράς τιμωρίας, εάν εγώ δεν καταστρέψω εξ ολοκλήρου την Σαμάρειαν, ώστε το χώμα, που θα απομείνη εις αυτήν, να μη είναι αρκετόν ούτε δια τας αλώπεκας, και δι' όλον τον λαόν του πεζικού μου”.

Γ Βασ. 21,11      καὶ ἀπεκρίθη ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἶπεν· ἱκανούσθω· μὴ καυχάσθω ὁ κυρτὸς ὡς ὁ ὀρθός.

Γ Βασ. 21,11              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού βασιλείου απήντησε και είπε· “αρκεί έως εδώ. Ας μη καυχάται ο καμπούρης όπως ο ευθυτενής”.

Γ Βασ. 21,12      καὶ ἐγένετο ὅτε ἀπεκρίθη αὐτῷ τὸν λόγον τοῦτον, πίνων ἦν αὐτὸς καὶ πάντες οἱ βασιλεῖς οἱ μετ᾿ αὐτοῦ ἐν σκηναῖς καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οἰκοδομήσατε χάρακα· καὶ ἔθεντο χάρακα ἐπὶ τὴν πόλιν.

Γ Βασ. 21,12             Οταν ο Αχααδ έστειλε την απάντησιν αυτήν προς τον Αδερ, ο Αδερ έχων πεποίθησιν εις την νίκην του, έπινε και εμέθυε αυτός και όλοι οι βασιλείς που ήσαν μαζή του εις τας σκηνάς των, και έδωσε διαταγήν στους δούλους του· “οικοδομήσατε χαράκωμα γύρω από την πόλιν”. Εκείνοι ανήγειραν χαράκωμα γύρω από την πόλιν.

Γ Βασ. 21,13      καὶ ἰδοὺ προφήτης εἷς προσῆλθε τῷ Ἀχαὰβ βασιλεῖ Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· εἰ ἑώρακας τὸν ὄχλον τὸν μέγαν τοῦτον; ἰδοὺ ἐγὼ δίδωμι αὐτὸν σήμερον εἰς χεῖράς σας, καὶ γνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος.

Γ Βασ. 21,13             Και ιδού ένας προφήτης του αληθινού Θεού προσήλθεν στον Αχαάβ, τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, και του είπεν· “αυτά λέγει ο Κυριος· Βλέπστον πολυάριθμον αυτόν όχλον; Ιδού εγώ παραδίδω αυτόν σήμερον εις τα χέρια σου· και θα μάθης έτσι, ότι εγώ είμαι ο αληθινός Κυριος και Θεός”.

Γ Βασ. 21,14      καὶ εἶπεν Ἀχαάβ· ἐν τίνι; καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ἐν τοῖς παιδαρίοις τῶν ἀρχόντων τῶν χωρῶν. καὶ εἶπεν Ἀχαάβ· τίς συνάξει τὸν πόλεμον; καὶ εἶπε· σύ.

Γ Βασ. 21,14             Ο Αχαάβ η ρώτησε “με ποίον τρόπον θα κατορθωθή αυτό;” Ο Κυριος απήντησε· “με τους νεαρούς δούλους των επαρχιακών διοικητών”. “Ποιός θα διεξαγάγη τον πόλεμον;” Είπεν ο Αχαάβ. “Συ”, απήντησεν ο Θεός.

Γ Βασ. 21,15      καὶ ἐπεσκέψατο Ἀχαὰβ τὰ παιδάρια τῶν ἀρχόντων τῶν χωρῶν, καὶ ἐγένοντο διακόσια τριάκοντα· καὶ μετὰ ταῦτα ἐπεσκέψατο τὸν λαόν, πάντα υἱὸν δυνάμεως, ἑπτὰ χιλιάδας.

Γ Βασ. 21,15             Ο Αχαάβ επεθεώρησε και ηρίθμησε τους νεαρούς δούλους των διοικητών της επαρχίας, οι οποίοι ήσαν διακόσιοι τριάκοντα. Κατόπιν επεθεώρησε και ηρίθμησε τους ικανούς προς πόλεμον άνδρας εκ του λαού, οι οποίοι ανήρχοντο εις επτά χιλιάδας.

Γ Βασ. 21,16      καὶ ἐξῆλθε μεσημβρίας· καὶ υἱὸς Ἄδερ πίνων μεθύων ἐν Σοκχὼθ αὐτὸς καὶ οἱ βασιλεῖς, τριάκοντα καὶ δύο βασιλεῖς συμβοηθοὶ μετ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,16             Κατά την μεσημβρίαν εξήλθεν ο Αχαάβ από την Σαμάρειαν. Ο υιός Αδερ έπινε και εμεθούσε εις Σοκχώθ, αυτός, οι βασιλείς και οι βοηθοί του, τριάκοντα δύο εν όλω σύμμαχοί του.

Γ Βασ. 21,17      καὶ ἐξῆλθον ἄρχοντες παιδάρια τῶν χωρῶν ἐν πρώτοις. καὶ ἀποστέλλουσι καὶ ἀπαγγέλλουσι τῷ βασιλεῖ Συρίας λέγοντες· ἄνδρες ἐξεληλύθασιν ἐκ Σαμαρείας.

Γ Βασ. 21,17             Πρώτοι εξήλθον προς πόλεμον οι νεαροί δούλοι των επαρχιακών διοικητών. Ανθρωποι του υιού Αδερ έστειλαν και εγνωστοποίησαν στον βασιλέα της Συρίας, ότι “άνδρες εβγήκαν από την Σαμάρειαν”.

Γ Βασ. 21,18      καὶ εἶπεν αὐτοῖς· εἰ εἰς εἰρήνην ἐκπορεύονται, συλλαβεῖν αὐτοὺς ζῶντας· καὶ εἰ εἰς πόλεμον, ζῶντας συλλαβεῖν αὐτούς·

Γ Βασ. 21,18             Εκείνος είπεν εις αυτούς· “εάν έρχωνται να ζητήσουν ειρήνην, συλλάβετέ τους ζώντας. Εάν εξέρχωνται προς πόλεμον, συλλάβετέ τους και πάλιν ζώντας.

Γ Βασ. 21,19      καὶ μὴ ἐξελθάτωσαν ἐκ τῆς πόλεως τὰ παιδάρια ἀρχόντων τῶν χωρῶν. καὶ ἡ δύναμις ὀπίσω αὐτῶν

Γ Βασ. 21,19             Εκτελέσατε αμέσως την διαταγήν μου, ώστε να μη προκάμουν να βγουν όλοι οι νεαροί δούλοι των διοικητών της επαρχίας”. Εν τούτοις αμέσως οπίσω από τους νεαρούς αυτούς δούλους, ακολουθούσε και το κύριον σώμα του στρατού.

Γ Βασ. 21,20      ἐπάταξεν ἕκαστος τὸν παρ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐδευτέρωσεν ἕκαστος τὸν παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἔφυγε Συρία, καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς Ἰσραήλ· καὶ σῴζεται υἱὸς Ἄδερ βασιλεὺς Συρίας ἐφ᾿ ἵππου ἱππέως.

Γ Βασ. 21,20            Ο καθένας από αυτούς επετέθη εις κάθε απέναντί του Σύρον πρώτην και δευτέραν φοράν, ώστε οι Συροι ετράπησαν εις φυγήν. Οι Ισραηλίται τους κατεδίωξαν. Ο υιός Αδερ, ο βασιλεύς της Συρίας, εσώθη επάνω εις ένα ίππον κάποιου ιππέως.

Γ Βασ. 21,21      καὶ ἐξῆλθεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ ἔλαβε πάντας τοὺς ἵππους καὶ τὰ ἅρματα καὶ ἐπάταξε πληγὴν μεγάλην ἐν Συρίᾳ.

Γ Βασ. 21,21             Εβγήκε τότε ο βασιλεύς των Ισραηλιτών από την πόλιν, επήρε όλους τους ίππους των εχθρών, επήρε τα άρματα αυτών και επέφερε μεγάλην καταστροφήν στον στρατόν της Συρίας.

 

                                    Οι Ισραηλίτες νικούν τους Σύρους

Γ Βασ. 21,22      καὶ προσῆλθεν ὁ προφήτης πρὸς βασιλέα Ἰσραὴλ καὶ εἶπε· κραταιοῦ καὶ γνῶθι καὶ ἴδε τί ποιήσεις, ὅτι ἐπιστρέφοντος τοῦ ἐνιαυτοῦ υἱὸς Ἄδερ βασιλεὺς Συρίας ἀναβαίνει ἐπὶ σέ.

Γ Βασ. 21,22            Τοτε ο αληθινός προφήτης προσήλθεν στον βασιλέα των Ισραηλιτών Αχαάβ και του είπε· “Εχε θάρρος ! Μαθε όμως ότι ο υιός Αδερ, ο βασιλεύς της Συρίας, όταν συμπληρωθή ένας χρόνος, θα εκστρατεύση πάλιν εναντίον σου”.

Γ Βασ. 21,23      καὶ οἱ παῖδες βασιλέως Συρίας εἶπον· Θεὸς ὀρέων Θεὸς Ἰσραὴλ καὶ οὐ Θεὸς κοιλάδων, διὰ τοῦτο ἐκραταίωσεν ὑπὲρ ἡμᾶς· ἐὰν δὲ πολεμήσωμεν αὐτοὺς κατ᾿ εὐθύ, εἰ μὴν κραταιώσωμεν ὑπὲρ αὐτούς.

Γ Βασ. 21,23             Οι δούλοι του βασιλέως της Συρίας είπαν εις αυτόν· “Ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού είναι Θεός των ορέων και όχι των πεδιάδων. Δια τούτο και εκείνοι ανεδείχθησαν ισχυρότεροι από ημάς. Εάν όμως πολεμήσωμεν αυτούς εις την πεδιάδα, ασφαλώς θα αναδειχθώμεν ημείς ισχυρότεροι από αυτούς και θα τους νικήσωμεν.

Γ Βασ. 21,24      καὶ τὸ ῥῆμα τοῦτο ποίησον· ἀπόστησον τοὺς βασιλεῖς ἕκαστον εἰς τὸν τόπον αὐτῶν καὶ θοῦ ἀντ᾿ αὐτῶν σατράπας,

Γ Βασ. 21,24            Καμε δε και τούτο· απόστειλε τους συμμάχους σου βασιλείς τον καθένα εις την χώραν του και θέσε αντ' αυτών σατράπας.

Γ Βασ. 21,25      καὶ ἀλλάξομέν σοι δύναμιν κατὰ τὴν δύναμιν τὴν πεσοῦσαν καὶ ἵππον κατὰ τὴν ἵππον καὶ ἅρματα κατὰ τὰ ἅρματα καὶ πολεμήσομεν πρὸς αὐτοὺς κατ᾿ εὐθὺ καὶ κραταιώσομεν ὑπὲρ αὐτούς. καὶ ἤκουσε τῆς φωνῆς αὐτῶν καὶ ἐποίησεν οὕτως.

Γ Βασ. 21,25             Θα αναπληρώσωμεν δε με άλλην δύναμιν στρατού την δύναμιν, που εχάσαμεν κατά την μάχην, το απολεσθέν ιππικόν με άλλο ιππικόν και τα άρματα μα άλλα άρματα. Ετσι δε θα πολεμήσωμεν αυτούς εις την πεδιάδα και θα τους νικήσωμεν”. Ο υιός Αδερ εδέχθη την πρότασίν των και έπραξεν όπως τον συνεβούλευσαν.

Γ Βασ. 21,26      καὶ ἐγένετο ἐπιστρέψαντος τοῦ ἐνιαυτοῦ καὶ ἐπεσκέψατο υἱὸς Ἄδερ τὴν Συρίαν καὶ ἀνέβη εἰς Ἀφεκὰ εἰς πόλεμον ἐπὶ Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 21,26            Πράγματι κατά την άνοιξιν του επομένου έτους συνεκέντρωσε στρατόν της Συρίας ο υιός Αδερ και εξεστράτευσεν εναντίον της πόλεως Αφεκά, δια να πολεμήση τους Ισραηλίτας.

Γ Βασ. 21,27      καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐπεσκέπησαν καὶ παρεγένοντο εἰς ἀπαντὴν αὐτῶν, καὶ παρενέβαλεν Ἰσραὴλ ἐξεναντίας αὐτῶν ὡσεὶ δύο ποίμνια αἰγῶν, καὶ Συρία ἔπλησε τὴν γῆν.

Γ Βασ. 21,27             Οι Ισραηλίται ητοιμάσθησαν και εξήλθαν εις συνάντησιν των εχθρών των. Εστρατοπέδευσαν οι Ισραηλίται απέναντι αυτών, τόσον ολίγοι ωσάν δύο ποίμνια αιγών, ενώ οι στρατιώται της Συρίας εγέμισαν την περιοχήν.

Γ Βασ. 21,28      καὶ προσῆλθεν ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ εἶπε τῷ βασιλεῖ Ἰσραήλ· τάδε λέγει Κύριος· ἀνθ᾿ ὧν εἶπε Συρία· Θεὸς ὀρέων Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ καὶ οὐ Θεὸς κοιλάδων αὐτός, καὶ δώσω τὴν δύναμιν τὴν μεγάλην ταύτην εἰς χεῖρα σήν, καὶ γνώσῃ ὅτι ἐγὼ Κύριος.

Γ Βασ. 21,28            Προσήλθε πάλιν ο άνθρωπος του Θεού προς τον Αχαάβ και είπεν στον βασιλέα των Ισραηλιτών· “αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή οι Συροι είπον ότι ο Κυριος και Θεός του Ισραήλ είναι Θεός των ορέων και δεν είναι αυτός Θεός των πεδιάδων, θα παραδώσω εις τα χέρια σου όλην αυτήν την μεγάλην στρατιωτικήν δύναμιν και θα μάθης, ότι εγώ είμαι πράγματι ο αληθινός Κυριος και Θεός”.

Γ Βασ. 21,29      καὶ παρεμβάλλουσιν οὗτοι ἀπέναντι τούτων ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ καὶ προσήγαγεν ὁ πόλεμος, καὶ ἐπάταξεν Ἰσραὴλ τὴν Συρίαν ἑκατὸν χιλιάδας πεζῶν μιᾷ ἡμέρᾳ.

Γ Βασ. 21,29            Εστρατοπέδευσαν πράγματι οι Ισραηλίται απέναντι των Συρων επί επτά ημέρας, κατά τας οποίας δεν έκαμαν τίποτε. Κατά την εβδόμην όμως ημέραν συνήφθη μάχη. Οι Ισραηλίται εκτύπησαν τους Συρους κατά την ημέραν αυτήν και εφόνευσαν από αυτούς εκατόν χιλιάδας πεζούς.

Γ Βασ. 21,30      καὶ ἔφυγον οἱ κατάλοιποι εἰς Ἀφεκὰ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἔπεσε τὸ τεῖχος ἐπὶ εἴκοσι καὶ ἑπτὰ χιλιάδας ἀνδρῶν τῶν καταλοίπων. καὶ υἱὸς Ἄδερ ἔφυγε καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ κοιτῶνος, εἰς τὸ ταμιεῖον.

Γ Βασ. 21,30             Οι υπολειφθέντες Συροι στρατιώται ετράπησαν εις φυγήν και εισήλθον εις την πόλιν Αφεκά, δια να σωθούν. Αλλά το τείχος της πόλεως εκρημνίσθη και έπεσεν επάνω των και εφονεύθησαν από τους υπολειφθέντας στρατιώτας είκοσιν επτά χιλιάδες. Ο δε υιός Αδερ ετράπη και αυτός εις φυγήν και εισήλθεν φοβισμένος εις τον κοιτώνα του ανακτόρου του στο απόκρυφον τούτο δωμάτιον του οίκου του.

Γ Βασ. 21,31      καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οἶδα ὅτι βασιλεῖς Ἰσραὴλ βασιλεῖς ἐλέους εἰσίν· ἐπιθώμεθα δὴ σάκκους ἐπὶ τὰς ὀσφύας ἡμῶν καὶ σχοινία ἐπὶ τὰς κεφαλὰς ἡμῶν καὶ ἐξέλθωμεν πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ, εἴ πως ζωογονήσει τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Γ Βασ. 21,31             Ο υιός Αδερ είπε τότε στους δούλους του· “γνωρίζω ότι οι βασιλείς του Ισραήλ είναι άνθρωποι σπλαγχνικοί. Ας φορέσωμεν λοιπόν σάκκους αντί ενδυμάτων, ας δέσωμεν σχοινιά στον λαιμόν μας και ας εξέλθωμεν να συναντήσωμεν τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού. Ισως μας λυπηθή και μας χαρίση την ζωήν”.

Γ Βασ. 21,32      καὶ περιεζώσαντο σάκκους ἐπὶ τὰς ὀσφύας αὐτῶν καὶ ἔθεσαν σχοινία ἐπὶ τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ εἶπον τῷ βασιλεῖ Ἰσραήλ· δοῦλός σου υἱὸς Ἄδερ λέγει· ζησάτω δὴ ἡ ψυχὴ ἡμῶν. καὶ εἶπεν· εἰ ἔτι ζῇ, ἀδελφός μού ἐστι.

Γ Βασ. 21,32             Πράγματι εφόρεσαν σάκκινα ενδύματα, που τα έζωσαν γύρω από την μέσην των, έβαλαν σχοινιά στους λαιμούς των και είπαν στον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού οι δούλοι του Αδερ· “Ο υιός Αδερ λέγει ότι είναι δούλος σου. Παρακαλεί δε εκείνος, παρακαλούμεν και ημείς χαρίσατέ μας την ζωήν”. Ο βασιλεύς του Ισραήλ απήντησεν· “εάν ακόμη ο Αδερ ζη, είναι αδελφός μου”.

Γ Βασ. 21,33      καὶ οἱ ἄνδρες οἰωνίσαντο καὶ ἐσπείσαντο καὶ ἀνελέξαντο τὸν λόγον ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ εἶπον· ἀδελφός σου υἱὸς Ἄδερ. καὶ εἶπεν· εἰσέλθατε καὶ λάβετε αὐτόν· καὶ ἐξῆλθε πρὸς αὐτὸν υἱὸς Ἄδερ, καὶ ἀναβιβάζουσιν αὐτὸν πρὸς αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἅρμα.

Γ Βασ. 21,33             Οι άνδρες του υιού Αδερ συνεβουλεύθησαν τους οιωνούς και έκαμαν θυσίας. Επέτυχον δε να πάρουν υπόσχεσιν από το στόμα του βασιλέως Αχαάβ και είπαν· “ο υιός Αδερ είναι αδελφός σου”. Εκείνος δε τους απήντησεν· “εισέλθετε στον οίκον του και πάρετε αυτόν από εκεί”. Ο υιός Αδερ εξήλθεν από τον οίκον του, δια να πορευθή προς τον βασιλέα και ανεβίβασαν αυτόν στο πολεμικόν του άρμα.

Γ Βασ. 21,34      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τὰς πόλεις, ἃς ἔλαβεν ὁ πατήρ μου παρὰ τοῦ πατρός σου, ἀποδώσω σοι, καὶ ἐξόδους θήσεις σεαυτῷ ἐν Δαμασκῷ, καθὼς ἔθετο ὁ πατήρ μου ἐν Σαμαρείᾳ· καὶ ἐγὼ ἐν διαθήκῃ ἐξαποστελῶ σε. καὶ διέθετο αὐτῷ διαθήκην καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτόν.

Γ Βασ. 21,34             Οταν δε παρουσιάσθη προ του Αχαάβ του είπε· “τας πόλεις, τας οποίας κατέλαβεν ο πατήρ μου και τας αφήρεσεν από τον πατέρα σου, θα σου τας επιστρέψω. Συ δε ο ίδιος θα ορίσης τοποθεσίας εντός της Δαμασκού ιδικάς σου, όπως και ο πατήρ μου έθεσε τοιαύτας τοποθεσίας εις την Σαμάρειαν”. Ο Αχαάβ του απήντησε· “θα συντάξωμεν ένα σύμφωνον φιλίας και εγώ θα σε αφήσω ελεύθερον”. Πράγματι ο Αχαάβ συνήψε με αυτόν συμφωνίαν και τον έστειλεν ελεύθερον εις την χώραν του.

 

                                    Ένας προφήτης καταδικάζει τον Αχαάβ 

Γ Βασ. 21,35      Καὶ ἄνθρωπος εἷς ἐκ τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν εἶπε πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ ἐν λόγῳ Κυρίου· πάταξον δή με· καὶ οὐκ ἠθέλησεν ὁ ἄνθρωπος πατάξαι αὐτόν.

Γ Βασ. 21,35             Ενας από τους προφήτας είπε προς κάποιον πλησίον του, κατόπιν εντολής του Κυρίου· “κτύπησέ με”. Ο άνθρωπος όμως εκείνος δεν ηθέλησε να τον κτυπήση.

Γ Βασ. 21,36      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἀνθ᾿ ὧν οὐκ ἤκουσας τῆς φωνῆς Κυρίου καὶ ἰδοὺ σὺ ἀποτρέχεις ἀπ᾿ ἐμοῦ, καὶ πατάξει σε λέων· καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ, καὶ εὑρίσκει αὐτὸν λέων καὶ ἐπάταξεν αὐτόν.

Γ Βασ. 21,36             Είπε τότε προς αυτόν ο προφήτης· “επειδή δεν υπήκουσες εις την φωνήν του Κυρίου, ιδού, καθώς συ θα φεύγης από εμέ θα σε φονεύση ένας λέων καθ' οδόν”. Εφυγεν ο άνθρωπος από τον προφήτην, τον συνήντησε πράγματι ένας λέων και τον εφόνευσε.

Γ Βασ. 21,37      καὶ εὑρίσκει ἄνθρωπον ἄλλον καὶ εἶπε· πάταξόν με δή· καὶ ἐπάταξεν αὐτὸν ὁ ἄνθρωπος πατάξας καὶ συνέτριψε.

Γ Βασ. 21,37             Ο προφήτης ευρήκεν ένα άλλον άνθρωπον και του είπε· “κτύπησέ με σε παρακαλώ”. Εκείνος δε τον εκτύπησε και του άνοιξε πληγήν εις την κεφαλήν.

Γ Βασ. 21,38      καὶ ἐπορεύθη ὁ προφήτης καὶ ἔστη τῷ βασιλεῖ Ἰσραὴλ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ καὶ κατεδήσατο ἐν τελαμῶνι τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,38             Αυτός ο προφήτης μετέβη και εστάθη καθ' οδόν ενώπιον του βασιλέως του Ισραηλιτικού λαού, έχων δεμένους τους οφθαλμούς του με κάποιαν ζώνην.

Γ Βασ. 21,39      καὶ ἐγένετο ὡς παρεπορεύετο ὁ βασιλεύς, καὶ οὗτος ἐβόα πρὸς τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν· ὁ δοῦλός σου ἐξῆλθεν ἐπὶ τὴν στρατιὰν τοῦ πολέμου, καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ εἰσήγαγε πρός με ἄνδρα καὶ εἶπε πρός με· φύλαξον τοῦτον τὸν ἄνδρα, ἐὰν δὲ ἐκπηδῶν ἐκπηδήσῃ, καὶ ἔσται ἡ ψυχή σου ἀντὶ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ, ἢ τάλαντον ἀργυρίου στήσεις·

Γ Βασ. 21,39             Ενώ ο βασιλεύς εβάδιζε την πλησίον εκεί οδόν, ο προφήτης αυτός εβήησε προς τον βασιλέα και είπεν “εγώ ο δούλος σου έλαβα μέρος εις την εκστρατείαν του τελευταίου τούτου πολέμου. Και ιδού ένας ανήρ με ωδήγησε προς άλλον αιχμάλωτον άνδρα και μου είπε· Φυλαξε αυτόν τον άνδρα ασφαλώς. Εάν δε αυτός δραπετεύση, θα πληρώσης την ζωήν του με την ιδικήν σου ζωήν η θα πληρώσης ως πρόστιμον ένα τάλαντον αργυρίου.

Γ Βασ. 21,40      καὶ ἐγενήθη περιεβλέψατο ὁ δοῦλός σου ὧδε καὶ ὧδε, καὶ οὗτος οὐκ ἦν. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ· ἰδοὺ καὶ τὰ ἔνεδρα παρ᾿ ἐμοὶ ἐφόνευσας.

Γ Βασ. 21,40            Ενώ δε εγώ ο δούλος σου παρατηρούσα εδώ και εκεί, είδα αίφνης ότι ο αιχμάλωτος δεν υπήρχεν εις την θέσιν του”. Είπε τότε προς αυτόν ο βασιλεύς του Ισραήλ· “θα τιμωρηθής, διότι συ υπήρξες αιτία να φονευθούν οι άνδρες της ενέδρας, που είχα στήσει εναντίον των εχθρών”.

Γ Βασ. 21,41      καὶ ἔσπευσε καὶ ἀφεῖλε τὸν τελαμῶνα ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτοῦ, καὶ ἐπέγνω αὐτὸν ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ, ὅτι ἐκ τῶν προφητῶν οὗτος.

Γ Βασ. 21,41             Ο προφήτης αφήρεσεν αμέσως την ταινίαν από τα μάτια του, ο δε βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Αχαάβ, αντελήφθη ότι αυτός ήτο ένας από τους προφήτας.

Γ Βασ. 21,42      καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τάδε λέγει Κύριος· διότι ἐξήνεγκας σὺ ἄνδρα ὀλέθριον ἐκ τῆς χειρός σου, καὶ ἔσται ἡ ψυχή σου ἀντὶ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καὶ ὁ λαός σου ἀντὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 21,42            Είπε δε προς αυτόν ο προφήτης· “αυτά λέγει ο Κυριος· Επειδή συ αφήκες ελεύθερον από τα χέρια σου άνδρα αμαρτωλόν και επικίνδυνον, θα τιμωρηθής συ αντ' αυτού και ο λαός σου αντί του λαού του”.

Γ Βασ. 21,43      καὶ ἀπῆλθεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ συγκεχυμένος καὶ ἐκλελυμένος καὶ ἔρχεται εἰς Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 21,43             Ο βασιλεύς του Ισραήλ, όταν ήκουσεν αυτά, ανεχώρησε ταραγμένος και παραλυμένος από την λύπην και ήλθεν εις την Σαμάρειαν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22- ΟΙ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΕΣ ΠΑΡΑΚΙΝΟΥΝ ΤΟΝ ΑΧΑΑΒ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ - ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΧΑΑΒ  

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΣΑΦΑΤ ΣΤΟΝ ΙΟΥΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΧΟΖΙΑ ΣΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ

                                    Οι ψευδοπροφήτες παρακινούν τον Αχαάβ σε πόλεμο

Γ Βασ. 22,1        Καὶ ἐκάθισε τὰ τρία ἔτη, καὶ οὐκ ἦν πόλεμος ἀνὰ μέσον Συρίας καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,1               Ο Αχαάβ έμεινε τρία έτη εκεί και δεν συνέβη πόλεμος μεταξύ της Συρίας και του Ισραηλιτικού λαού.

Γ Βασ. 22,2        καὶ ἐγενήθη ἐν τῷ ἐνιαυτῷ τῷ τρίτῳ καὶ κατέβη Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,2              Κατά το τρίτον όμως έτος ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, ήλθε προς τον βασιλέα του Ισραήλ.

Γ Βασ. 22,3        καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς τοὺς παῖδας αὐτοῦ· εἰ οἴδατε ὅτι ἡμῖν Ῥεμμὰθ Γαλαάδ, καὶ ἡμεῖς σιωπῶμεν λαβεῖν αὐτὴν ἐκ χειρὸς βασιλέως Συρίας;

Γ Βασ. 22,3              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού είπε προς τους ανθρώπούς του· “γνωρίζετε, ότι εις ημάς ανήκει η πόλις Ρεμμάθ της περιοχής Γαλαάδ. Και όμως σιωπώμεν και δεν κάμνομεν τίποτε, δια να την ανακτήσωμεν από τα χέρια του βασιλέως της Συρίας”.

Γ Βασ. 22,4        καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· ἀναβήσῃ μεθ᾿ ἡμῶν εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον;

Γ Βασ. 22,4              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού είπε τότε προς τον Ιωσαφάτ· “θα έλθης και συ μαζή μας να πολεμήσης εναντίον της πόλεως Ρεμμάθ της περιοχής Γαλαάδ;”

Γ Βασ. 22,5        καὶ εἶπεν Ἰωσαφάτ· καθὼς ἐγὼ καὶ σὺ οὕτως, καθὼς ὁ λαός μου ὁ λαός σου, καθὼς οἱ ἵπποι μου οἱ ἵπποι σου. καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ· ἐπερωτήσατε δὴ σήμερον τὸν Κύριον.

Γ Βασ. 22,5              Ο Ιωσαφάτ απήντησεν· “όπως είσαι συ, είμαι και εγώ. Οπως είναι ο λαός σου, είναι και ο λαός μου. Οπως είναι το ιππικόν μου, είναι και το ιδικόν σου ιππικόν”. Ο βασιλεύς του Ιούδα, ο Ιωσαφάτ, είπεν ακόμη προς τον βασιλέα του Ισραήλ· “ερωτήσατε σήμερον, παρακαλώ, επί του θέματος αυτού τον Κυριον”.

Γ Βασ. 22,6        καὶ συνήθροισεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πάντας τοὺς προφήτας, ὡς τετρακοσίους ἄνδρας, καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ βασιλεύς· εἰ πορευθῶ εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον ἢ ἐπίσχω; καὶ εἶπον· ἀνάβαινε, καὶ διδοὺς δώσει Κύριος εἰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 22,6              Ο βασιλεύς του Ισραήλ συνήθροισεν όλους τους ψευδοπροφήτας, περίπου τετρακοσίους άνδρας, και είπεν εις αυτούς· “να εκστρατεύσω εναντίον της Ρεμμάθ, της περιοχής Γαλαάδ, η να αποφύγω τον πόλεμον;” Εκείνοι του είπαν· “πήγαινε, διότι ο Κυριος θα παραδώση ασφαλώς και βεβαίως την πόλιν εις τα χέρια σου του βασιλέως”.

Γ Βασ. 22,7        καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ πρὸς βασιλέα Ἰσραήλ· οὐκ ἔστιν ὧδε προφήτης τοῦ Κυρίου καὶ ἐπερωτήσομεν τὸν Κύριον δι᾿ αὐτοῦ;

Γ Βασ. 22,7              Ο Ιωσαφάτ όμως ηρώτησε τον βασιλέα του Ισραήλ· “δεν υπάρχει εδώ ένας αληθινός προφήτης του Κυρίου, δια να ερωτήσωμεν δια μέσου αυτού τον Κυριον;”

Γ Βασ. 22,8        καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφάτ· εἷς ἐστιν ἀνὴρ εἰς τὸ ἐπερωτῆσαι δι᾿ αὐτοῦ τὸν Κύριον, καὶ ἐγὼ μεμίσηκα αὐτόν, ὅτι οὐ λαλεῖ περὶ ἐμοῦ καλά, ἀλλ᾿ ἢ κακά, Μιχαίας υἱὸς Ἰεμβλαά. καὶ εἶπεν Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα· μὴ λεγέτω ὁ βασιλεὺς οὕτως.

Γ Βασ. 22,8              Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού είπε προς τον Ιωσαφάτ· “υπάρχει ένας ανήρ, να ερωτήσωμεν δια μέσου αυτού τον Κυριον. Αλλά εγώ έχω μισήσει αυτόν, διότι δεν ομιλεί καλά περί εμού, αλλά πάντοτε δυσάρεστα. Αυτός είναι ο Μιχαίας, ο υιός του Ιεμβλαά”. Ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του Ιούδα, απήντησε· “ας μη λέγη τέτοια λόγια ο βασιλεύς του Ισραήλ εναντίον του Μιχαία”.

Γ Βασ. 22,9        καὶ ἐκάλεσεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ εὐνοῦχον ἕνα καὶ εἶπε· τὸ τάχος Μιχαίαν υἱὸν Ἰεμβλαά.

Γ Βασ. 22,9              Ο βασιλεύς του Ισραήλ εκάλεσεν ένα δούλον του, ευνούχον, και του είπε· “προσκάλεσε ταχέως τον Μιχαίαν, τον υιόν του Ιεμβλαά”.

Γ Βασ. 22,10      καὶ ὁ βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα ἐκάθηντο ἀνὴρ ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ ἔνοπλοι ἐν ταῖς πύλαις Σαμαρείας, καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον ἐνώπιον αὐτῶν.

Γ Βασ. 22,10            Ο Αχαάβ, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού και ο Ιωσαφάτ ο βασιλεύς του βασιλείου Ιούδα, εκάθηντο ο καθένας στον θρόνον του, εις τας πύλας του τείχους της πόλεως της Σαμαρείας, φορούντες τας βασιλικάς των στολάς. Ενώπιον δε αυτών ήσαν οι ψευδοπροφήται, οι οποίοι επροφήτευαν.

Γ Βασ. 22,11      καὶ ἐποίησεν ἑαυτῷ Σεδεκίας υἱὸς Χανανὰ κέρατα σιδηρᾶ καὶ εἶπε· τάδε λέγει Κύριος· ἐν τούτοις κερατιεῖς τὴν Συρίαν, ἕως συντελεσθῇ.

Γ Βασ. 22,11             Ο Σεδεκίας, υιός του Χανανά, αρχηγός των ψευδοπροφητών, κατεσκεύασε δια τον εαυτόν του σιδηρά κέρατα και είπε προς τον Αχαάβ· “με αυτά θα πολεμήσης τους Συρους, μέχρις ότου τους εξολοθρεύσης».

Γ Βασ. 22,12      καὶ πάντες οἱ προφῆται ἐπροφήτευον οὕτως λέγοντες· ἀνάβαινε εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαάδ, καὶ εὐοδώσει καὶ δώσει Κύριος εἰς χεῖράς σου καὶ τὸν βασιλέα Συρίας.

Γ Βασ. 22,12            Και όλοι οι ψευδοπροφήται τα ίδια έλεγον· “Εκστράτευσε εναντίον της Ρεμμάθ εις Γαλαάδ, ο δε Κυριος θα κατευοδώση την εκστρατείαν σου και θα παραδώση εις τα χέρια σου τον βασιλέα της Συρίας”.

 

                                    Η προειδοποίηση του Μιχαία

Γ Βασ. 22,13      καὶ ὁ ἄγγελος ὁ πορευθεὶς καλέσαι τὸν Μιχαίαν ἐλάλησεν αὐτῷ λέγων· ἰδοὺ δὴ λαλοῦσι πάντες οἱ προφῆται ἐν στόματι ἑνὶ καλὰ περὶ τοῦ βασιλέως· γίνου δὴ καὶ σὺ εἰς τοὺς λόγους σου κατὰ τοὺς λόγους ἑνὸς τούτων καὶ λάλησον καλά.

Γ Βασ. 22,13             Εν τω μεταξύ ο αγγελιαφόρος, ο οποίος είχε μεταβή, δια να καλέση τον Μιχαίαν, ωμίλησε προς αυτόν και είπεν· “ιδού ότι όλοι οι προφήται με ένα στόμα λέγουν ευχάριστα δια τον βασιλέα. Γινε, λοιπόν, και συ ως προς τα λόγια ωσάν ένας από αυτούς και ειπέ ευχάριστα πράγματα προς τον βασιλέα”.

Γ Βασ. 22,14      καὶ εἶπε Μιχαίας· ζῇ Κύριος, ὅτι ἃ ἐὰν εἴπῃ Κύριος πρός με, ταῦτα λαλήσω.

Γ Βασ. 22,14            Ο Μιχαίας απήντησεν· “ορκίζομαι στον ζώντα Θεόν, ότι εγώ θα ομιλήσω εκείνα, τα οποία ο Κυριος θα μου αποκαλύψη”.

Γ Βασ. 22,15      καὶ ἦλθε πρὸς τὸν βασιλέα καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· Μιχαία, εἰ ἀναβῶ εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαὰδ εἰς πόλεμον, ἢ ἐπίσχω; καὶ εἶπεν· ἀνάβαινε, καὶ εὐοδώσει Κύριος εἰς χεῖρας τοῦ βασιλέως.

Γ Βασ. 22,15             Ο Μιχαίας παρουσιάσθη ενώπιον του βασιλέως· του είπε δε ο Αχαάβ ο βασιλεύς· “Μιχαία, τι λέγεις; Να εκστρατεύσω εναντίον της πόλεως Ρεμμάθ εις Γαλαάδ η να ματαιώσω τον πόλεμον;” Ο Μιχαίας ειρωνικώς ομιλών του είπε· “ναι, εκστράτευσε και ο Κυριος θα δώση αίσιον πέρας εις την εκστρατείαν και θα παραδώση εις τα χέρια σου τον βασιλέα” !

Γ Βασ. 22,16      καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ βασιλεύς· ποσάκις ἐγὼ ὁρκίζω σε ὅπως λαλήσῃς πρός με ἀλήθειαν ἐν ὀνόματι Κυρίου;

Γ Βασ. 22,16            Ο βασιλεύς Αχαάβ είπε τότε προς αυτόν· “πόσες και πόσες φορές εγώ σε εξώρκισα να είπης προς εμέ την αλήθειαν εν ονόματι του Κυρίου;”

Γ Βασ. 22,17      καὶ εἶπε Μιχαίας· οὐχ οὕτως. ἑώρακα πάντα τὸν Ἰσραὴλ διεσπαρμένον ἐν τοῖς ὄρεσιν ὡς ποίμνιον, ᾧ οὐκ ἔστι ποιμήν, καὶ εἶπε Κύριος· οὐ κύριος τούτοις Θεός; ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἐν εἰρήνῃ ἀναστρεφέτω.

Γ Βασ. 22,17             Ο Μιχαίας απήντησε· “δεν θα πράξης, όπως σου λέγουν οι ψευδοπροφήται. Δεν θα μεταβής εις πόλεμον. Βλέπω τον ισραηλιτικόν λαόν διασκορπισμένον εις τα όρη ωσάν τα πρόβατα, δια τα οποία δεν υπάρχει ποιμήν. Ο Κυριος λέγει στους διασκορπισμένους αυτούς· Δεν υπάρχει, λοιπόν, Κυριος και Θεός εις αυτούς; Ας επιστρέψη κάθε Ισραηλίτης ειρηνικά στο σπίτι του”.

Γ Βασ. 22,18      καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα· οὐκ εἶπα πρός σε ὅτι οὐ προφητεύει οὗτός μοι καλά, διότι ἀλλ᾿ ἢ κακά;

Γ Βασ. 22,18            Ο βασιλεύς του Ισραήλ είπε τότε προς τον Ιωσαφάτ τον βασιλέα του Ιούδα· “δεν σου είπα, ότι αυτός ο προφήτης δεν αναγγέλλει ποτέ ευχάριστα δι' εμέ, αλλά μόνον δυσάρεστα και κακά;”

Γ Βασ. 22,19      καὶ εἶπε Μιχαίας· οὐχ οὕτως, οὐκ ἐγώ, ἄκουε ῥῆμα Κυρίου, οὐχ οὕτως· εἶδον Θεὸν Ἰσραὴλ καθήμενον ἐπὶ θρόνου αὐτοῦ, καὶ πᾶσα ἡ στρατιὰ τοῦ οὐρανοῦ εἱστήκει περὶ αὐτὸν ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ καὶ ἐξ εὐωνύμων.

Γ Βασ. 22,19            Ο Μιχαίας είπε· “δεν είναι έτσι. Δεν ομιλώ εγώ, αλλά ο Κυριος. Ακουσε τον λόγον του Κυρίου. Δεν είναι τα πράγματα, όπως συ νομίζεις. Εγώ είδα τον Θεόν του ισραηλιτικού λαού να κάθεται επάνω στον θρόνον του και γύρω από αυτόν εκ δεξιών και εξ αριστερών υπήρχεν όλος ο αγγελικός στρατός του ουρανού.

Γ Βασ. 22,20      καὶ εἶπε Κύριος· τίς ἀπατήσει τὸν Ἀχαὰβ βασιλέα Ἰσραὴλ καὶ ἀναβήσεται καὶ πεσεῖται ἐν Ῥεμμὰθ Γαλαάδ; καὶ εἶπεν οὗτος οὕτως καὶ οὗτος οὕτως.

Γ Βασ. 22,20            Είπεν ο Κυριος· Ποιός θα εξαπατήση τον βασιλέα του ισραηλιτικού λαού, τον Αχαάβ, και θα τον παρακινήση να εκστρατεύση εναντίον της πόλεως Ρεμμάθ εις Γαλαάδ, δια να φονευθή εκεί; Αλλος μεν έλεγεν άλλα, και άλλος έλεγε διαφορετικά.

Γ Βασ. 22,21      καὶ ἐξῆλθε πνεῦμα καὶ ἔστη ἐνώπιον Κυρίου καὶ εἶπεν· ἐγὼ ἀπατήσω αὐτόν.

Γ Βασ. 22,21            Εξήλθεν ένα πνεύμα, εστάθηκε ενώπιον του Κυρίου και είπε· εγώ θα εξαπατήσω αυτόν.

Γ Βασ. 22,22      καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Κύριος· ἐν τίνι; καὶ εἶπεν· ἐξελεύσομαι καὶ ἔσομαι πνεῦμα ψευδὲς εἰς τὸ στόμα πάντων τῶν προφητῶν αὐτοῦ. καὶ εἶπεν· ἀπατήσεις καί γε δυνήσῃ, ἔξελθε καὶ ποίησον οὕτως.

Γ Βασ. 22,22            Ο Κυριος ηρώτησε το πνεύμα· με τι τρόπον θα εξαπατήσης αυτόν; Και το πνεύμα απήντησε· θα φύγω από εδώ και θα γίνω πνεύμα ψεύδους προφητείας στο στόμα όλων των ψευδοπροφητών. Και ο Θεός είπεν· πράγματι έτσι θα κατορθώσης να τον εξαπατήσης. Φυγε από εδώ και κάμε όπως είπες.

Γ Βασ. 22,23      καὶ νῦν ἰδοὺ ἔδωκε Κύριος πνεῦμα ψευδὲς ἐν στόματι πάντων τῶν προφητῶν σου τούτων, καὶ Κύριος ἐλάλησεν ἐπὶ σὲ κακά.

Γ Βασ. 22,23            Και ιδού ότι τώρα έδωσεν ο Κυριος πνεύμα ψευδούς προφητείας στο στόμα όλων αυτών των ψευδοπροφητών σου. Ο Κυριος προανήγγειλεν όλας τας συμφοράς, που θα επιπέσουν εις σέ”.

Γ Βασ. 22,24      καὶ προσῆλθε Σεδεκίας υἱὸς Χανανὰ καὶ ἐπάταξε τὸν Μιχαίαν ἐπὶ τὴν σιαγόνα καὶ εἶπε· ποῖον πνεῦμα Κυρίου τὸ λαλῆσαν ἐν σοί;

Γ Βασ. 22,24            Ο Σεδεκίας, ο υιός του Χανανά, επλησίασε γεμάτος αγανάκτησιν τον Μιχαίαν, εκτύπησεν αυτόν στο πρόσωπον και του είπε· “ποιό είναι αυτό το πνεύμα του Κυρίου, το οποίον απεκάλυψεν εις σε αυτά;”

Γ Βασ. 22,25      καὶ εἶπε Μιχαίας· ἰδοὺ σὺ ὄψῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, ὅταν εἰσέλθῃς ταμιεῖον τοῦ ταμιείου τοῦ κρυβῆναι ἐκεῖ.

Γ Βασ. 22,25            Και ο Μιχαίας του απήντησεν· “ιδού, θα ιδής και θα καταλάβης κατά την ημέραν εκείνην, ποιό είναι αυτό το πνεύμα, όταν τρομαγμένος θα εισέλθης στο πλέον απόκρυφον μέρος του εσωτερικού σου δωματίου, δια να κρυβής εκεί”.

Γ Βασ. 22,26      καὶ εἶπεν ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ· λάβετε τὸν Μιχαίαν καὶ ἀποστρέψατε αὐτὸν πρὸς Σεμὴρ τὸν βασιλέα τῆς πόλεως· καὶ τῷ Ἰωὰς υἱῷ τοῦ βασιλέως

Γ Βασ. 22,26            Με αγανάκτησιν ο βασιλεύς του ισραηλιτικού λαού διέταξε “συλλάβετε τον Μιχαίαν και φέρετε αυτόν προς τον Σεμήρ, τον άρχοντα της πόλεως. Εις δε τον υιόν του άρχοντος τον Ιωάς

Γ Βασ. 22,27      εἰπὸν θέσθαι τοῦτον ἐν φυλακῇ καὶ ἐσθίειν αὐτὸν ἄρτον θλίψεως καὶ ὕδωρ θλίψεως ἕως τοῦ ἐπιστρέψαι με ἐν εἰρήνῃ.

Γ Βασ. 22,27            είπατε να τον θέση εις την φυλακήν και να του δίδη ολίγον ψωμί να τρώγη και ολίγον νερό, μέχρις ότου επανέλθω εγώ νικητής και ειρηνικός από τον πόλεμον”.

Γ Βασ. 22,28      καὶ εἶπε Μιχαίας· ἐὰν ἐπιστρέφων ἐπιστρέψῃς ἐν εἰρήνῃ, οὐ λελάληκε Κύριος ἐν ἐμοί.

Γ Βασ. 22,28            Είπε τότε ο Μιχαίας· “εάν συ επιστρέψης από τον πόλεμον νικητής, τότε δεν θα είναι ο Κυριος, ο οποίος ωμίλησεν εις εμέ”.

 

                                   Ήττα και θάνατος του Αχαάβ  

Γ Βασ. 22,29      καὶ ἀνέβη βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ Ἰωσαφὰτ βασιλεὺς Ἰούδα μετ᾿ αὐτοῦ εἰς Ῥεμμὰθ Γαλαάδ.

Γ Βασ. 22,29            Ο βασιλεύς του Ισραήλ εξεστράτευσεν εναντίον της Ρεμμάθ εις Γαλαάδ, μαζή δε με αυτόν και ο Ιωσαφάτ, ο βασιλεύς του βασιλείου του Ιούδα.

Γ Βασ. 22,30      καὶ εἶπε βασιλεὺς Ἰσραὴλ πρὸς Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα· συγκαλύψομαι καὶ εἰσελεύσομαι εἰς τὸν πόλεμον, καὶ σὺ ἔνδυσαι τὸν ἱματισμόν μου· καὶ συνεκαλύψατο βασιλεὺς Ἰσραὴλ καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον.

Γ Βασ. 22,30            Είπεν ο βασιλεύς του Ισραήλ προς τον Ιωσαφάτ τον βασιλέα του Ιούδα· “εγώ θα μεταμφιεσθώ και θα λάβω μέρος άγνωστος στον πόλεμον. Συ όμως φόρεσε την ιδικήν μου βασιλικήν στολήν”. Πράγματι ο βασιλεύς Αχαάβ ήλλαξε την βασιλικήν του στολήν με άλλην και έλαβε μέρος στον πόλεμον.

Γ Βασ. 22,31      καὶ βασιλεὺς Συρίας ἐνετείλατο τοῖς ἄρχουσι τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ τριάκοντα καὶ δυσὶ λέγων· μὴ πολεμεῖτε μικρὸν καὶ μέγαν, ἀλλ᾿ ἢ τὸν βασιλέα Ἰσραὴλ μονώτατον.

Γ Βασ. 22,31             Ο βασιλεύς της Συρίας διέταξε τους τριανταδύο άρχοντας των πολεμικών αρμάτων του και είπε· “μη συνάψετε μάχην εναντίον μικρών η μεγάλων εχθρών, αλλά μόνον εναντίον του βασιλέως των Ισραηλιτών”.

Γ Βασ. 22,32      καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον οἱ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων τὸν Ἰωσαφὰτ βασιλέα Ἰούδα, καὶ αὐτοὶ εἶπαν· φαίνεται βασιλεὺς Ἰσραὴλ οὗτος· καὶ ἐκύκλωσαν αὐτὸν πολεμῆσαι, καὶ ἀνέκραξεν Ἰωσαφάτ.

Γ Βασ. 22,32            Οταν οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων είδον τον Ιωσαφάτ, τον βασιλέα του Ιούδα, είπαν αναμεταξύ των· “έκαμε την εμφάνισίν του ο βασιλεύς των Ισραηλιτών· αυτός είναι. Τον περιεκύκλωσαν, δια να τον καταπολεμήσουν και τον φονεύσουν. Ο Ιωσαφάτ τότε εφώναξεν.

Γ Βασ. 22,33      καὶ ἐγένετο ὡς εἶδον οἱ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων ὅτι οὐκ ἔστι βασιλεὺς Ἰσραὴλ οὗτος, καὶ ἀνέστρεψαν ἀπ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,33            Οταν είδαν οι αρχηγοί των πολεμικών αρμάτων, ότι αυτός δεν είναι ο βασιλεύς των Ισραηλιτών, απεμακρύνθησαν από αυτόν.

Γ Βασ. 22,34      καὶ ἐπέτεινεν εἷς τὸ τόξον εὐστόχως καὶ ἐπάταξε τὸν βασιλέα Ἰσραὴλ ἀνὰ μέσον τοῦ πνεύμονος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ θώρακος. καὶ εἶπε τῷ ἡνιόχῳ αὐτοῦ· ἐπίστρεψον τὰς χεῖράς σου καὶ ἐξάγαγέ με ἐκ τοῦ πολέμου, ὅτι τέτρωμαι.

Γ Βασ. 22,34            Ενας όμως από αυτούς ετέντωσε το τόξον του και επέτυχε να κτυπήση τον βασιλέα των Ισραηλιτών, τον Αχαάβ, ανάμεσα στον πνεύμονα και τον θώρακα. Εκείνος δε είπεν στον ηνίοχόν του· “στρέψε τα ηνία του άρματός σου με τα χέρια σου και βγάλε με από το πεδίον της μάχης, διότι έχω πληγωθή”.

Γ Βασ. 22,35      καὶ ἐτροπώθη ὁ πόλεμος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ὁ βασιλεὺς ἦν ἑστηκὼς ἐπὶ τοῦ ἅρματος ἐξεναντίας Συρίας ἀπὸ πρωΐ ἕως ἑσπέρας καὶ ἐπέχυνε τὸ αἷμα ἀπὸ τῆς πληγῆς εἰς τὸν κόλπον τοῦ ἅρματος· καὶ ἀπέθανεν ἑσπέρας, καὶ ἐξεπορεύετο τὸ αἷμα τῆς τροπῆς ἕως τοῦ κόλπου τοῦ ἅρματος.

Γ Βασ. 22,35            Η μάχη εκράτησεν όλην την ημέραν εκείνην, ο δε βασιλεύς Αχαάβ εστέκετο όρθιος επί του πολεμικού του άρματος απέναντι των Συρων, το δε αίμα της πληγής του έτρεχεν εντός του άρματος. Κατά την εσπέραν όμως απέθανε. Το αίμα δε της πληγής του εξηκολούθει να ρέη και μετά τον θάνατόν του εντός του άρματος.

Γ Βασ. 22,36      καὶ ἔστη ὁ στρατοκήρυξ δύοντος τοῦ ἡλίου λέγων· ἕκαστος εἰς τὴν ἑαυτοῦ πόλιν καὶ εἰς τὴν ἑαυτοῦ γῆν,

Γ Βασ. 22,36            Οταν ο ήλιος έδυε, εστάθη ο κήρυξ του στρατού όρθιος και εφώναξε· “ο καθένας ας επιστρέψη εις την πόλιν του και εις την χώραν του,

Γ Βασ. 22,37      ὅτι τέθνηκεν ὁ βασιλεύς. καὶ ἦλθον εἰς Σαμάρειαν καὶ ἔθαψαν τὸν βασιλέα ἐν Σαμαρείᾳ.

Γ Βασ. 22,37            διότι ο βασιλεύς απέθανε”. Ηλθον τότε εις την Σαμάρειαν οι ακόλουθοι του βασιλέως και έθαψαν τον νεκρόν βασιλέα εις την Σαμάρειαν.

Γ Βασ. 22,38      καὶ ἀπένιψαν τὸ αἷμα ἐπὶ τὴν κρήνην Σαμαρείας, καὶ ἐξέλειξαν αἱ ὕες καὶ οἱ κύνες τὸ αἷμα, καὶ αἱ πόρναι ἐλούσαντο ἐν τῷ αἵματι κατὰ τὸ ῥῆμα Κυρίου, ὃ ἐλάλησε.

Γ Βασ. 22,38            Εις την πηγήν της Σαμαρείας έπλυναν το άρμα από το αίμα του βασιλέως. Εκεί δε οι χοίροι και τα σκυλιά έγλειψαν το αίμα και αι πόρναι ελούσθησαν με το ύδωρ της κρήνης, όπου υπήρχεν ακόμη το αίμα του Αχαάβ, και έτσι εξεπληρώθη ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος είχεν ειπεί εναντίον του Αχαάβ.

Γ Βασ. 22,39      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἀχαὰβ καὶ πάντα, ἃ ἐποίησε, καὶ οἶκον ἐλεφάντινον, ὃν ᾠκοδόμησε, καὶ πάσας τὰς πόλεις, ἃς ἐποίησεν, οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γέγραπται ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν τῶν βασιλέων Ἰσραήλ;

Γ Βασ. 22,39            Τα υπόλοιπα από τα έργα του Αχαάβ, τα οποία αυτός έκαμε, και ο ελεφάντινος οίκος τον οποίον ανοικοδόμησε, και όλαι αι πόλεις τας οποίας έκτισε και ωχύρωσε, δεν είναι όλα αυτά γραμμένα στο βιβλίον των έργων και των λόγων των βασιλέων του Ισραηλιτικού λαού;

Γ Βασ. 22,40      καὶ ἐκοιμήθη Ἀχαὰβ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ, καὶ ἐβασίλευσεν Ὀχοζίας υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,40            Ο Αχαάβ εκοιμήθη με τους πατέρας αυτού. Εβασίλευσε δε αντ' αυτού ο υιός του, ο Οχοζίας.

 

                                    Η βασιλεία του Ιωσαφάτ στον Ιούδα

Γ Βασ. 22,41      Καὶ Ἰωσαφὰτ υἱὸς Ἀσὰ ἐβασίλευσεν ἐπὶ Ἰούδαν· ἐν ἔτει τετάρτῳ τοῦ Ἀχαὰβ βασιλέως Ἰσραὴλ ἐβασίλευσεν Ἰωσαφάτ.

Γ Βασ. 22,41            Ο Ιωσαφάτ ο υιός του Ασά εβασίλευσεν στο βασίλειον του Ιούδα. Αυτός ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον κατά το τέταρτον έτος του βασιλέως του Ισραήλ Αχαάβ.

Γ Βασ. 22,42      υἱὸς τριάκοντα καὶ πέντε ἐτῶν ἐν τῷ βασιλεύειν αὐτόν, καὶ εἴκοσι καὶ πέντε ἔτη ἐβασίλευσεν ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ ὄνομα τῇ μητρὶ αὐτοῦ Ἀζουβὰ θυγάτηρ Σαλαΐ.

Γ Βασ. 22,42            Ητο τριάκοντα πέντε ετών, όταν ανήλθεν στον βασιλικόν θρόνον και εβασίλευσεν επί είκοσι πέντε έτη εις την Ιερουσαλήμ. Η μητέρα του ωνομάζετο Αζουβά, ήτο δε θυγάτηρ του Σαλαΐ.

Γ Βασ. 22,43      καὶ ἐπορεύθη ἐν πάσῃ ὁδῷ Ἀσὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· οὐκ ἐξέκλινεν ἀπ᾿ αὐτῆς τοῦ ποιῆσαι τὸ εὐθὲς ἐν ὀφθαλμοῖς Κυρίου·

Γ Βασ. 22,43            Ο Ιωσαφάτ επορεύθη κατά πάντα τον δρόμον του ευσεβούς πατρός του, του Ασά. Δεν παρεξέκλινεν από τον δρόμον του Κυρίου και έπραττε πάντοτε το ορθόν ενώπιον των οφθαλμών του Θεού.

Γ Βασ. 22,44      πλὴν τῶν ὑψηλῶν οὐκ ἐξῇρεν, ἔτι ὁ λαὸς ἐθυσίαζε καὶ ἐθυμίων ἐν τοῖς ὑψηλοῖς.

Γ Βασ. 22,44            Τους υψηλούς όμως ειδωλικούς τόπους δεν επέτυχε να τους καταστρέψη, ο δε λαός εξακολουθούσε να θυσιάζη και να προσφέρη θυμίαμα στους υψηλούς αυτούς τόπους.

Γ Βασ. 22,45      καὶ εἰρήνευσεν Ἰωσαφὰτ μετὰ βασιλέως Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,45            Ο Ιωσαφάτ είχε συνάψει ειρήνην με τον βασιλέα του Ισραηλιτικού λαού, τον Αχαάβ.

Γ Βασ. 22,46      καὶ τὰ λοιπὰ τῶν λόγων Ἰωσαφὰτ καὶ αἱ δυναστεῖαι αὐτοῦ, ὅσα ἐποίησεν οὐκ ἰδοὺ ταῦτα γεγραμμένα ἐν βιβλίῳ λόγων τῶν ἡμερῶν βασιλέων Ἰούδα;

Γ Βασ. 22,46            Τα υπόλοιπα έργα του Ιωσαφάτ και τα κατορθώματά του, όσα έπραξεν, ιδού, δεν είναι αυτά γραμμένα στο βιβλίον των έργων και των λόγων των βασιλέων του Ιούδα;

Γ Βασ. 22 ,47     [Καὶ περισσὸν τοῦ ἐνδιηλλαγμένου, ὃ ὑπελείφθη ἐν ἡμέραις Ἀσὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐπέλεξεν ἀπὸ τῆς γῆς.

Γ Βασ. 22,47            Ο Ιωσαφάτ εξηφάνισεν από την χώραν του τα υπολείμματα της διαφθοράς, τα οποία είχον απομείνει από τας ημέρας του πατρός του Ασά.

Γ Βασ. 22,48      καὶ βασιλεὺς οὐκ ἦν ἐν Ἐδὲμ ἐστηλωμένος. καὶ ὁ βασιλεὺς

Γ Βασ. 22,48            Βασιλεύς δε μόνιμος και σταθερός δεν υπήρχεν τότε εις την Ιδουμαίαν.

Γ Βασ. 22,49      Ἰωσαφὰτ ἐποίησε νῆας εἰς Θαρσὶς τοῦ πορευθῆναι Ὠφέρδε εἰς χρυσίον, καὶ οὐκ ἐπορεύθησαν, ὅτι συνετρίβησαν νῆες ἐν Ἀσεὼν Γαβέρ.

Γ Βασ. 22,49            Ο Ιωσαφάτ εναυπήγησε πλοία εις Θαρσίς, δια να πλεύσουν εις Ωφέρδε, όπου υπήρχε χρυσίον. Τα πλοία όμως δεν έφθασαν στον σκοπόν των, διότι συνετρίβησαν εις Ασεών Γαβέρ.

Γ Βασ. 22,50      τότε εἶπε Ὀχοζίας υἱὸς Ἀχαὰβ πρὸς Ἰωσαφάτ· πορευθήτωσαν δοῦλοί μου μετὰ τῶν δούλων σου ταῖς ναυσί· καὶ οὐκ ἠθέλησεν Ἰωσαφάτ.]

Γ Βασ. 22,50            Είπε τότε ο Οχοζίας, ο υιός του Αχαάβ, προς τον Ιωσαφάτ· “ας υπηρετήσουν οι άνδρες μου μαζή με τους ιδικούς σου άνδρας εις τα πλοία”. Ο Ιωσαφάτ όμως δεν εδέχθη αυτήν την πρότασιν.

Γ Βασ. 22,51      καὶ ἐκοιμήθη Ἰωσαφὰτ μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ ἐτάφη παρὰ τοῖς πατράσιν αὐτοῦ ἐν πόλει Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ· καὶ ἐβασίλευσεν Ἰωρὰμ υἱὸς αὐτοῦ ἀντ᾿ αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,51             Ο Ιωσαφάτ εκοιμήθη και ανεπαύθη με τους πατέρας αυτού και ετάφη κοντά στους προγονικούς τάφους εις την πόλιν Δαυίδ, του προπάτορός του. Εγινε δε αντ' αυτού βασιλεύς ο υιός του, ο Ιωράμ.

 

                                    Η βασιλεία του Οχοζία στον Ισραήλ                 

Γ Βασ. 22,52      Καὶ Ὀχοζίας υἱὸς Ἀχαὰβ ἐβασίλευεν ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ ἐν ἔτει ἑπτακαιδεκάτῳ Ἰωσαφὰτ βασιλέως Ἰούδα· καὶ ἐβασίλευσεν ἐν Ἰσραὴλ ἐν Σαμαρείᾳ δύο ἔτη.

Γ Βασ. 22,52            Ο δε Οχοζίας, ο υιός του Αχαάβ, εβασίλευσεν επί του Ισραηλιτικού λαού με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν κατά το δέκατον έβδομον έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ, βασιλέως του Ιούδα. Αυτός εβασίλευσεν επί του Ισραηλιτικού βασιλείου με πρωτεύουσαν την Σαμάρειαν επί δύο έτη.

Γ Βασ. 22,53      καὶ ἐποίησε τὸ πονηρὸν ἐναντίον Κυρίου καὶ ἐπορεύθη ἐν ὁδῷ Ἀχαὰβ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐν ὁδῷ Ἰεζάβελ τῆς μητρὸς αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις οἴκου Ἱεροβοὰμ υἱοῦ Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραήλ.

Γ Βασ. 22,53            Αυτός όμως εξέκλινεν προς την ειδωλολατρείαν, διέπραξε πονηρά ενώπιον του Κυρίου και εβάδισε τον δρόμον του πατρός του του Αχαάβ και της μητρός του της Ιεζάβελ. Εζησε την αμαρτωλήν ζωήν της οικογενείας Ιεροβοάμ, υιού του Ναβάτ, ο οποίος παρεκίνησε και εξώθησε τους Ισραηλίτας εις την ασέβειαν.

Γ Βασ. 22,54      καὶ ἐδούλευσε τοῖς Βααλὶμ καὶ προσεκύνησεν αὐτοῖς καὶ παρώργισε τὸν Κύριον Θεὸν Ἰσραήλ, κατὰ πάντα τὰ γενόμενα ἔμπροσθεν αὐτοῦ.

Γ Βασ. 22,54            Αυτός εδούλευσε και ελάτρευσε τα διάφορα είδωλα του Βααλ, προσεκύνησεν αυτά, όπως όλοι οι ασεβείς προκάτοχοί του, και εξώργισεν εναντίον του Κυριον τον Θεόν του Ισραηλιτικού λαού.

                       

 

ΚΕΦΑΛΑΙΑ

1

2

3

4

5

6

7

8

9

10

11

12

13

14

15

16

17

18

19

20

21

22