ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΑΡΙΑ - ΠΑΝΑΓΙΑ

 ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΔΗΜΟΣΙΑΝΑ 

  

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΑΝΑΣ

 

Παναγία η Δημοσιάνα

Στην Κέρκυρα ξεχωριστή θέση είχε η Παναγία η «Δημοσιάνα». Η εικόνα αυτή χρονολογείται στο 2ο μισό του 14ου αιώνα. Ονομάζεται «Δημοσιάνα» γιατί είχε την πρώτη θέση στις δημόσιες τελετές στις οποίες συμμετείχε ο Μέγας Πρωτοπαπάς και το Ιερό Τάγμα, όντας η προστάτις των Κορυφών.

Η παλαιότερη αναφορά που έχουμε για την εικόνα βρίσκεται σε ένα οδοιπορικό του 1470. Κάποιος Friedrich Steigerwalder, ακόλουθος του κόμητος από το Tιρόλο Gaudenz Von Kirchberg, άφησε ένα οδοιπορικό σχετικό με το ταξίδι τους στους Αγίους Τόπους. Το πλοίο τους ξεκινώντας από τη Βενετία, αφού στάθμευσε στη Ραγούζα (σημ. Ντουμπρόβνικ της Δαλματίας) και στην Κασσιώπη της Κέρκυρας, στις 20 Ιουνίου 1470 έφτασε στη μικρή πολιτεία των Κορυφών.

Από το γεγονός ότι μας έχει σωθεί μία εικόνα αμφιπρόσωπη, η Παναγία η Δημοσιάνα, η οποία ανάγεται στον 14ο αιώνα, και από το γεγονός ότι η εικόνα αυτή απολάμβανε ξεχωριστής τιμής και συμμετείχε σε όλες σχεδόν τις λιτανείες, μεταξύ των οποίων και σε αυτήν της Αγίας Δωρεάς των καθολικών, αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι την ίδια εικόνα είδαν οι Γερμανοί προσκυνητές.

Η εικόνα, όπως διατηρείται σήμερα, έχει κοπεί και από τις τέσσερις πλευρές ενώ φέρει σημαντικές φθορές. Πριν από τη συντήρησή της, το 1970, ήταν καλυμμένη με αργυρή επένδυση με χαραγμένη την ονομασία «Δημοσιάνα». Η Θεοτόκος εικονίζεται σε προτομή, ελαφρά γυρισμένη προς τα αριστερά της, με το κεφάλι της ελαφρά γυρτό. Κρατά με το αριστερό χέρι το Χριστό και υψώνει το δεξί μπροστά στο στήθος. Ο Χριστός ατενίζει το θεατή. Κρατά κλειστό ειλητάριο και απλώνει το δεξί χέρι σε σχήμα ομιλίας. Πάνω στο βαθυγάλαζο χιτώνα της Θεοτόκου, πάνω από το δεξί μανίκι η παρυφή του καστανού μαφορίου είναι στολισμένη με χρυσοκέντητη επιγραφή και κρόσσια.
Η επιγραφή «εν κροσώ» προέρχεται από τον 44ο ψαλμό «…εν κροσσωτοίς χρυσοίς περιβεβλημένη πεποικιλμένη…» Από τα ρούχα δε του Χριστού ο χιτώνας είναι βαθυγάλαζος ενώ το ιμάτιο είναι κόκκινο με έντονες χρυσές ανταύγες. Οι φωτοστέφανοι είναι ανάγλυφοι. Η εικόνα αποδίδεται σε εργαστήριο των Ιωαννίνων στα τέλη του 14ου αιώνα.

Στην πίσω πλευρά της εικόνας εικονίζεται η μορφή ενός αγίου. Σύμφωνα δε με το οδοιπορικό, αυτός είναι ο Άγιος Παύλος. Προφανώς όμως εδώ πρόκειται για λάθος του Steigerwalder, γιατί ο άγιος αυτός φορεί επισκοπικά άμφια. Ας σημειωθεί ότι δε υπάρχει κάποια επιγραφή που να δηλώνει για ποιον άγιο πρόκειται. Μεταγενέστερες, όμως, πηγές, από την εποχή της ενετοκρατίας, τον ταυτίζουν με τον Άγιο Αρσένιο, Μητροπολίτη Κερκύρας.
Είναι απολύτως φυσικό και αναμενόμενο στην πίσω πλευρά της πολύτιμης αυτής εικόνας να απεικονίζεται ο Άγιος Αρσένιος, και όχι οποιοσδήποτε άλλος, αφού ο άγιος αυτός είναι καθ’ όλη την διάρκεια του μεσαίωνα ο προστάτης και πολιούχος της Κέρκυρας.


Συγκεκριμένα, στις 22 Οκτωβρίου 1712 οι επίτροποι του ναού του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Καμπιέλο ή «Οβριοβούνι» παραχώρησαν την εκκλησία τους στους συνδίκους της πόλεως για να γίνει οριστικά ο πρωτοπαπαδικός ναός της Κέρκυρας. Έτσι στις 24 Οκτωβρίου 1712 ο Μέγας Πρωτοπαπάς Αναστάσιος Αυλωνίτης διατάζει τη μεταφορά της εικόνας με λιτανεία από το ναό του Αγίου Ιωάννη στις Στέρνες στο ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ.
Η Δημοσιάνα ανήκε στο Ιερό Τάγμα και φυλασσόταν στην εκάστοτε πρωτοπαπαδική εκκλησία. Παρέμεινε δε στο ναό του Ταξιάρχη Μιχαήλ στο Καμπιέλο ως το 1841. Τότε, επί αρχιερατείας Χρυσάνθου Μασσέλου, ορίστηκε ως καθεδρικός ναός αυτός της Υ.Θ. Σπηλαιωτίσσης και των Αγίων Βλασίου και Θεοδώρας και εκεί μεταφέρθηκε, όπου παραμένει μέχρι και σήμερα.

Η Δημοσίανα λιτανευόταν, όπως τονίσαμε, σε όλες σχεδόν τις δημόσιες τελετές που γινόταν στη μικρή πολιτεία των Κορυφών. Συγκεκριμένα, από την εκάστοτε πρωτοπαπαδική εκκλησία, που ξεκινούσε η πομπή του Ιερού Τάγματος, την εκκίνηση έδινε ένας αξιωματούχος, ο «Αρχιμανδρίτης», ή, ελλείψει αυτού, το αμέσως επόμενο οφίκιο, ο «Ιερομνήμονας».
Την πομπή άνοιγαν τα αγιόγραφα ή «σκόλες» των αδελφοτήτων και των συντεχνιών. Ακολουθούσε ο Σταυρός του Ιερού Τάγματος ανάμεσα σε δύο «τόρτσες». Στη συνέχεια έρχονταν οι μοναχοί, οι απλοί ιερείς και μετά το Ιερό Τάγμα.
Οι μοναχοί φορούσαν το σχήμα τους, οι απλοί ιερείς πετραχήλι και φαιλόνιο και οι ιερείς του Ιερού Τάγματος, εκτός από πετραχήλι και φαιλόνιο, από κάτω, έφεραν ένα ιδιαίτερο ένδυμα, τη «βέστα». Ένας ιερέας του τάγματος έφερε ασκεπής το ευαγγέλιο ενώ δίπλα του ένας διάκονος του κρατούσε το κάλυμμα της κεφαλής, το «σκιάδιο».
Ακολουθούσε η εικόνα της Δημοσιάνας. Στα δεξιά της εικόνας στεκόταν ο «Αρχιμανδρίτης» ή, ελλείψει αυτού, το αμέσως επόμενο οφίκιο, ο οποίος, μόλις η εικόνα έβγαινε από την εκκλησία έψαλε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…» και το «Ευλογημένη η Αγία Δόξα, η οποία εξέρχεται εκ του αγίου οίκου τούτου…». Στη συνέχεια οι ιερείς έψαλλαν τον «Κανόνα» της Θεοτόκου και κρατούσαν εναλλάξ την εικόνα. Όμως, λόγω του βάρους του θρόνου της και της μεγάλης απόστασης αρκετών λιτανειών (πχ η λιτανεία της Αγίας Ιουστίνης έφτανε μέχρι τον ομώνυμο ναό της «Τριμάρτυρος» στη Γαρίτσα) μερικοί κληρικοί δεν έδειχναν ιδιαίτερη προθυμία να σηκώνουν την εικόνα.
 Μάλιστα, τον Ιούνιο του 1728, στην εορτή της Αγίας Δωρεάς, η απροθυμία αυτή εξελίχθηκε σε φιλονικία ανάμεσα στους ιερείς των επαρχιών του νησιού, καθώς στη λιτανεία αυτή όλοι οι ιερείς του νησιού ήταν υποχρεωμένοι να συμμετέχουν.
Τόσης τιμής απολάμβανε η Δημοσιάνα που ο απλός λαός κάνει διάφορες προσφορές στη Χάρη της. Τέλος, γνωρίζουμε ότι μπροστά στην εικόνα είχαν πάντοτε αναμμένα κεριά.

Είναι φανερό ότι η εικόνα της Παναγίας της Δημοσιάνας είναι ένα από τα παλαιότερα και ιερότερα κειμήλια της νήσου μας. Είναι η απτή απόδειξη της λατρείας της εικόνας της Παναγίας της Οδηγήτριας, η οποία ήδη από την εποχή του Αγίου Ευαγγελιστή Λουκά έφερνε κάθε πιστό σε επαφή με το ιερό πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου.

 

Πηγή: Γιώργος Γαστεράτος
Φιλόλογος - Ιστορικός, υπ. δρ. Ιστορίας Iόνιου Πανεπιστημίου