ΑΡΧΑΙΕΣ ΧΩΡΕΣ ΚΑΙ ΛΑΟΙ

 

XANAAN

 

Η ΓΗ ΧΑΝΑΑΝ

 

Με το όνομα Χαναάν φέρονται ένα βιβλικό πρόσωπο ο Χαναάν, ο οποίος ήταν γιος του Χαμ καθώς επίσης και η γη Χαναάν. Καναάν ή Κναναάν ή Χαναάν είναι ο αρχαίος όρος για μια περιοχή που αντιστοιχεί περίπου στα όρια της παλιάς Παλαιστίνης και περιλαμβάνει τη Δυτική Όχθη, τη δυτική Ιορδανία, τη νότια Συρία και τον Λίβανο έως τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας. Το όνομα Χαναάν σημαίνει "βαθύπεδη χώρα".

 

Η γη Χαναάν λέγεται και γη της Επαγγελίας, γιατί είναι η γη που υποσχέθηκε ο Θεός στον Αβραάμ και αργότερα στο Μωυσή, προκειμένου να οδηγήσει εκεί τους Ισραηλίτες για να εγκατασταθούν μετά τη δοκιμασία τους στην Αίγυπτο. Τον 5ο π.Χ. αιώνα η νότια περιοχή της Χαναάν, ονομαζόταν Παλαιστίνη (Αριθμοί 34,3-12).

 

Η Χαναάν αναφέρεται στην Αγία Γραφή με τα εξής ονόματα, "γη Χαναάν" (Γένεση 12,5), "γη της Επαγγελίας" (Γένεση 12,7 και 13,15. Εβραίους 11,9), γιατί ο Θεός την είχε υποσχεθεί στον Αβραάμ και τους απογόνους του, "γη Ισραήλ" (Γένεση 40,15, Α' Βασιλειών 13,19), γιατί εκεί θα κατοικούσαν οι Ισραηλίτες, "γη Ιούδα" (Ιερεμίας 39,10), γιατί η φυλή Ιούδα ήταν η κυριότερη των Ισραηλιτών, και "γη Αγία" (Ζαχαρίας 2,12).

 

 

 

 

ΟΙ ΧΑΝΑΝΑΙΟΙ

 

Οι   Χαναναίοι   ήταν  αρχαίος λαός σημιτικής καταγωγής με πιθανή αρχική κοιτίδα την γύρω από τον Περσικό κόλπο χώρα από την οποία μετανάστευσαν περί το 2500 π.Χ. στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ήταν από τους παλιότερους κατοίκους  της Χαναάν, οι οποίοι ζούσαν στα πεδινά αστική και γεωργική ζωή. Ο στρατός τους ήταν οργανωμένος και καλά εξοπλισμένος με πολεμικές άμαξες που κατασκεύαζαν κατά το πρότυπο των αρμάτων των Υκσώς (Ιησούς του Ναυή 17,16).

 

Όλες οι εθνότητες, που οι Ισραηλίτες μετά την κατάκτηση της χώρας τις εξολόθρευσαν, τις υποδούλωσαν ή τις αποδυνάμωσαν, όπως οι Χαναναίοι, οι Χετταίοι, οι Αμορραίοι, οι Φερεζαίοι, οι Ευαίοι, οι Γεργεσαίοι και των Ιεβουσαίοι, τις ονομάζουμε αδιακρίτως «Χαναναίους». Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι οι Χαναναίοι ποτέ δεν ήταν εθνικά ενωμένοι. Ήταν και παρέμειναν χωρισμένοι σε μικρές ηγεμονίες με ηγεμόνα συνήθως ένα βασιλιά. Η επικράτεια κάθε ηγεμόνα ήταν τόση όση του εξασφάλιζε η δύναμη των όπλων του. Ο βασιλιάς-ηγεμόνας με την ανώτερη τάξη από τη μια μεριά και ο λαός από την άλλη αποτελούσαν τις δύο τάξεις στις μικρά αυτά  βασίλεια. Ενδιάμεση τάξη δεν υπήρχε. Το κέντρο στο κάθε βασίλειο ήταν το βασιλικό ανάκτορο με γύρω γύρω έναν οικισμό από καλύβες συνήθως. Την «πόλη» περιέβαλε ένα ή δύο καλά οχυρωμένα τείχη, απαραίτητα για την ασφάλεια των κατοίκων της.

 

 

 

Ο ΧΑΝΑΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΧΑΝΑΝΑΙΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

 

Α) Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΧΑΝΑΝΑΙΩΝ

 

Η Παλαιά Διαθήκη φέρει τη φυλή των Χαναναίων να κατάγεται από τον Χαναάν (Καναάν), το τέταρτο γιο του Χαμ και εγγονό του Νώε. Η περιοχή όπου διέμεναν ονομαζόταν Χαναάν. Η Αγία Γραφή αναφέρεται σε 11 οικογενειακά φύλα που προήλθαν από τον προπάτορα Χαναάν, η γενιά του οποίου αντιστοιχεί στα ονόματα των χαναανιτικών φυλών στο κεφάλαιο 10 της Γένεσης (Γένεση 10,6. 15-19).

Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη (Γένεση 10,15), ο Χαναάν υπήρξε πατέρας του Σιδώνα, του Χετ, του Ιεβουσαίου, του Αμορραίου, του Γεργεσαίου και του Ευαίου κ.ά., οι οποίοι υπήρξαν γενάρχες διαφόρων φυλών και λαών εκ των οποίων οι κυριότεροι ήταν οι Σιδώνιοι (Φοίνικες), οι Αμορραίοι, οι Γεργεσσαίοι, οι Ευαίοι, Ιεβουσαίοι, Αραδίτες καθώς και Χετταίοι που ταξίδεψαν προς το νότο και εγκαταστάθηκαν στην Χαναάν.

Αυτές οι εθνότητες, όπως μας πληροφορεί η βιβλική παράδοση (Ιησούς του Ναυή 9,1), ζούσαν στη δυτικά του Ιορδάνη χώρα και αποτελούσαν τον ιθαγενή πληθυσμό της Χαναάν. Στην Αγία Γραφή οι Χαναναίοι αναφέρονται ως μια από τις δέκα φυλές που κατοικούσαν στη Χαναάν (Γένεση 15,18-20. Έξοδος 3,8. 3,17. 13,5. 23,23. 32,2, 34,11. Δευτερονόμιο 7,1. Ιησούς του Ναυή 3,10. 24,11).

 

Αρχικά «Χαναάν» ονομαζόταν η δυτική περιοχή της Συρίας, που εκτεινόταν προς βορρά του όρους Κάρμηλος (δυτικά) και της λίμνης Γεννησαρέτ (ανατολικά) και περιλάμβανε την παραλιακή λωρίδα της Μεσογείου με τις γνωστές πόλεις Τύρο και Σιδώνα (Ιησούς του Ναυή 5,1. Αριθμοί 13,29. Ησαΐας 23,11), την ανατολικά της ορεινή χώρα και την άνω κοιλάδα του Ιορδάνη (Ιησούς του Ναυή 11,3). Από τη συγκεκριμένη αυτή περιοχή η ονομασία Χαναάν επεκτάθηκε πρώτα στη δυτικά του Ιορδάνη χώρα, σε διάκριση από την ανατολικά του ποταμού «Γη Γαλαάδ», και έπειτα σ' όλη την Παλαιστίνη. Με την πάροδο των χρόνων η ονομασία Χαναάν άρχισε και πάλι να αποδίδεται στη λωρίδα της παραλίας που μας είναι γνωστή ως Φοινίκη.

 

Τα όρια της Χαναάν επεκτείνονταν από τα παράλια από τη Σιδώνα έως τη Λασά και τον Ιορδάνη (Γένεση 10,15-19. Αριθμοί 13,30). Σε άλλο σημείο ο Θεός είπε στον Μωυσή και στον Ιησού του Ναυή, ότι τα όρια της Χαναάν εκτείνονται, νότια από την έρημο έως το όρος Αντιλίβανο στο βορρά, και από τον Ευφράτη ανατολικά έως τη Μεσόγειο θάλασσα δυτικά (Δευτερονόμιο 1,6-7. 11,24. Ιησούς του Ναυή 1,4). Σε άλλο σημείο ο Θεός όρισε στους Ισραηλίτες τα σύνορα της Χαναάν ως εξής: Τα νότια σύνορα ξεκινούσαν από την έρημο Σιν, κατά μήκος τα σύνορα με την Εδώμ, έως την Νεκρά θάλασσα. Και επειδή τα όρια διέγραφαν κυκλική πορεία, ανέβαιναν προς την ανωφέρεια Ακραβίν, περνούσαν από την τοποθεσία Σεννά και φτάνουν στην Κάδης Βαρνή, περνάνε από την Αράδ και την τοποθεσία Ασεμωνά προς τον χείμαρρο της Αιγύπτου και καταλήγουν τα νότια σύνορα στη Μεσόγειο θάλασσα. Προς δυσμάς η Μεσόγειος θάλασσα αποτελούσε το φυσικό όριο της Χαναάν. Τα βόρεια σύνορα ξεκινούσαν από τη Μεσόγειο θάλασσα έως το Όρος (Ερμών;). Από κει η οριογραμμή πήγαινε στην Εμάθ, περνούσε από την Σαραδάκ και την Δεφρωνά και κατέληγε στην Αρσεναΐν. Τα ανατολικά σύνορα ξεκινούσαν από την Αρσεναΐν μέχρι τη Σεπφαμάρ, μετά η οριογραμμή κατέβαινε στην Αρβηλά, προχωρούσε στη Βηλά και μετά κατά μήκος της Γεννησαρέτ, του Ιορδάνη και κατέληγε στη Νεκρά θάλασσα. Στην παραπάνω οριοθέτηση δεν συμπεριλήφθησαν οι περιοχές ανατολικά του Ιορδάνη που δόθηκαν στις φυλές Γαδ, Ρουβήν και μισή Μανασσή (Αριθμοί 34,10-15).

 

Η γεωγραφική περιοχή της Χαναάν περιελάμβανε τις φυλές των Χετταίων, Ιεβουσαίων, Χαναναίων, Αμορραίων, Ευαίων, Φερεζαίων και Γεργεσαίων. Οι Χαναναίοι κατοικούσαν σε ολόκληρη την περιοχή σύμφωνα με το βιβλίο των Κριτών (1,3-10). Ήταν ακόμα ανάμεσα στους λαούς που ήταν πριν από τους Ισραηλίτες (Γένεση 12,6. 24,37, Ιησούς του Ναυή 3,10).

Η Χαναάν είχε ανθηρό πολιτισμό, από την 2η χιλιετηρίδα π.Χ.. Παρόλο που οι λαοί εκείνη την εποχή βάσιζαν την οικονομία τους στην αγροτική ζωή, οι Χαναναίοι ασχολούνταν με το εμπόριο (Ιεζεκιήλ 17,4. Ιώβ 41,6). Η χώρα τους ήταν εύφορη (Έξοδος 3,17. Αριθμοί 13,27) και είχαν πολλές ισχυρές πόλεις (Αριθμοί 13,28. Δευτερονόμιο 1,28). Η γλώσσα της ήταν σημιτική. Στο βιβλίο του Ησαΐα (19,18), αναφέρεται "η γλώσσα της Χαναάν". Οι Χαναναίοι ασχολούνταν με τη μαγεία, τη μαντεία και άλλες αποκρυφιστικές τελετές (Δευτερονόμιο 18,9-11).

 

 

Β) Η ΧΑΝΑΑΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΜΩΥΣΗ

 

Στη διαθήκη που έκανε ο Θεός με τον Αβραάμ, μεταξύ των άλλων ο Κύριος του υποσχέθηκε ότι θα δώσει στους απογόνους του, όλη τη χώρα όπου τώρα κατοικεί, όλη τη χώρα της Χαναάν (Γένεση 17,8). Στη γη της κατοικούσαν οι πατριάρχες Αβραάμ, Ισαάκ, και Ιακώβ (Γένεση 12,5-8, και κεφ. 26-35). Στη Γένεση (36,2), αναφέρει ότι ο Ησαύ, πήρε γυναίκες από τις κοπέλες της Χαναάν, στις οποίες συγκαταλέγονταν οι κόρες ενός Χετταίου και ενός Ευαίου.

 

Όταν οι Χαναναίοι και οι άλλοι λαοί που κατοικούσαν στη Χαναάν, έμαθαν ότι οι Ισραηλίτες πέρασαν την Ερυθρά θάλασσα και ο στρατός των Αιγυπτίων καταποντίστηκε, τρόμαξαν και τους έπιασε πανικός (Έξοδος 15,14-15).

Μετά την έξοδό τους από την Αίγυπτο και την περιπλάνησή τους στην έρημο Σινά οι Ισραηλίτες έφτασαν στη Γη της Επαγγελίας. Όταν οι Ισραηλίτες έφτασαν στην έρημο Φαράν, έξω από τη Χαναάν, ο Μωυσής έστειλε 12 κατασκόπους για να κατασκοπεύσουν τη χώρα. Οι κατάσκοποι εξερεύνησαν τη χώρα για σαράντα μέρες, από το νότο ως το βορρά, πήραν μαζί τους κάποια από τα προϊόντα του τόπου και γύρισαν πίσω στο στρατόπεδο (Αριθμοί 13,1-27. Δευτερονόμιο 1,19-24).

Οι κατάσκοποι εκτός από τον Ιησού του Ναυή και τον Χάλεβ, άρχισαν να διαδίδουν στους Ισραηλίτες φοβερά πράγματα σχετικά με τη χώρα που είχαν εξερευνήσει. Τους είπαν πως πράγματι είναι μια χώρα όπου ρέει γάλα και μέλι, αλλά ο λαοί που κατοικούν εκεί είναι πολύ δυνατοί, με πόλεις καλά οχυρωμένες και πολύ μεγάλες. Ανέφεραν επίσης, πως ανάμεσα στους λαούς που κατοικούσαν στη χώρα, ήταν και οι απόγονοι του Ανάκ, οι γίγαντες,  όπου μπροστά τους ένοιωθαν σαν ακρίδες (Αριθμοί 13,30-33).

Τότε ολόκληρη η κοινότητα άρχισε να φωνάζει και να παραπονιέται ενάντια στο Μωυσή και στον Ααρών (Αριθμοί 13,27-30. 14,1-4. Δευτερονόμιο 1,25-28). Μάταια προσπάθησαν ο Μωυσής, ο Ααρών, ο Ιησούς του Ναυή κι ο Χάλεβ να τους καθησυχάσουν και να μην επαναστατήσουν εναντίον του Θεού και ότι με τη βοήθειά του θα κατακτήσουν τη χώρα που τους υποσχέθηκε (Αριθμοί 14,5-9).

Κι ενώ ολόκληρη η κοινότητα σκεφτόταν να τους λιθοβολήσει, φάνηκε η δόξα του Θεού πάνω από τη Σκηνή του Μαρτυρίου μπροστά στα μάτια των Ισραηλιτών. Ο Κύριος αρχικά απείλησε με θάνατο και καταστροφή τους Ισραηλίτες, αλλά στη συνέχεια είπε στους Ισραηλίτες ότι κανείς από αυτούς που ήταν από είκοσι ετών και πάνω δε θα δει τη χώρα της Χαναάν και τα κορμιά τους θα μείνουν στην έρημο. Όλοι εκτός από το Χάλεβ και τον Ιησού του Ναυή. Θα περιπλανιούνται όλοι για σαράντα χρόνια, ώσπου όλοι να πεθάνουν στην έρημο. Μόνο τα παιδιά τους θα γνωρίσουν τη χώρα που αυτοί περιφρόνησαν (Αριθμοί 14,10-35. Δευτερονόμιο 1,34-40). Τους άντρες που είχε στείλει ο Μωυσής για να κατασκοπεύσουν τη χώρα, επειδή διέδιδαν συκοφαντίες γι' αυτήν και τη δυσφημούσαν, ο Κύριος τους χτύπησε με θανατικό και πέθαναν (Αριθμοί 14,36-38).

Τότε κάποιοι από αυτούς παραδέχτηκαν το σφάλμα τους προς το Θεό και προσπάθησαν να μπουν μόνοι τους στη Χαναάν, παρά τις προειδοποιήσεις του Μωυσή. Τότε κατέβηκαν οι Αμαληκίτες, οι Αμορραίοι και οι Χαναναίοι, που κατοικούσαν σ' εκείνα τα βουνά, τους χτύπησαν και τους καταδίωξαν ως την Ερμά (Χορμά). Όσοι διασώθηκαν από τη σφαγή επέστρεψαν στο στρατόπεδο (Αριθμοί 14,39-45)

 

Όταν οι Ισραηλίτες έφυγαν από την Κάδης και πήραν την κατεύθυνση προς την Ερυθρά θάλασσα, ο βασιλιάς της Αράδ, ένας Χαναναίος που κατοικούσε στα νότια της χώρας, έμαθε ότι οι Ισραηλίτες περνούν κοντά από το βασίλειό του, επιτέθηκε εναντίον τους και έπιασε μερικούς απ' αυτούς αιχμαλώτους. Τότε οι Ισραηλίτες ζήτησαν από το Θεό να τους παραδώσει στην εξουσία τους. Ο  Κύριος άκουσε την παράκληση του λαού και τους βοήθησε να νικήσουν τους Χαναναίους. Κατέστρεψαν, λοιπόν, ολοσχερώς αυτούς και τις πόλεις τους, χωρίς να πάρουν τίποτα ως λάφυρο (Αριθμοί 21,1-3).

Κατόπιν έστειλαν αγγελιοφόρους στο Σηών, βασιλιά των Αμορραίων, και του ζήτησαν να τους επιτρέψει να περάσουν ειρηνικά μέσα από τη χώρα του.  Ο Σηών όμως δεν τους επέτρεψε να περάσουν από το έδαφος του και συγκέντρωσε όλο το στρατό του εναντίον των Ισραηλιτών. Οι Ισραηλίτες όμως πέρασαν τον ποταμό Αρνών, που ήταν στα σύνορα με τη Μωάβ, νίκησαν τον Σηών στη μάχη που έγινε στην Ιασσά και κυρίεψαν τη χώρα του. Κυρίεψαν την πρωτεύουσα Εσεβών και όλες τις πόλεις των Αμορραίων με τα περίχωρα τους κι εγκαταστάθηκαν σ' αυτές  (Αριθμοί 21,21-26. 21,31-32. Δευτερονόμιο 2,24-36).

Έπειτα οι Ισραηλίτες πήγαν βορειότερα προς τη Βασάν. Ο βασιλιάς της Βασάν, ο Ωγ, βγήκε με το στρατό του να τους πολεμήσει. Οι Ισραηλίτες, με τη βοήθεια του Κυρίου, χτύπησαν τη Βασάν και το στρατό της στην Εδραείν και κυρίεψαν τη χώρα (Αριθμοί 21,33-35. Δευτερονόμιο 3,1-11).

 

Όταν ο λαός του Ισραήλ εγκαταστάθηκε στην κοιλάδα της Μωάβ, άρχισε να πορνεύεται με τις Μωαβίτισσες και τις Μαδιανίτισσες. Συμμετείχαν στις θυσίες των θεών τους και λάτρεψαν τους θεούς των Μωαβιτών. Ο Κύριος οργίστηκε πάρα πολύ που οι Ισραηλίτες πήραν μέρος στη λατρεία του Βάαλ και άρχισε να θανατώνει τους Ισραηλίτες. Η οργή του Κυρίου σταμάτησε, όταν ο Φινεές, γιος του Ελεάζαρ, πήρε ένα δόρυ και σκότωσε έναν Ισραηλίτη που είχε πάει με μια Μαδιανίτισσα (Αριθμοί 25,1-17).

Έπειτα οι Ισραηλίτες επιτέθηκαν στους Μαδιανίτες, προκειμένου να πάρουν εκδίκηση για την προηγούμενη απιστία του λαού. Οι Ισραηλίτες πολέμησαν εναντίον των Μαδιανιτών και σκότωσαν τους πέντε βασιλιάδες των Μαδιανιτών και όλους τους άντρες τους. Ακόμη σκότωσαν όλες τις γυναίκες μαζί με τα παιδιά τους, εκτός από τις νεαρές κοπέλες, άρπαξαν τα ζώα τους, όλα τους τα υπάρχοντα και πυρπόλησαν τις πόλεις τους (Αριθμοί 31,1-24).

 

Ο Μωυσής, όμως, δε μπόρεσε να μπει στη Χαναάν, παρά μόνο ανέβηκε στο όρος Νεβώ, στην κορυφή Φασγά, κι από κει ο Κύριος του έδειξε τη Γη της Επαγγελίας (Δευτερονόμιο 32,48-52. 34,1-4. Ιησούς του Ναυή 13,7). Αμέσως μετά πέθανε εκεί πάνω στο βουνό και ο Κύριος τον έθαψε  σε μια κοιλάδα της Μωάβ, κοντά στη Βαιθ-Φεγώρ (Δευτερονόμιο 31,2. 34,5-8).

Τα όρια της χώρας, που υποσχέθηκε ο Θεός στους Ισραηλίτες, εκτεινόταν από την Ερυθρά θάλασσα ως τη Μεσόγειο θάλασσα και τη χώρα των Φιλισταίων, και από την έρημο Σουρ ως τον Ευφράτη (Έξοδος 23,31).

Σύμφωνα με τις Αγία Γραφή, οι Ισραηλίτες κατέλαβαν σταδιακά, όλη την γεωγραφική περιοχή που είχε υποσχεθεί ο Θεός στον προπάτορα τους τον Αβραάμ, εξολοθρεύοντας τις φυλές των Χαναναίων (Ιησούς του Ναυή 24,11).

 

 

Γ) Η ΧΑΝΑΑΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΤΟΥ ΝΑΥΗ

 

Μετά από 40 χρόνια περιπλάνησης στην έρημο, οι Ισραηλίτες με επικεφαλής τον Ιησού του Ναυή εισέβαλαν στη γη Χαναάν. Έπειτα από τη διάβαση του Ιορδάνη οι Ισραηλίτες χρειάστηκαν να πολεμήσουν με διάφορους λαούς, που στάθηκαν εμπόδιο στο δρόμο τους. Οι λαοί αυτοί είχαν πολιτείες με ισχυρά τείχη και πολεμιστές πολλούς και δυνατούς. Όμως, με τη βοήθεια του Κυρίου κατόρθωσαν να τους νικήσουν.

Η πρώτη πόλη που κατέλαβαν οι Ισραηλίτες ήταν η Ιεριχώ. Με τη βοήθεια του  Κυρίου σωριάστηκαν τα τείχη της πόλης και τότε ο στρατός επιτέθηκε στην πόλη  και την κατέλαβαν. Όλοι οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, καθώς και τα ζώα της πόλης παραδόθηκαν στη σφαγή. Ύστερα έβαλαν φωτιά στην πόλη κι έκαναν στάχτη ότι βρισκόταν μέσα σ' αυτήν (Ιησούς του Ναυή 6,1-25).

Μετά την ήττα στη Γαΐ (Ιησούς του Ναυή 7,2-9), οι Ισραηλίτες επιτέθηκαν στη Γαΐ και έστησαν ενέδρα στο στρατό της πόλης, τον οποίο κύκλωσαν και συνέτριψαν. Κατέλαβαν την πόλη και την παρέδωσαν στη φωτιά. Αφού σκότωσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, τη μετέβαλαν σε σωρό ερειπίων (Ιησούς του Ναυή 8,1-29).

Αμέσως μετά οι πέντε Ιεβουσαίοι (Αμορραίοι) βασιλιάδες, της Ιερουσαλήμ, της Χεβρών, της Ιεριμούθ, της Λαχίς και της Οδολλάμ, συμμάχησαν, επιτέθηκαν και πολιόρκησαν τη Γαβαών με όλα τους τα στρατεύματα, επειδή συμμάχησε με τους Ισραηλίτες.

Οι Γαβαωνίτες ζήτησαν τη βοήθεια των Ισραηλιτών, οι οποίοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά εναντίον των πέντε βασιλιάδων. Οι Ιεβουσαίοι (Αμορραίοι) μόλις αντίκρυσαν τους Ισραηλίτες πανικοβλήθηκαν και οι Ισραηλίτες τους νίκησαν και τους συνέτριψαν. Τους καταδίωξαν μέχρι τις πόλεις τους και τους σκότωναν όπου τους έβρισκαν. Τους πέντε βασιλιάδες, που είχαν κρυφτεί σε μια σπηλιά, τους συνέλαβαν και τους θανάτωσαν (Ιησούς του Ναυή 10,1-27). Κατά τη μάχη του Ιησού του Ναυή με τους πέντε Αμορραίους βασιλιάδες, επειδή η μάχη κράτησε ως το βράδυ, ο Ιησούς παρακάλεσε τον Κύριο να σταματήσει τον ήλιο πάνω από τη Γαβαών, ώσπου να τελειώσουν τη μάχη. Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε, καταμεσής του ουρανού και δεν πήγαινε να δύσει κι αυτό κράτησε σχεδόν μια μέρα (Ιησούς του Ναυή 10,12-14).

Μετά την ήττα των πέντε βασιλιάδων, ο Ιησούς του Ναυή πολιόρκησε και κατέλαβε όλες τις ορεινές και πεδινές περιοχές του νότου (Ιησούς του Ναυή 10,28-42).

 

Όταν οι βασιλιάδες σε όλη την πεδινή και ορεινή περιοχή της Χαναάν, δηλαδή οι βασιλιάδες των Χετταίων, των Αμορραίων, των Χαναναίων, των Φερεζαίων, των Ευαίων, των Γεργεσαίων και των Ιεβουσαίων, έμαθαν τις πρώτες νίκες και τα κατορθώματα των Ισραηλιτών, συνασπίστηκαν για να πολεμήσουν ενωμένοι τον Ιησού του Ναυή και τους Ισραηλίτες. Ο Ιαβίν, βασιλιάς της Ασώρ, έστειλε αγγελιαφόρους και συμμάχησε με τον Ιωβάβ, βασιλιά της Μαρών, τον Συμοών, βασιλιά της Αζίφ, το βασιλιά της Σιδώνας, καθώς και με άλλους βασιλιάδες των ορεινών περιοχών της βόρειας Χαναάν, καθώς και στους λαούς που κατοικούσαν στις περιοχές δυτικά και ανατολικά της Χαναάν. Όλοι αυτοί οι βασιλιάδες ένωσαν τις δυνάμεις τους για πόλεμο κατά των Ισραηλιτών και ξεκίνησαν με αναρίθμητο στρατό, με πάρα πολλά άλογα και άμαξες, και στρατοπέδευσαν κοντά στη λίμνη Μαρών (Σαμαχωνίτιδα λίμνη) (Ιησούς του Ναυή 9,1. 11,1-5. 12,8).

Ο Ιησούς του Ναυή και οι πολεμιστές του, με τη βοήθεια του Κυρίου, τους επιτέθηκαν με ορμή αιφνιδιαστικά στη λίμνη Μαρών (Σεμαχωνίτιδα), τους χτύπησαν και τους καταδίωξαν. Τους κατατρόπωσαν και τους σκότωσαν όλους και δεν ξέφυγε κανένας (Ιησούς του Ναυή 11,6-9). Μετά τη μάχη αυτή ο Ιησούς του Ναυή κατέκτησε όλες τις πόλεις και τις περιοχές του βορρά (Ιησούς του Ναυή 11,10-15). Στη συνέχεια νίκησε και θανάτωσε τους βασιλιάδες της υπόλοιπης Χαναάν, τους οποίους πολέμησε για πολύ καιρό (Ιησούς του Ναυή 11,16-20). Τέλος ο Ιησούς του Ναυή, εξολόθρευσε τους γίγαντες Ανακίμ, που ζούσαν στη Χεβρών και σ' ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα. Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους. Δεν απόμεινε πια απόγονος του γίγαντα Ανάκ στη χώρα, παρά μόνο μερικοί στη Γάζα, στη Γεθ και στην Ασδώδ (Ιησούς του Ναυή 11,21-22).

 

Σύμφωνα με τις Αγία Γραφή, οι Ισραηλίτες κατέλαβαν σταδιακά, όλη την γεωγραφική περιοχή που είχε υποσχεθεί ο Θεός στον προπάτορα τους τον Αβραάμ, εξολοθρεύοντας τις φυλές των Χαναναίων (Γένεση 12,7. 13,14-17. 15,7. 13-21. 17,8).

Η πρώτη πόλη που κατέλαβαν οι Ισραηλίτες ήταν η Ιεριχώ. Με τη βοήθεια του  Κυρίου σωριάστηκαν τα τείχη της πόλης και τότε ο στρατός επιτέθηκε στην πόλη  και την κατέλαβαν. Όλοι οι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, καθώς και τα ζώα της πόλης παραδόθηκαν στη σφαγή. Ύστερα έβαλαν φωτιά στην πόλη κι έκαναν στάχτη ότι βρισκόταν μέσα σ' αυτήν (Ιησούς του Ναυή 6,1-25).

Μετά την ήττα στη Γαΐ (Ιησούς του Ναυή 7,2-9), οι Ισραηλίτες επιτέθηκαν στη Γαΐ και έστησαν ενέδρα στο στρατό της πόλης, τον οποίο κύκλωσαν και συνέτριψαν. Κατέλαβαν την πόλη και την παρέδωσαν στη φωτιά. Αφού σκότωσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, τη μετέβαλαν σε σωρό ερειπίων (Ιησούς του Ναυή 8,1-29).

Αμέσως μετά οι πέντε Ιεβουσαίοι (Αμορραίοι) βασιλιάδες, της Ιερουσαλήμ, της Χεβρών, της Ιεριμούθ, της Λαχίς και της Οδολλάμ, συμμάχησαν, επιτέθηκαν και πολιόρκησαν τη Γαβαών με όλα τους τα στρατεύματα, επειδή συμμάχησε με τους Ισραηλίτες.

Οι Γαβαωνίτες ζήτησαν τη βοήθεια των Ισραηλιτών, οι οποίοι επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά εναντίον των πέντε βασιλιάδων. Οι Ιεβουσαίοι (Αμορραίοι) μόλις αντίκρυσαν τους Ισραηλίτες πανικοβλήθηκαν και οι Ισραηλίτες τους νίκησαν και τους συνέτριψαν. Τους καταδίωξαν μέχρι τις πόλεις τους και τους σκότωναν όπου τους έβρισκαν. Τους πέντε βασιλιάδες, που είχαν κρυφτεί σε μια σπηλιά, τους συνέλαβαν και τους θανάτωσαν (Ιησούς του Ναυή 10,1-27). Κατά τη μάχη του Ιησού του Ναυή με τους πέντε Αμορραίους βασιλιάδες, επειδή η μάχη κράτησε ως το βράδυ, ο Ιησούς παρακάλεσε τον Κύριο να σταματήσει τον ήλιο πάνω από τη Γαβαών, ώσπου να τελειώσουν τη μάχη. Πράγματι, ο ήλιος στάθηκε, καταμεσής του ουρανού και δεν πήγαινε να δύσει κι αυτό κράτησε σχεδόν μια μέρα (Ιησούς του Ναυή 10,12-14).

 

Έπειτα οι Ισραηλίτες κυρίευσαν την Ιερουσαλήμ. Κατέσφαξαν τους κατοίκους της και παρέδωσαν την πόλη στη φωτιά (Κριταί 1,8). Μετά κατέβηκαν και χτύπησαν τους Χαναναίους που κατοικούσαν στις ορεινές και πεδινές περιοχές. Κατέλαβαν τη Χεβρών (Ιησούς του Ναυή 14,6-15. 15,13-14. Κριταί 1,10), τη Δαβίρ (Ιησούς του Ναυή 10,38-39. 15,15-19. Κριταί 1,11-13) και στη συνέχεια ο Ιησούς του Ναυή πολιόρκησε και κατέλαβε με μία εκστρατεία, και όλες τις υπόλοιπες ορεινές και πεδινές περιοχές του νότου. Σκότωσαν όλους τους βασιλιάδες και τους κατοίκους των πόλεων αυτών, όπως είχε διατάξει ο Κύριος (Ιησούς του Ναυή 10,40-42. 11,16. 12,8).

Ο Ιησούς του Ναυή εξολόθρευσε τους γίγαντες Ενακίμ (Ανακίμ), που ζούσαν στη Χεβρών, στη Δαβίρ, στην Αναβώθ και σ' ολόκληρη την ορεινή περιοχή της φυλής Ιούδα και του Ισραήλ. Τους αφάνισε και κατέστρεψε τις πόλεις τους. Δεν απόμεινε πια απόγονος του γίγαντα Ενάκ (Ανάκ) στη χώρα, παρά μόνο μερικοί στη Γάζα, στη Γεθ και στην Ασεδώθ (Ασδώδ) (Ιησούς του Ναυή 11,21-22).

 

Μετά την κατάληψη της νότιας Χαναάν, ο Ιησούς του Ναυή στράφηκε προς το βορρά. Όλοι οι βασιλιάδες της βόρειας Χαναάν ένωσαν τις δυνάμεις τους για πόλεμο κατά των Ισραηλιτών και ξεκίνησαν με αναρίθμητο στρατό, με πάρα πολλά άλογα και άμαξες, και στρατοπέδευσαν κοντά στη λίμνη Μαρών (Σαμαχωνίτιδα λίμνη) (Ιησούς του Ναυή 11,1-5). Ο Ιησούς του Ναυή και οι Ισραηλίτες τους επιτέθηκαν με ορμή αιφνιδιαστικά στη λίμνη Μαρών, τους χτύπησαν και τους καταδίωξαν ως τη Σιδώνα (Ιησούς του Ναυή 11,6-9. 12,8).

Μετά τη μάχη αυτή ο Ιησούς του Ναυή χωρίς να σταματήσει κατέλαβε την Ασώρ, που ήταν η πρωτεύουσα όλων εκείνων των βασιλείων της βόρειας Χαναάν, και έβαλε φωτιά στην πόλη. Σκότωσε το βασιλιά της και παρέδωσε στη σφαγή όλους τους κατοίκους της.  Στη συνέχεια ο Ιησούς κατέκτησε όλες τις πόλεις και τις περιοχές του βορρά. Παρέδωσε τους βασιλιάδες τους και όλους τους κατοίκους στη σφαγή (Ιησούς του Ναυή 11,10-15).

 

Οι άνδρες των φυλών Εφραίμ και Μανασσή πολιόρκησαν τη Βαιθήλ, η οποία ονομαζόταν Λουζά. Πρώτα, όμως, έστειλαν ανθρώπους να κατασκοπεύσουν την πόλη. Οι κατάσκοποι είδαν κάποιον που έβγαινε από την πόλη, τον συνέλαβαν και του ζήτησαν να τους δείξει κάποιο πέρασμα, για να μπουν στην πόλη κι εκείνοι θα του φερόντουσαν με καλοσύνη. Εκείνος τους έδειξε το πέρασμα, από το οποίο οι Ισραηλίτες μπήκαν και κατέλαβαν την πόλη. Σκότωσαν όλους τους κατοίκους της πόλης, αλλά άφησαν ελεύθερο τον άνθρωπο, που τους έδειξε το πέρασμα, μαζί με όλους τους συγγενείς του. Αυτός πήγε στη χώρα των Χετταίων, κι εκεί έχτισε μια πόλη που την ονόμασε επίσης Λουζά (Κριταί 1,22-26).

Έτσι ο Ιησούς του Ναυή κατέλαβε σχεδόν ολόκληρη τη Χαναάν. Συνολικά νίκησε 29 βασιλιάδες της Χαναάν, οι οποίοι ήταν Χαναναίοι, Αμορραίοι, Χετταίοι, Φερεζαίοι, Ευαίοι και Ιεβουσαίοι (Ιησούς του Ναυή 12,7-24). Στο τέλος μοίρασε τη Χαναάν ανάμεσα στις 12 φυλές των Ισραηλιτών. Η διανομή έγινε ενώπιον του Κυρίου στη Σηλώ, στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου (Ιησούς του Ναυή 14,2. 18,1).

 

Ο Ιησούς του Ναυή είχε φτάσει σε βαθιά γεράματα και δεν πρόλαβε να κατακτήσει όλες τις περιοχές της Χαναάν. Μεταξύ αυτών ήταν και ολόκληρη η περιοχή των Χαναναίων, που βρισκόταν απέναντι από τη Γάζα, κοντά στη Θαϊμάν (Ιησούς του Ναυή 13,1-4). Η φυλή του Εφραίμ κατά την εγκατάστασή της στη γη Χαναάν, αρχικά δεν εξολόθρευσε τους Χαναναίους που κατοικούσαν στη Γαζέρ, οι οποίοι ζούσαν ως φόρου υποτελείς  ανάμεσα στους Ισραηλίτες μέχρι που ο Φαραώ, εκστράτευσε εναντίον της φυλής Εφραίμ, την οποία κατέλαβε και κατέκαψε, ενώ τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους που κατοικούσαν στη Γαζέρ τους φόνευσε. Την πόλη Γαζέρ την έδωσε ο Φαραώ ως προίκα στην κόρη του, την οποία πήρε ως σύζυγο ο Σολομώντας (Ιησούς του Ναυή 16,10. Κριταί 1,29. Γ' Βασιλέων 5,14β). Κατόπιν ο Φαραώ υπέταξε τους Χαναναίους, που κατοικούσαν στη Μεργάβ (Γ' Βασιλέων 5,14β).

Αλλά και η φυλή Μανασσή δεν κατόρθωσε, στις πόλεις Βαιθσάν, Δωρ, Μαγεδδώ και Ναφετά, να εξολοθρεύσει τους Χαναναίους που κατοικούσαν σ' αυτές. Αλλά κι όταν έγιναν ισχυροί οι Ισραηλίτες και έκαναν υποτελείς τους Χαναναίους, δεν θέλησαν να τους εξολοθρεύσουν (Ιησούς του Ναυή 17,12-13). Οι Χαναναίοι της πόλης Βαιθσάν, κι όσοι κατοικούσαν στο όρος Εφραίμ (Γελβουέ) και στην κοιλάδα Ιεσραέλ, όπως και στις πόλεις Δωρ, Μαγεδδώ, Ναφετά, Θανάκ, Βαλάκ και Ιεβλαάμ, όλοι αυτοί είχαν ισχυρό ιππικό και διέθεταν πολύ σίδηρο, κάτι που τρόμαζε τους Ισραηλίτες της φυλής Μανασσή. Αλλά κι όταν έγιναν ισχυροί οι Ισραηλίτες και έκαναν φόρου υποτελείς τους Χαναναίους, δεν θέλησαν να τους εξολοθρεύσουν (Ιησούς του Ναυή 17,12-13. 17,16. Κριταί 1,27-28). Η φυλή του Ζαβουλών κατά την εγκατάστασή της στη γη Χαναάν, αρχικά δεν εξολόθρευσε τους Χαναναίους που κατοικούσαν στις πόλεις Κέδρων και Δωμανά, οι οποίοι ζούσαν ως φόρου υποτελείς ανάμεσα στους Ισραηλίτες (Κριταί 1,30). Η φυλή του Ασήρ κατά την εγκατάστασή της στη γη Χαναάν, δεν εξολόθρευσε τους Χαναναίους που κατοικούσαν στις πόλεις Ακχώ, Δωρ, Ααλάφ, Ασχαζί, Χελβά, Ναΐ, Ερεώ και Σιδώνα, οι οποίοι ζούσαν ως φόρου υποτελείς ανάμεσα στους Ισραηλίτες, οι οποίοι δεν έδειξαν καμμία διάθεση να τους εκδιώξουν (Κριταί 1,31-32). Η φυλή του Νεφθαλί (Νεφθαλείμ) κατά την εγκατάστασή της στη γη Χαναάν, δεν εξολόθρευσε τους Χαναναίους που κατοικούσαν στις πόλεις Βαιθσαμύς και Βαιθανάθ, οι οποίοι ζούσαν ως φόρου υποτελείς ανάμεσα στους Ισραηλίτες (Κριταί 1,33). Ακόμη οι Ισραηλίτες δεν εξολόθρευσαν τους Γεσουρίτες, τους Μαχαθίτες και τους Χαναναίους που κατοικούσαν στη βόρεια περιοχή ανατολικά του Ιορδάνη (Ιησούς του Ναυή 13,1-2. 13,13).

 

Μετά το θάνατο του Ιησού του Ναυή, οι φυλές του Ιούδα και του Συμεών, με τη βοήθεια του Κυρίου, εκστράτευσαν εναντίον των Χαναναίων και των Φερεζαίων, που είχαν απομείνει στα εδάφη τους. Στη μάχη που έγινε στην πόλη Βεζέκ, οι Ισραηλίτες των φυλών Ιούδα και Συμεών, κατατρόπωσαν τους Χαναναίους και τους Φερεζαίους. Σκότωσαν 10.000 από αυτούς και αιχμαλώτισαν το βασιλιά Αδωνιβεζέκ, ο οποίος είχε τραπεί σε φυγή, αλλά τον καταδίωξαν οι Ισραηλίτες και τον συνέλαβαν. Έπειτα του έκοψαν τα μεγάλα δάχτυλα χεριών και των ποδιών του. Είπε τότε ο Αδωνιβεζέκ: «Εγώ έκοψα τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών εβδομήντα βασιλέων, οι οποίοι και μάζευαν τα ψίχουλα που έπεφταν κάτω από το τραπέζι μου. Ότι έκανα εναντίον εκείνων, ο Θεός μου το ανταπέδωσε». Οι Ισραηλίτες τον οδήγησαν στην Ιερουσαλήμ, όπου και πέθανε εκεί (Κριτές 1,1-7). Αλλά η φυλή του Ιούδα δεν μπόρεσε να εκδιώξει αμέσως τους Χαναναίους της πεδιάδας, γιατί είχαν σιδερένιες άμαξες (Κριταί 1,19).

 

 

Δ) Η ΧΑΝΑΑΝ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΙΣΡΑΗΛΙΤΩΝ

 

Οι Ισραηλίτες δεν μπόρεσαν να εκδιώξουν όλους τους παλιούς κατοίκους της Χαναάν και δεν κατέστρεψαν τα θυσιαστήριά τους, όπως είχε δώσει εντολή ο Κύριος. Οι Χαναναίοι ήταν ένας από τους λαούς, που άφησε ο Κύριος, για να δοκιμάζει την πίστη των Ισραηλιτών. Γρήγορα οι Ισραηλίτες ήρθαν σε επαφή με τον πολιτισμό των Χαναναίων. Σιγά σιγά υιοθέτησαν το χαναανιτικό τρόπο ζωής. Αμέσως μετά το θάνατο του Ιησού του Ναυή, οι Ισραηλίτες άρχισαν να ξεχνούν τις παραδόσεις τους και τον Κύριο, λατρεύοντας άλλους θεούς, όπως το Βάαλ, την Αστάρτη και την Ασταρώθ. Οι Ισραηλίτες πήραν τις κόρες τους για γυναίκες τους, και έδωσαν τις δικές τους κόρες στους γιους εκείνων και λάτρεψαν τους θεούς τους. Γι' αυτό ο Κύριος τους παρέδωσε στον Εγλώμ, βασιλιά της Μωάβ, ο οποίος τους υποδούλωσε για 18 χρόνια (Ιησούς του Ναυή 24,33. Κριταί 2,22-23. 3,1-6).

 

Στα τέλη της βασιλείας του Δαβίδ, ο αρχιστράτηγος Ιωάβ μαζί με άλλους αξιωματούχους, απέγραψαν το λαό, όπως ζήτησε ο Δαβίδ. Έτσι πέρασαν τον Ιορδάνη κι άρχισαν από την Αροήρ. Μετά συνέχισαν στη Γαλαάδ, στη Θαβασών, στη Δανιδάν και Ουδάν, και έφτασαν μέχρι τη Σιδώνα. Μετά πέρασαν από την Τύρο, απ' όλες τις πόλεις των Ευαίων και των Χαναναίων, και αφού πέρασαν απ' όλες τις φυλές του Ισραήλ, έφτασαν μέχρι νότια του Ιούδα, στη Βηρσαβεέ (Β' Βασιλειών 24,5-7).

 

Μόλις, κατά τα χρόνια της βασιλείας του Σολομώντα μπόρεσαν οι Ισραηλίτες να επιβληθούν πλήρως στους παλιούς κατοίκους της Χαναάν. Έτσι, λοιπόν, αυτοί που είχαν απομείνει μετά από την εγκατάσταση των Ισραηλιτών, δηλαδή οι εναπομείναντες κάτοικοι των Χαναναίων, των Χετταίων, των Αμορραίων, των Φερεζαίων, των Ευαίων, των Ιεβουσαίων και των Γεργεσαίων, που δεν μπόρεσαν οι Ισραηλίτες να εξολοθρεύσουν, ο Σολομών τους υποχρέωσε σε καταναγκαστικές εργασίες και τους έκανε φόρου υποτελείς (Γ' Βασιλέων 10,22β-γ. Β' Παραλειπομένων 8,7-8).

Στο βιβλίο των Παροιμιών αναφέρεται η ενάρετη γυναίκα, η οποία κατασκευάζει σεντόνια και τα πουλάει στους Φοίνικες και ζώνες τις οποίες πουλάει στους Χαναναίους (Παροιμίαι 31,24).

 

 

 

Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΧΑΝΑΝΑΙΩΝ

 

Η λατρεία του Βάαλ

Ειδώλια του Βάαλ

Η Αστάρτη

 

Ο ανώτερος θεός των Χαναναίων είναι ο θεός Ελ, του οποίου το ιερό ζώο - σύμβολο είναι ο ταύρος. Τα προσωνύμια που αποδίδονται στον Ελ είναι "ο πατέρας των ανθρώπων", "ο δημιουργός", "ο πατέρας του Αιώνα", ο "Αρχαίος των Ημερών" κ.ά. Κατά την Μυθολογία των Χαναναίων, ο Ελ αφού δημιούργησε τον κόσμο και τους ανθρώπους, ζούσε στα ουράνια ανάκτορά του, δίχως να επεμβαίνει στην εξέλιξη των γήινων πραγμάτων, ρόλο που τον ανέλαβαν οι υπόλοιποι θεοί της Χαναάν, και κυρίως ο γιος του Ελ, ο θεός Βάαλ.

Ο Βάαλ είναι το πρόσωπο όπου κορυφώνεται η αντίληψη για έναν ευεργέτη θεό όσο και για έναν ήρωα-πολεμιστή. Ήταν ο κυρίαρχος του κεραυνού της αστραπής και της καταιγίδας και κρατούσε ένα βαρύ ρόπαλο (το ρόπαλο είναι κοινό γνώρισμα σε πολλούς θεούς - ήρωες ανά τις μυθολογίες των λαών) φτιαγμένο από πέτρα. Ο ταύρος ήταν το ζώο - σύμβολο του Βάαλ και μάλιστα, ο "χρυσός ταύρος".

Είναι βέβαιο, πως η κατασκευή του "χρυσού μόσχου" από τους Ισραηλίτες στην έρημο του Σινά, όταν ο Μωυσής ανέβηκε να πάρει τις δέκα εντολές, ήταν επηρεασμένη από τη θρησκεία των Χαναναίων.

Μια αντανάκλαση, είτε της Ελληνικής είτε της Μεσοποταμιακής Μυθολογίας, ή και των δύο μαζί, βρίσκουμε σε ότι οι Χαναναίοι ονόμαζαν "θάνατο και ανάσταση του Βάαλ κάθε χρόνο", μία αντίληψη που μας παραπέμπει τόσο στον θεό Διόνυσο των Ελλήνων, δεδομένου ότι ο ταύρος ήταν ένα από τα ιερά ζώα του Διονύσου, όσο και στον θεό Τουμμούζ της Μεσοποταμίας. Ακόμη, υπάρχουν αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ του Βάαλ και του Όσιρι των Αιγυπτίων.

Μεγάλος εχθρός του Βάαλ ήταν σύμφωνα με την Μυθολογία της Χαναάν, ο θεός των υδάτων, Γιαμ Ναχάρ, ο οποίος μονομάχησε με τον Βάαλ, τον οποίο μισούσε θανάσιμα.

Ο Κοθάρ-ου-Χασίς ήταν ο τεχνίτης θεός που ασχολείτο με τις κατασκευές κτιρίων, ανακτόρων κλπ.. Αυτός έκτισε το ανάκτορο του Βάαλ.

Η Σαπάς ήταν θεά του ήλιου και του φωτός και σύζυγος του πρωταρχικού θεού Ελ. Μια πολύ αγαπητή θεά ανάμεσα στους Χαναναίους. Πιθανόν να είναι, όπως δείχνει το όνομα και η ιδιότητά της, ο χαναναϊκός θηλυκός τύπος του θεού Σαμάς των Βαβυλωνίων.

Η θεά Ανάθ, αδελφή και σύμμαχος του Βάαλ. Η Ανάθ είναι πολεμική θεά φαίνεται να είναι μια χαναναϊκή παραλλαγή της θεάς Αθηνάς της Ελληνικής Μυθολογίας. Οι πολεμιστές συνήθιζαν να την επικαλούνται και να ζητούν την βοήθειά της κατά την στιγμή της μάχης.

Η Ασεράχ ήταν θεά της θάλασσας και όπως ο Γιαμ Ναχάρ που ήταν και αυτός, επίσης θεός του υδάτινου στοιχείου, συγκαταλέγεται στους εχθρούς του Βάαλ.

Η θεά Αστορέθ ή Αστάρτη δεν ήταν άλλη παρά η θεά Ιστάρ των Βαβυλωνίων, με όρους της γλώσσας και αντίληψης των Χαναναίων. Επρόκειτο για την θεά του έρωτα και της γονιμότητας. Η σκοτεινή πλευρά της συνδέεται με τον Κάτω Κόσμο και την μεταθανάτια κατάσταση.

Ο Μοτ ήταν ο θεός του Κάτω Κόσμου, κυρίαρχος στο βασίλειο των ψυχών των ανθρώπων που πέθαιναν. Από το όνομά του φαίνεται πιθανή μια συγγένεια με την θεά Μάατ των Αιγυπτίων.

Άλλη σημαντική θεότητα των Χαναναίων ήταν ο Δαγών.
Ακόμη οι Χαναναίοι είχαν υιοθετήσει στο πάνθεον τους τον Άδωνι της Ελληνικής Μυθολογίας τον οποίον τιμούσαν με ξεχωριστή αγάπη, κάνοντάς τον δικό τους θεό και αποδίδοντάς του επιπρόσθετες ιδιότητες και ικανότητες σε σχέση με αυτές που ήδη έχει στην Ελληνική Μυθολογία.

Σύμφωνα με την δική τους θεώρηση, ο Άδωνις - όπως και ο Βάαλ - πέθαινε και ανασταινόταν κάθε χρόνο. Κατά τους Χαναναίους, ο Άδωνις ήταν, επίσης, ο θεός που κατανικούσε τις αρρώστιες των ανθρώπων με διάφορες θεραπείες και φάρμακα και το έμβλημά του ήταν το φίδι, ένα αρχέτυπο που χαρακτηρίζει τον ιατρό-θεό Ασκληπιό στην Ελληνική Μυθολογία. Στη Χαναάν, ο Άδωνις τιμούνταν και ως ο θεός - νικητής επάνω στις "δυνάμεις του σκότους".