ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΒΙΒΛΟΥ

 

ΙΩΡΑΜ

 

Ο ΙΩΡΑΜ

 

Ο Ιωράμ ήταν βασιλιάς του Ισραήλ, γιος του Αχαάβ και της Ιεζάβελ (Δ' Βασιλειών 1,18α. 3,1) και διάδοχος του αδερφού του Οχοζία (Δ' Βασιλειών 1,18α). Ο Ιωράμ ανέβηκε στο θρόνο του Ισραήλ το 18ο έτος της βασιλείας του Ιωσαφάτ στον Ιούδα και βασίλευσε για 12 χρόνια, από το 851-840 π.Χ. περίπου, έχοντας ως πρωτεύουσα την Σαμάρεια (Δ' Βασιλειών 1,18α. 3,1). Διάδοχος του Ιωράμ στο θρόνο ήταν ο γιος του Ιωράμ (Δ' Βασιλειών 0,00).

 

 

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΡΑΜ ΣΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ

 

Ο Ιωράμ δεν ακολούθησε το δρόμο του Θεού και με τις πράξεις του παρόργισε τον Κύριο. Όχι όμως όπως ο πατέρας του, η μητέρα του Ιεζάβελ και ο αδερφός του. Έβγαλε τις ειδωλολατρικές στήλες του Βάαλ, που είχε στήσει ο πατέρας του μέσα στο λαό και τις συνέτριψε. Κι επειδή έζησε μέσα στην αμαρτία, γι' αυτό ο Κύριος οργίστηκε πολύ με τους απογόνους του Αχαάβ (Δ' Βασιλειών 1,18β-δ. 3,2-3).

 

Την εποχή του προφήτη Ελισαίου παρουσιάστηκε στο βασιλιά του Ισραήλ ο Ναιμάν (Νεεμάν), ο οποίος ήταν αρχιστράτηγος του στρατού της Συρίας, αλλά έπασχε από λέπρα. Ο Ναιμάν έχοντας μαζί του πολλά δώρα έφτασε στη Σαμάρεια για να βρει τον προφήτη Ελισαίο. Παρουσιάστηκε στον βασιλιά του Ισραήλ και του έδωσε επιστολή του βασιλιά της Συρίας. Με την επιστολή αυτή ο βασιλιάς της Συρίας παρακαλούσε το βασιλιά του Ισραήλ να φροντίσει για τη θεραπεία του Ναιμάν.

Όταν διάβασε την επιστολή ο βασιλιάς του Ισραήλ θύμωσε κι έσχισε τα ρούχα του φωνάζοντας, πως δεν είναι θεός να θανατώνει και να δίνει ζωή κι άρχισε να συλλογίζεται πως ο βασιλιάς της Συρίας ζητάει κάποια πρόφαση για πόλεμο.

Ο Ελισαίος, όταν έμαθε το γεγονός, έστειλε στον βασιλιά του Ισραήλ άνθρωπο να του πει «Γιατί έσχισες τα ρούχα σου; Ας έρθει ο Ναιμάν σε μένα κι ας μάθει όλος ο κόσμος πως υπάρχει προφήτης του Θεού ανάμεσα στους Ισραηλίτες» (Δ' Βασιλειών 5,1-8). Στη συνέχεια ο Ναιμάν πήγε στο σπίτι του Ελισαίου έχοντας ως συνοδεία ιππικό και πολεμικά άρματα. Ο Ελισαίος του είπε να πλυθεί εφτά φορές στον Ιορδάνη και θα θεραπευτεί από τη λέπρα. Ο Ναιμάν οργίστηκε γιατί πίστευε πως ο Ελισαίος θα τον θεράπευε αμέσως. Αλλά έπειτα από τις συμβουλές των δούλων του υποχώρησε. Πήγε στον Ιορδάνη και πλύθηκε στα νερά του εφτά φορές, όπως του είπε ο Ελισαίος. Κι αμέσως τότε καθαρίστηκε από την αρρώστια του κι έγινε καλά (Δ' Βασιλειών 5,9-19).

 

 

Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΜΩΑΒΙΤΩΝ

 

Η Μωάβ την εποχή αυτή ήταν υποτελής στο βασίλειο του Ισραήλ. Ο Μωσά (Μεσά), βασιλιάς της Μωάβ, είχε πολλά κοπάδια. Εξαιτίας μιας αποτυχημένης επανάστασής του πλήρωνε κάθε χρόνο στο βασιλιά του Ισραήλ 100.000 αρνιά και 100.000 κριάρια ακούρευτα. Όταν όμως πέθανε ο Αχαάβ, ο Μωσά αρνήθηκε να πληρώσει το φόρο στο νέο βασιλιά. Ο Ιωράμ, αφού διαδέχτηκε τον αδερφό του τον Οχοζία, άφησε τη Σαμάρεια κι έκανε περιοδεία στο βασίλειό του. Μετά έστειλε ανθρώπους στον Ιωσαφάτ, βασιλιά του Ιούδα, και του ζήτησε να τον βοηθήσει στον πόλεμο κατά της Μωάβ. Ο Ιωσαφάτ δέχτηκε. Ρώτησε μάλιστα ποιο δρόμο θ' ακολουθήσουν. Ο Ιωράμ είπε πως θα πάρουν το δρόμο μέσω της ερήμου της Εδώμ. Έτσι ο Ιωράμ, ο Ιωσαφάτ και ο βασιλιάς της Εδώμ προχώρησαν μαζί για να πολεμήσουν τους Μωαβίτες. Ακολούθησαν μια κυκλική πορεία και βάδισαν για 7 ημέρες. Αλλά εκεί που έφτασαν δεν υπήρχε νερό για το στρατό και για τα ζώα τους. Ο Ιωράμ φοβήθηκε μήπως νικηθούν στη μάχη. Ο Ιωσαφάτ τον ρώτησε εάν υπάρχει κανένας προφήτης του Κυρίου για να τον ρωτήσουν τι να κάνουν. Ένας από τους στρατιώτες του Ιωράμ είπε, πως υπάρχει ο Ελισαίος, ο γιος του Σαφάτ, ο οποίος υπηρετούσε τον Ηλία. Ο Ιωσαφάτ συμφώνησε πως αυτός ήταν άνθρωπος του Θεού. Έτσι οι τρεις βασιλιάδες ξεκίνησαν για να συναντήσουν τον Ελισαίο (Δ' Βασιλειών 3,4-12).

 

Όταν συνάντησαν τον Ελισαίο, ο προφήτης είπε στον Ιωράμ «Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ μας; Πήγαινε να ρωτήσεις τους προφήτες του πατέρα σου και της μητέρα σου». Ο Ιωράμ απάντησε «Μήπως ο Κύριος δεν μας κάλεσε και τους τρεις για να μας παραδώσει στα χέρια των Μωαβιτών»; Ο Ελισαίος του είπε «ορκίζομαι στον Κύριο, πως εάν δεν ήταν ο Ιωσαφάτ ανάμεσά σας, ποτέ δεν θα έστρεφα το βλέμμα μου σ' εσένα και ποτέ δεν θα σε έβλεπα. Τώρα όμως φέρε μου ένα μουσικό».

Όταν ο μουσικός ήρθε κι άρχισε να ψέλνει, η χάρις του Κυρίου φώτισαν τον Ελισαίο, ο οποίος και είπε «Ο Κύριος λέει ν' ανοίξετε μέσα στον ξηροπόταμο λάκκους. Δεν θα ακούσετε άνεμο να φυσά ούτε θα δείτε βροχή να πέφτει. Κι όμως αυτός ο ξηροπόταμος θα γεμίσει από νερό. Και θα πιείτε και σεις και τα ζώα σας. Αυτό είναι εύκολο έργο για τον Κύριο, ο οποίος θα παραδώσει τη χώρα των Μωαβιτών στην εξουσία σας. Θα καταστρέψετε κάθε οχυρωμένη πόλη των Μωαβιτών, θα κατακόψετε όλα τα δένδρα, θα φράξετε όλες τις πηγές των νερών κι έτσι θα κάνετε όλη τη χώρα άχρηστη και γεμάτη με πέτρες» (Δ' Βασιλειών 3,13-19).

 

Πράγματι το επόμενο πρωϊνό, όταν προσφέρθηκε η θυσία στον Κύριο, πολύ νερό ήρθε από την περιοχή της Εδώμ και γέμισε τον ξεροπόταμο με νερό. Στο μεταξύ, όταν οι Μωαβίτες πληροφορήθηκαν ότι οι τρεις βασιλιάδες εκστράτευσαν εναντίον τους, φοβήθηκαν και ετοιμάστηκαν για πόλεμο. Παρατάχτηκαν στα σύνορα της χώρας τους. Το πρωΐ όταν είδαν τον ήλιο να πέφτει πάνω στα νερά, τα είδαν να είναι κόκκινα σαν το αίμα. Νόμισαν πως οι τρεις βασιλιάδες πολέμησαν μεταξύ τους και αλληλοεξοντώθηκαν. Έτσι ξεκίνησαν για να πάρουν τα λάφυρα των εχθρών. Οι Μωαβίτες όρμησαν στο στρατόπεδο των Ισραηλιτών και των Ιδουμαίων, αλλά οι Ισραηλίτες και οι Ιδουμαίοι τους νίκησαν και τους έτρεψαν σε φυγή. Έπειτα μπήκαν στη χώρα των Μωαβιτών και κατέστρεψαν όλες τις πόλεις και τις εύφορες περιοχές και τη γέμισαν με πέτρες. Κατέστρεψαν όλα τα δένδρα και έφραξαν όλες τις πηγές. Προκάλεσαν τέτοια καταστροφή, ώστε δεν έμειναν παρά μόνο οι πέτρες από τις κατεστραμένες πόλεις. Οι Ισραηλίτες που χειρίζονταν τις σφενδόνες, περικύκλωσαν την πρωτεύουσα της Μωάβ και την κατέλαβαν. Όταν ο βασιλιάς της Μωάβ είδε ότι έχασε τον πόλεμο, πήρε μαζί του 700 άνδρες και προσπάθησε να επιτεθεί στους Ιδουμαίους, αλλά δεν το κατόρθωσε. Τότε πήρε τον πρωτότοκο γιο του και τον προσέφερε θυσία ολοκαυτώματος πάνω στα τείχη της πόλεως. Οι Ισραηλίτες, όταν είδαν αυτή την τραγική θυσία, συγκλονίστηκαν και αποχώρησαν από την Μωάβ (Δ' Βασιλειών 3,20-27).

 

 

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΡΙΟΥΣ

 

Στα κεφάλαια 6 και 7 στο Δ' Βασιλειών αν και δεν αναφέρεται τ' όνομα του βασιλιά των Ισραηλιτών, θα πρέπει να υποθέσουμε πως πρόκειται για τον Ιωράμ. Την εποχή, λοιπόν, που ο βασιλιάς των Συρίας ήταν σε πόλεμο με τους Ισραηλίτες, συσκέφτηκε με τους αξιωματούχους του και αποφάσισε σε ποιο σημείο θα στρατοπεδεύσει. Στο μεταξύ, ο Ελισαίος φωτισμένος από το Θεό, έστειλε άνθρωπο στον βασιλιά των Ισραηλιτών και του έλεγε να μην περάσει από εκείνο, γιατί έχουν στρατοπεδεύσει οι Σύριοι κι έχουν στήσει ενέδρα. Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών έστειλε στρατιώτες να επιτηρούν το σημείο εκείνο που του υπέδειξε ο προφήτης και κάθε φορά που οι Σύριοι έστηναν ενέδρα, ο Ελισαίος ειδοποιούσε το βασιλιά κι αυτός έπαιρνε τις προφυλάξεις του (Δ' Βασιλειών 6,8-10).

 

Ο βασιλιάς της Συρίας θύμωσε και κάλεσε τους αξιωματούχους του και τους ζήτησε να μάθουν, ποιος είναι αυτός που τον προδίδει στο βασιλιά των Ισραηλιτών. Ένας από τους αξιωματούχους του είπε, πως ο προφήτης Ελισαίος ήταν αυτός που φανερώνει τις θέσεις των Συρίων στους Ισραηλίτες, όπως κι αυτά που λέει στο παλάτι. Έτσι ο βασιλιάς των Συρίων διέταξε να μάθουν που μένει. Εκείνοι του είπαν στη Δωθαΐμ. Τότε έστειλε ισχυρό στρατό, ιππικό και πολεμικά άρματα για να τον συλλάβουν.

Ο στρατός των Συρίων έφτασε στη Δωθαΐμ το βράδυ και περικύκλωσε την πόλη. Ο υπηρέτης του Ελισαίου σηκώθηκε πρωΐ και βγήκε έξω από την πόλη. Ξαφνικά είδε το στρατό των Συρίων που είχε περικυκλώσει την πόλη. Ο υπηρέτης φοβήθηκε και το ανέφερε στον Ελισαίο. Ο προφήτης του απάντησε να μη φοβάται και πως περισσότεροι είναι αυτοί παρά οι εχθροί. Ο Ελισαίος προσευχήθηκε στον Κύριο για να φωτίσει τον υπηρέτη του. Πράγματι ο υπηρέτης φωτίστηκε και είδε το βουνό γεμάτο από άλογα και πύρινα άρματα γύρω από τον Ελισαίο.

Οι Σύριοι επιτέθηκαν με σκοπό να συλλάβουν τον προφήτη. Τότε ο Ελισαίος προσευχήθηκε στον Κύριο, για να χτυπήσει το στρατό των Συρίων με τύφλωση. Πράγματι ο Κύριος τύφλωσε τους Σύριους και ο Ελισαίος είπε στους προελαύνοντες στρατιώτες να τον ακολουθήσουν, για να τους οδηγήσει στον άνθρωπο που ζητάνε. Ο Ελισαίος τους οδήγησε στη Σαμάρεια. Όταν ο στρατός των Συρίων μπήκε μέσα στη Σαμάρεια, ο Ελισαίος προσευχήθηκε στον Κύριο για να τους ανοίξει τα μάτια. Τότε είδαν ότι βρισκόντουσαν μέσα στην πόλη.

Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών όταν είδε τους Σύριους εγκλωβισμένους μέσα στην πόλη, ζήτησε την άδεια του προφήτη για να τους χτυπήσει. Ο Ελισαίος του είπε πως δεν έχει το δικαίωμα να τους χτυπήσει, γιατί δεν ήταν δικοί του αιχμάλωτοι. Παρά μόνο να τους δώσει φαγητό και νερό και μετά να τους αφήσει ελεύθερους να φύγουν. Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών έπραξε όπως του είπε ο Ελισαίος. Τους έδωσε φαγητό και νερό και τους άφησε ελεύθερους να φύγουν. Από τότε σταμάτησαν οι Σύριοι τις ληστρικές επιδρομές στο βασίλειο του Ισραήλ (Δ' Βασιλειών 6,11-23).

 

Μετά από τα γεγονότα αυτά ο γιος Άδερ, βασιλιάς της Συρίας, συγκέντρωσε το στρατό του και επιτέθηκε εναντίον της Σαμάρειας, την οποία και πολιόρκησε. Έτσι έπεσε μεγάλη πείνα μέσα στην πόλη. Μάλιστα λόγω της πολιορκίας ένα κεφάλι γαϊδουριού πωλούνταν για 50 ασημένιους σίκλους και μισό λίτρο κοπριάς περιστεριών για 5 ασημένιους σίκλους.

Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών περπατούσε κάποια μέρα πάνω στα τείχη της πόλης. Κάποια γυναίκα του φώναξε για να τη σώσει που πεθαίνει από την πείνα. Ο βασιλιάς της απάντησε, πως εάν ο Κύριος δεν τη σώσει, πως θα μπορέσει αυτός; Έπειτα ο βασιλιάς τη ξαναρώτησε τι της συμβαίνει;

Εκείνη απάντησε πως μια γυναίκα της είπε να φέρει το παιδί της να το φάνε σήμερα και την άλλη μέρα θα φέρει το δικό της. Έτσι η γυναίκα που μιλούσε με το βασιλιά έφερε το δικό της παιδί και το φάγανε. Κι όταν την επόμενη έπρεπε να φέρει η άλλη το δικό της, εκείνη το έκρυψε.

Ο βασιλιάς των Ισραηλιτών άκουσε τα λόγια της γυναίκας και κατελήφθη από μεγάλη οδύνη, έσχισε τα ρούχα του και προχωρούσε πάνω στα τείχη φορώντας μόνο σάκκινα ενδύματα. Και ο λαός έβλεπε το βασιλιά να βαδίζει πάνω στα τείχη φορώντας σάκκινα ενδύματα. Και πάνω στο θυμό του ο βασιλιάς ορκίστηκε στο Θεό πως θα πάρει το κεφάλι του Ελισαίου (Δ' Βασιλειών 6,24-31).

 

Ο Ελισαίος στο μεταξύ καθόταν στο σπίτι του μαζί με τους πρεσβύτερους της πόλης. Και ο βασιλιάς έστειλε κάποιον στρατιώτη με τη διαταγή να σκοτώσει τον Ελισαίο. Πριν όμως ο στρατιώτης φτάσει, ο Ελισαίος είπε στους πρεσβυτέρους, πως ο βασιλιάς έστειλε άνθρωπο για να του πάρει το κεφάλι. Τους είπε να κλείσουν την πόρτα και να τον αφήσουν έξω. Κι ενώ ακόμη ο Ελισαίος συνομιλούσε με τους πρεσβυτέρους, έφτασε και ο απεσταλμένος του βασιλιά για να τον θανατώσει. Συγχρόνως όμως έφτασε και ο ίδιος ο βασιλιάς στο σπίτι του Ελισαίου και είπε στον προφήτη, πως μεγάλη συμφορά βρήκε την πόλη και ποια μεγαλύτερη συμφορά τον περιμένει ακόμα (Δ' Βασιλειών 6,32-33);

 

Είπε ο Ελισαίος στον βασιλιά «Άκουσε τον λόγο του Κυρίου. Αύριο η κατάσταση θ' αλλάξει κι ένα μέτρο σιμιγδάλι θα πωλείται για ένα ασημένιο σίκλο και δύο μέτρα κριθάρι θα πωλούνται επίσης για ένα ασημένιο σίκλο στην πύλη της Σαμάρειας».

Ο υπασπιστής του βασιλιά, στον οποίο ο βασιλιάς ανέπαυε και στήριζε το χέρι του, είπε στον Ελισαίο με ειρωνεία «Μήπως μπορεί ο Θεός ν' ανοίξει καταρράκτες από τον ουρανό και να μας στείλει τα τρόφιμα αυτά; Αυτό είναι πράγμα αδύνατον».

Ο Ελισαίος του είπε «Εσύ ο ίδιος θα δεις την αφθονία των αγαθών, από τα οποία όμως για την απιστία σου δεν θα φας τίποτα από αυτά» (Δ' Βασιλειών 7,1-2).

 

Στο μεταξύ τέσσερις λεπροί άνδρες βρίσκονταν έξω από την πύλη της πόλης. Ο ένας από αυτούς είπε στον άλλο «Γιατί καθόμαστε εδώ και περιμένουμε το θάνατο; Εάν μπούμε στην πόλη θα πεθάνουμε πάλι από την πείνα. Εάν καθίσουμε εδώ, που βρισκόμαστε, πάλι θα πεθάνουμε. Ας πάμε στο στρατόπεδο των Σύρων, ίσως μας λυπηθούν και μας δώσουν λίγα τρόφιμα. Εάν πάλι μας σκοτώσουν, θα πεθάνουμε εκεί».

Κι έτσι σηκώθηκαν και καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, μπήκαν στο στρατόπεδο των Σύρων. Και στο στρατόπεδο δεν βρισκόταν κανένας στρατιώτης. Και συνέβη το εξής. Ο Κύριος έκαμε, ώστε οι Σύριοι ν' ακούσουν κάποιο μεγάλο θόρυβο, σαν να προέρχονταν από μεγάλο στρατό και πολεμικά άρματα. Τότε νόμισαν πως ο βασιλιάς των Ισραηλιτών πήρε μισθοφορικό στρατό από τους Χετταίους και τους Αιγύπτιους και επιτέθηκε εναντίον τους. Έτσι τράπηκαν πανικόβλητοι σε φυγή μέσα στη νύχτα, αφήνοντας πίσω στο στρατόπεδο τις σκηνές και τ' άλογά τους.

Οι λεπροί μπήκαν σε μια σκηνή, έφαγαν και ήπιαν, πήραν το ασήμι, το χρυσό και τα ενδύματα που βρήκαν και μετά πήγαν σε άλλες σκηνές κι αφού πήραν ότι μπορούσαν τα έκρυψαν. Ένας όμως από αυτούς είπε στους άλλους, πως θα πρέπει ν' αναγγείλουν τα ευχάριστα γεγονότα στο βασιλιά.

Πράγματι έφυγαν από το στρατόπεδο και ανήγγειλαν στην πύλη της Σαμάρειας το χαρμόσυνο γεγονός. Και οι στρατιώτες της πύλης το ανήγγειλαν στο βασιλικό ανάκτορο. Ο βασιλιάς σηκώθηκε, ενώ ακόμη ήταν νύχτα, και είπε στους αξιωματούχους του, ότι οι Σύριοι κάπου κρύφτηκαν και περιμένουν τους Ισραηλίτες να βγουν από την πόλη για να τους επιτεθούν. Ένας από τους υπηρέτες του βασιλιά είπε να πάνε πέντε άνδρες με πέντε άλογα στο στρατόπεδο των Συρίων για να δουν τι συμβαίνει. Ο βασιλιάς έστειλε δύο άνδρες για να δουν τι συμβαίνει.

Εκείνοι προχώρησαν μέχρι τον Ιορδάνη και πήραν την κατεύθυνση της φυγής των Σύρων. Ο δρόμος ήταν γεμάτος από ρούχα κι αντικείμενα που πετούσαν οι Σύριοι, καθώς έφευγαν πανικόβλητοι για να σωθούν. Οι απεσταλμένοι του βασιλιά επέστρεψαν και ανήγγειλαν τα γεγονότα στο βασιλιά.

Τότε όλος ο λαός της Σαμάρειας βγήκε από την πόλη και πήγε στο στρατόπεδο των Σύρων, όπου επιδόθηκε σε λεηλασίες. Ήταν τόσα πολλά τα λάφυρα και τα τρόφιμα, ώστε σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, ένα μέτρο σιμιγδάλι και δύο μέτρα κριθάρι πωλούνταν για ένα ασημένιο σίκλο.

Ο βασιλιάς έστειλε στην πύλη της πόλης τον υπασπιστή του για να εποπτεύει. Ο λαός όμως καθώς έβγαινε με ορμή από την πύλη, τον καταπάτησε και τον σκότωσε, όπως είχε προαναγγείλει ο Ελισαίος (Δ' Βασιλειών 7,3-20).

 

 

Η ΑΠΟΔΟΣΗ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΗ ΣΩΜΑΝΙΤΙΔΑ

 

Κι εδώ αν και δεν αναφέρεται τ' όνομα του βασιλιά των Ισραηλιτών, θα πρέπει να υποθέσουμε πως πρόκειται για τον Ιωράμ. Κάποτε ο Ελισαίος είχε πει σε μια γυναίκα, της οποίας είχε αναστήσει το παιδί, να πάει να μείνει σε άλλο τόπο, μαζί με τους ανθρώπους του σπιτιού της, γιατί ο Κύριος αποφάσισε να πέσει λιμός στη χώρα που θα διαρκέσει εφτά χρόνια. Η γυναίκα έκανε όπως της είπε ο προφήτης. Αυτή και οι άνθρωποι του σπιτιού της κατοίκησαν προσωρινά στη χώρα των Φιλισταίων. Όταν πέρασαν τα εφτά χρόνια, η Σωμανίτιδα με τους ανθρώπους της ξαναγύρισαν στην πόλη τους. Παρουσιάστηκε στο βασιλιά και τον παρακάλεσε θερμά να της αποδοθεί το σπίτι και τα χωράφια της, που τα είχαν καταπατήσει άλλοι. Ο βασιλιάς εκείνη την ώρα μιλούσε με τον Γιεζί, τον υπηρέτη του Ελισαίου, και του ζητούσε να του διηγηθεί τα θαύματα που είχε κάνει ο προφήτης. Ενώ ο Γιεζί διηγούνταν στο βασιλιά, πως ο Ελισαίος είχε αναστήσει το γιο της Σωμανίτιδας, εκείνη τη στιγμή είχε έρθει η γυναίκα και ζητούσε από το βασιλιά να της αποδοθούν το σπίτι και τα χωράφια της.

Είπε τότε ο Γιεζί στο βασιλιά, πως αυτή είναι η γυναίκα για την οποία του μίλησε κι αυτός είναι ο γιος της, τον οποίο ανέστησε ο Ελισαίος. Ο βασιλιάς ρώτησε τη γυναίκα κι εκείνη του διηγήθηκε τα γεγονότα. Ο βασιλιάς τότε διέταξε ένα αξιωματικό να φροντίσει, ώστε να αποδοθούν στη Σωμανίτιδα όλα όσα της ανήκουν κι όλα τα εισοδήματα από τα χωράφια της, από την ημέρα που εγκατέλειψε τη χώρα μέχρι σήμερα (Δ' Βασιλειών 8,1-6).